Follow @pistosgr

Βρίσκεστε εδώ:

Αόρατος Πόλεμος

  • Η τελευταία απάτη, πού χρησιμοποιεί ο διάβολος, για να μας γίνωνται αιτία κακίας οι αρετές που αποκτήσαμε (Κεφ. 33)

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΛΓ΄.

    Το πανούργο φίδι, δεν σταματάει ποτέ να μας πειράζη με τίς πανουργίες και τις απάτες του, ακόμη και σε αυτές τις αρετές, που αποκτήσαμε, για να μας γίνωνται αυτές αιτίες φθοράς και κακίας επειδή, συναρεσκόμενοι σε αυτές και στον ίδιο μας τον εαυτό, φτάνουμε να υψηλοφρονούμε, και υψηλοφρονούντες πέφτουμε (φευ!) μετά απο αυτά στην κακία και στο λάκκο της υπερηφάνειας και της κενοδοξίας. Οπότε, για να φυλαχθής, αδελφέ, από αυτό τον κίνδυνο, συμμάζεψε όλο το νού σου στην καρδιά σου και πολέμα πάντα αυτό τον δαίμονα, σαν να κάθεσαι, σε μιά πλατιά και ευρύχωρη πολεμήστρα, στην αληθινή και πολύ βαθιά γνώσι της μηδαμινότητας του εαυτού σου σκεπτόμενος, πως αληθινά δεν είσαι τίποτα άλλο, παρά το μηδέν, και πως δεν μπορείς να κάνης τίποτα, και πως δεν έχεις τίποτε άλλο, παρά ταλαιπωρίες, αρρώστιες, κακίες και ελαττώματα, και πως δεν σου ταιριάζει τίποτα άλλο, παρά αιώνια καταδίκη. Και αφου βεβαιωθής σε αυτή την αλήθεια, μην αφήσης ποτέ το νου σου να ασχοληθή με τα εξωτερικά πράγματα του κόσμου, ούτε καν από ένα παραμικρό λογισμό ή γεγονός που θα σου τύχη, έχοντας βέβαιο και σίγουρο, οτι όλα τα εξωτερικά πράγματα σου είναι τόσο εχθρικά, που αν είχες παραδοθή στα χέρια τους, θα ήσουν σίγουρα νεκρός ή πληγωμένος.

     

    Και για να γυμνάζεσαι καλά και να κρατάς καλά την ανωτέρω πολεμήστρα της αληθινής γνώσεως της μηδαμηνότητάς σου, χρησιμοποίησε αυτό τον κανόνα: Όσες φορές φέρεις το νου σου στη σκέψι του εαυτού σου και των έργων σου, να υπολογίζης πάντα με εκείνο, πού είναι δικό σου και οχι με εκείνο πού είναι του Θεού και της χάριτός του και έπειτα, πίστευε τον εαυτό σου τέτοιο, ο,τι είδους τον βρίσκεις πως είναι με την δική σου δύναμι, για παράδειγμα αν σκεφθής τον χρόνο, που ήταν πριν να δημιουργηθείς εσύ, θα δης ότι σε όλη εκείνη την άβυσσο της αιωνιότητας ήσουν ένα καθαρό μηδέν, ούτε μπορούσες να κάνεις τίποτα, για να λάβης την ύπαρξι πάλι στον καιρό που έχεις την ύπαρξι, για μόνο την αγαθότητα του Θεού, αφίνοντας σε αυτόν το δικό του (το οποίο είναι ή διαρκής πρόνοια, με την οποία κάθε ώρα σε φυλάει), τί άλλο είσαι, παρά ένα μηδέν; Γιατί δεν μένει καμμία αμφιβολία, ότι στο πρώτο σου μηδέν (από το οποίο σε τράβηξε με το παντοδύναμό του χέρι ο Θεός), θα μπορούσες να γυρίσεις αυτοστιγμεί, αν αυτός σε αφήση γιά μία μόνη στιγμή.

    Είναι λοιπόν φανερό, οτι μένοντας σε αυτή τη φυσική ύπαρξι, με την δική σου δύναμι, δεν μπορείς ποτέ να υπολογίσης τον εαυτό για κάτι ή ναθέλης να σε υπολογίζουν οι άλλοι.

    Επειτα, αν σταθής καλά στο «ευ είναι» της χάριτος, πρέπει να σκεφθής καλά πως αν η δική σου φύσις γυμνωθή από την θεία βοήθεια και την χάρι, ποιό καλό και αξιόμισθο μπορεί ποτέ να κάνη αυτή μόνη της; Βέβαια, τίποτα. Ώστε μπορείς και συ να λές με τόν Πάυλο «δεν εκοπίασα εγώ αλλά η χάρις του Θεού που είναι μαζί μου» (Α΄ Κορ. 15,10). Επειτα, σκεπτόμενος από την άλλη πλευρά τα πολλά σου περασμένα λάθη, και επιπλέον σε αυτά τα άλλα πάρα πολλά κακά που θα έκανες, αν ο Θεός δεν σε εμπόδιζε με το σπλαγχνικό του χέρι, θα βρης ότις οι παρανομίες σου με τον πολαπλασιασμό, όχι μόνο των ημερών και των χρόνων, στους οποίους έγιναν, άλλα ακόμη και των κακών σου πράξεων και των συνηθειών και παθών σου (γιατί η μία κακία καλεί και παρασύρει στον εαυτό της την άλλη), οι παρανομίες σου, λέω, μπορούν να φθάσουν σε ένα αριθμό σχεδόν αμέτρητο και συ θα γινόσουν ένας άλλος καταχθόνιος εωσφόρος.

    Οπότε, αν δεν θέλης να είσαι άρπαγας και κλέφτης της αγαθότητας και της δόξας του Θεού επειδή όλα τα άλλα τα εδωσε ο Θεός και στα κτίσματά του, την δόξα όμως την κράτησε αυτός, για να δοξάζεται μόνος ως Δημιουργός όλων, γι αυτό λέει, «την δόξα μου δεν θα την δώσω σε άλλον» (Ησ. 42,8), αλλά θά μένης πάντα με τον Κύριο σου και να δοξάζης αυτόν μόνο, όπως είναι δίκαιο, σε κάθε σου πράξι αγαθή, ως αρχή και μέση και τέλος όλων των αγαθών, πρέπει να πιστεύης ότι εσύ είσαι ο κατώτερος και ο χειρότερος όλων των ανθρώπων70.

    Και γνώριζε καλά, ότι αυτή η κρίσις που κάνεις για τον εαυτό σου, δεν έχει καθόλου υπερβολή, για να έχης αφορμή και από αυτό να υπερηφανεύεσαι αλλά είναι δίκαια και αληθινή, και στη συνέχεια, αιτία ταπεινώσεως, το πως είσαι δηλαδή από όλους τους άλλους χειρότερος. Εάν όμως και σύ νομίζεις πως γνωρίζοντας την πονηριά σου, ξεπερνάς κατά αυτό κάποιον άλλο, που φαντάζεται κάποιος κάτι για τον εαυτό του γνώριζε οτι υστερείσαι και σύ πολύ και γίνεσαι χειρότερος από αυτόν, αν και θέλης να σε υπολογίζουν οι άνθρωποι και να νομίζεσαι από αυτούς ως τέτοιος (ως άνθρωπος που μπορούν να υπολογίζουν), ο όποιος γνωρίζεις ότι δεν είσαι στην πραγματικότητα.

    Λοιπόν, αν θέλης η γνώσις της πονηριάς σου και της μηδαμηνότητάς σου να κρατά μακριά τους εχθρούς σου και να σε κάνη αγαπητό στο Θεό, είναι ανάγκη, όχι μόνο να περιφρονής τον εαυτό σου ως ανάξιο, και στη συνέχεια άξιο όλων των κακών, αλλά και να θέλεις να είσαι καταφρονημένος και από τους άλλους, αποστρεφόμενος τις τιμές, χαιρόμενος στις κατηγορίες και κάνοντας όλα εκείνα, που οι άλλοι που έχουν κοσμικό φρόνιμα περιφρονούν. Αυτών τη γνώμη και τα λόγια μη δεχθής καθόλου71, ούτε να εγκαταλείψης αυτή την αγία πράξι της περιφρονήσεως του εαυτού σου, για να γίνεται αυτό από σένα, γι’ αυτόν και μόνο τον σκοπό της ταπεινώσεώς σου και όχι για να αρέσης στους ανθρώπους και να σε έχουν σε υπόληψι.
    Εάν δε και τύχει καμιά φορά, να σε αγαπούν πολύ και να σε επαινούν άλλοι για κάποιο καλό που σου έδωσε ο Θεός, στάσου καλά μαζεμένος μέσα στον εαυτό σου και μη μετακινηθής καθόλου από την αληθινή γνώσι της μηδαμηνότητά σου, που λέχθηκε παραπάνω, αλλά στρέψου πρώτα στον Θεό, λέγοντας προς αυτόν με όλη σου την καρδιά «Ας μη γίνει ποτέ, Κύριε μου, να γίνω κλέφτης της δικής σου τιμής και χάριτος σε σένα πρέπει αίνος, τιμή και δόξα σε μένα ντροπή». «Σε σένα, Κύριε, η δικαιοσύνη και σε μένα η ντροπή του προσώπου σου» (Δαν. 9,7) «όχι σε μας Κύριε, όχι σε μας, αλλά δόξασε το όνομά σου» (Ψαλμ. 113,9). «Η δόξα δική σου και εγώ δικός σου δούλος» (Έσδρ. 4,29).

    Μετά απο αυτά γύρισε προς αυτόν που σε επαινεί, μιλώντας έτσι μέσα σου με τον λογισμό σου απο που αυτός με έχει για καλόν, αφού δεν είναι άλλος καλός και αγαθός παρά μόνος ο Θεός μου; «ουδείς αγαθός, ειμί εις ο Θεός» (Ματθ. 19,17). Γιατί, κάνοντας έτσι και αποδίδοντας στο Θεό το δικό του, θα κρατήσης μακριά τους εχθρούς και θα γίνης άξιος να δεχθής μεγαλύτερα χαρίσματα και ευεργεσίες από τον Θεό. Αλλά και όταν η ενθύμησις των καλών έργων και αρετών που κάνεις σε παρακινούν στην υπερηφάνεια, αμέσως σκέψου, πως τα έργα αυτά είναι του Θεού και όχι δικά σου 72 και σαν να μιλάς με αυτά, πές:

    «Εγώ δεν γνωρίζω πως φανερωθήκατε και ήρθατε στο νου μου! Γιατί, εγώ δεν είμαι η αρχή σας, αλλά ο άγαθός Θεός και η χάρις του εκείνος σας δημιούργησε, σας έθρεψε και σας διαφύλαξε, λοιπόν αυτόν μόνον θέλω να γνωρίζω για αληθινό και αρχικό πατέρα και αίτιο, αυτόν να ευχαριστώ και σε αυτόν να αποδίδω κάθε έπαινο».

    Επειτα, σκέψου, πως όλα τα έργα που έκανες, δεν έφτασαν την αναλογία και τη συμμετρία στο φως και στη χάρη που σου παραδόθηκε, για να γνωρίση και να τα κάνης, αλλά πως είναι πολύ ατελή και πολύ μακριά απο εκείνο το καθαρό σκοπό και την πρέπουσα επιμέλεια, με την οποία έπρεπε να τα κάνης. Οπότε, αν σκεφθής καλά, περισσότερο πρέπει να ντρέπεσαι από τις αρετές σου, παρά να σου αρέσουν αυτές μάταια και να υπερηφανέυεσαι για αυτές. Γιατί είναι αληθινό, ότι οι φυσικές αρετές του Θεού, τίς οποίες πρέπει να μιμούμαστε, αυτές απο μόνες τους είναι καθαρές και πολύ τέλειες, μολύνονται κατά κάποιο τρόπο και μειώνονται από τις ατέλειες και ελλείψεις της δικής μας μιμήσεως73.

    Ακόμη, σύγκρινε τα έργα σου με εκείνα των αγίων και αληθινών φίλων και δούλων του Θεού και θά γνωρίσης, οτι τα μεγαλύτερα και καλύτερα έργα τα δικά σου, είναι πολύ τιποτένια και πολύ μικρής ή καθόλου τιμής, αν τα συγκρίνης πάλι με εκείνα τα έργα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που έκανε για σένα στα Μυστήρια της ζωής και του Σταυρού του (τα οποία να υπολογίσης όχι σαν έργα Θεού, αλλά καθ’ εαυτά μόνον ως έργα ανθρώπου) και αν σκεφθής την καθαρότητα της αγάπης του, την αναμαρτησία, με την οποία τα έκανε, θα γνωρίσης οτι όλα σου τα έργα και οι αρετές, είναι σχεδόν αμαρτίες και ακαθαρσίες.

    Γιατί γράφτηκε «όλη η δικαιοσύνη μας είναι σαν βρώμικο ρούχο» (Ησ. 64,6) η πολύ περισσότερο, χειρότερες από το τίποτα.
    Τελευταία, αν εξυψώσης τον νου σου στη θεότητα και στην άπειρη μεγαλειότητα του Θεού σου, «έμπροσθεν του οποίου, ουδέ ο ουρανός είναι καθαρός», όπως γράφτηκε (Ιώβ 15,15), και στην υπηρεσία και λατρεία που του πρέπει, θα δης καθαρά, ότι όχι υπερηφάνεια και υψηλοφροσύνη, αλλά μεγάλος τρόμος και φόβος πρέπει να σου δημιουργηθή σε κάθε σου έργο, όσο και αν είναι άγιο, οσο και αν είναι πολύ τέλειο και οτι μόνο χρεωστάς να πης με όλη σου την καρδιά στο Θεό, εκείνη την ταπεινή φωνή του Τελώνου «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» (Λουκ. 18,13).
    Ακόμη σου παραγγέλνω να μην είσαι εύκολος στο να φανερώνης τα χαρίσματα, που σου κάνει ο Θεός. Γιατί, αυτό σχεδόν πάντα, δεν αρέσει στο Θεό, καθώς ο ίδιος μας δίδαξε με την παρακάτω ιστορία.

    Φανερώθηκε μιά φορά ο Ιησούς Χριστός σαν είδος βρέφους, σε ένα ευλαβή και ενάρετο, και εκείνος γνωρίζοντας πως ήταν ο Κύριος, τον παρεκάλεσε με απλότητα να του πη τον αγγελικό ασπασμό, καθώς συνηθίζεται να λέγεται από όλους, δηλαδή το, Θεοτόκε Παρθένε άρχισε το πανάγιο εκείνο βρέφος να λέγη με προθυμία «Χαίρε, Κεχαριτωμένη Μαρία, ο Κύριος μετά σου ευλογημένη συ εν γυναιξί». Και εδώ στάθηκε, και δεν θέλησε με τα υπόλοιπα λόγια να επαινέση τον εαυτό του και να πη: «Και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου». Επειδή όμως εκείνος τον παρακαλούσε να πη και τον παρακατω στίχο και τα υπόλοιπα, αυτό εξαφανίσθηκε, αφίνοντας τον δούλο του σε μεγάλη χαρά. Και με το δικό του παράδειγμα, φανέρωσε σε αυτόν αυτή την ουράνια διδασκαλία, δηλαδή, το να μην επαινή ποτέ κανείς τον εαυτό του και τίς χάρες που έχει. Λοιπόν, μάθε και συ να ταπεινώνεσαι και να μην επαινήσαι μόνος σου, γνωρίζοντας τον εαυτό σου και όλα τα έργα σου, πως είναι ένα τίποτα. «Ας σε εγκωμιάζη ο γείτονας, και όχι το δικό σου στόμα, ξένος και όχι τα δικά σου χείλη» (Παροιμ. 27, 2).

    Αυτό είναι το θεμέλιο όλων των αρετών74 ο Θεός μας δημιούργησε από το μηδέν και τώρα που είμαστε όντα εξ αιτίας του, θέλει να θεμελιώση όλη την πνευματική οικοδομή πάνω σε αυτή μας τη γνώσι, οτι δηλαδή, από μόνοι μας είμαστε ένα μηδέν και οσο περισσότερο εμβαθύνουμε σε αυτήν, τόσο περισσότερο θα μεγαλώση η οικοδομή και όσο περισσότερο χώμα βγάζουμε από αυτό το βάθος, δηλαδή, όσο, περισσότερο γνωρίζουμε τα ελαττώματά και τίς αθλιότητές μας, τόσο και ο θεϊκός αρχιτέκτονας θά βάλη πλέον στερεές πέτρες, για να αυξήση την πνευματική αυτή οικοδομή. Και μη νομίζης, παιδί μου, ότι μπορείς να εμβαθύνης κάποτε σε αυτή την γνώσι, όσο φτάνει. Γιατί αυτό είναι αδύνατο μάλιστα, κάνε στον εαυτό σου αυτό τον λογαριασμό, οτι αν και ήταν δυνατόν να παραδοθή σε κανένα δημιούργημα τέτοιο πράγμα, δεν θα μπορούσε να βρεθή άλλο πιό βαθύ βάθος να ερευνήση, παρά η δική σου μηδαμηνότητα.

    Από αυτή την γνώσι καλά βαλμένη στη πράξι, μπορούμε νά έχουμε κάθε καλό και χωρίς αυτήν είμαστε σχεδόν τίποτα, ακόμη και αν θέλαμε να κάνουμε τα έργα όλων των αγίων και να είμαστε απασχολημένοι πάντα με τόν Θεό ω μακάρια γνώσι, που μας κάνεις ευτυχισμένους στη γή και δοξασμένους στον ουρανό! ω φως που βγαίνεις από το σκοτάδι και κάνεις λαμπρές και καθαρές τις ψυχές! ω χαρά που δεν αναγνωρίζεσαι πως λάμπεις ανάμεσα στίςακαθασίες μας! ω μηδέν, το οποίο σάν γνωρισθής, μας κάνεις κυρίους του σύμπαντος! Δεν μπορώ να χορτάσω ποτέ, μιλώντας σου σχετικά με αυτό, αγαπητέ. Αν θέλης να επαινέσης τον Θεό, κατηγόρησε τον εαυτό σου και να επιθυμής να κατηγορήσαι από τούς άλλους ταπεινώσου σε όλους και κάτω από όλους, αν θέλης να υψώσης τον Θεό και τον εαυτό σου σ’ αυτόν. Αν επιθυμής να τον βρης, μην υ-ψώνεσαι, γιατί αυτός φεύγει ταπεινώνου και ταπεινώσου όσο μπορείς και αυτός θά έλθη να σε βρη και να σε αγκαλιάση και τόσο θέλει να σε δεχθή και ενωθή σφικτά μαζί σου με αγάπη, και τόσο πλέον αγαπητά, όσο περισσότερο εσύ ταπεινώνεσαι στα μάτια του και όσο θέλεις να ταπεινώνεσαι και από τους άλλους και όλοι να σε αποστρέφωνται, σαν ένα πράγμα συγχαμερό.

    Λοιπόν, για την τόση χάρι, που σου κάνει, αδελφέ, ο Θεός, ο τόσο λυπημένος από τίς αμαρτίες σου, για να σε ενώση με τον εαυτό του, κάνε και συ αυτό, το να νομίζης δηλαδή τον εαυτό σου ανάξιο και χειρότερο από όλους και μη παραλείπης συνεχώς, να ευχαριστής και να είσαι χρεώστης εκείνων, που γίνονται αφορμή να ταπεινώνεσαι δηλαδή σε εκείνους που σε περιφρόνησαν ή και σε περιφρονούν συνέχεια. Και αν άθελά σου και με κακή όρεξι της καρδιάς σου, υποφέρεις τίς περιφρονήσεις τους, όμως αγωνίσου όσο μπορείς, να μη δείχνης κανένα εξωτερικό σημάδι ότι σου κακοφαίνονται.
    Και άν με όλες αυτές τίς σκέψεις και λογαριασμούς, που είναι πολύ αληθινές, η πανουργία του διαβόλου και η αγνωσία και κακή κλίσι η δική μας, θα μπορούσα να ήθελαν υπερισχύση σε μάς, σε τρόπο που οι λογισμοί της υψηλοφροσύνης να μη λείπουν από το να μας ενοχλούν και να πληγώνουν την καρδιά μας, ακόμη και τότε είναι καιρός κατάλληλος, τόσο περισσότερο να ταπεινωνώμαστε και να περιφρονούμε και να μισούμε τον εαυτό μας, όσο από την δοκιμή βλέπομε, πως πολεμούμε, ναί, και αγωνιζόμαστε με όλες μας τίς δυνάμεις, για να λυτρωθούμε από αυτό δεν μπορούμε όμως να ελευθερωθούμε από την τυραννία του, επειδή και πάσχουμε από τίς ενοχλήσεις της υπερηφάνειας, η οποία έχει την ρίζα και αρχή στην μάταιη και καταραμένη υπόληψι του εαυτού μας και έτσι θά βγάλη από το πικρό φαρμάκι μέλι, υγεία από τίς πληγές και ταπείνωσι από την ίδια την υπερηφάνεια.


    70 Πόσο πολύ ωφέλιμο πράγμα είναι το να έχη κανείς τον εαυτό του χειρότερο και κατώτερο από όλους τους ανθρώπους, το μαρτυρούν οί αγιοι ο θείος Χρυσόστομος λέγει «Δεν υπάρχει στονΘεό τίποτε τόσο αγαπητό, όσο το να θεωρή κάποιος τον εαυτό του ως τον χάν πράγματι θέλης να σωθής, άκουσε τι να κάνης έμπρακτα σήκωσε τα απόδια σου από την γη και ύψωσε το νου σου στον Θεό. Και η μελέτη σου ας είναι εκεί μέρα και νύκτα και με όση δύναμι έχεις καταφρόνησε τον εαυτό σου πιστεύοντας ότι βλέπεις τον εαυτό σου κάτω από όλους τους ανθρώπους αυτή είναι η αληθινή οδός εκτός από αυτήν δεν υπάρχει άλλη για εκείνον που θέλει να σωθή με την δύναμι του Χριστού ας τρέχη εκείνος που θέλει για να προλάβη τον εξορκίζω στο όνομα του ζωντανού Θεού που θέλει να χαρίση την αιώνια ζωή σε όποιον επιθυμεί». Ο θείος Γρηγόριος ο Σιναΐτης, προσθέτει, ότι πρέπει να έχουμε τον εαυτό μας χειρότερο και από όλα τα κτίσματα και ελεεινότερο από τους ιδίους δαίμονες, διότι λέγει. «Υπάρχουν δύο είδη ταπεινώσεως, όπως λέγουν οι Πατέρες. Τα ένα είναι να θεωρή κανείς τον εαυτό του κάτω από όλους και να αναφέρη τα κατορθώματά του στον Θεό το πρώτο είναι η αρχή, το δεύτερο το τέλος». Και αυτή η ταπείνωσις πετυχαίνεται από αυτούς που την επιζητούν όταν εν γνώσει τους σκέπτωνται αυτά τα τρία για τόν ευτό τους ότι είναι οι πιο αμαρτωλοί από όλους και το ότι είναι οι πιο αισχροί από όλα τα κτίσματα, επειδή βρίσκονται στην παρά φύσι κατάστασι και ότι είναι πιο ελεινοί και από τους δαίμονες, επειδή υπηρετούν τους δαίμονες». (Φιλοκαλία, κεφ. ριε').

    71 Σύμφωνα με την διδασκαλία αυτή, λέγει και ο μέγας εκείνος έγκλειστος καϊ προ-φητικώτατος Βαρσανούφιος τα εξής: «Το να είσαι αμέριμνος από κάθε πράγμα σε κάνει να πλησιάσης στην πόλι, και το να μη σε υπολογίζουν οι άνθρωποι, σε κάνει να κατοικήσης στην πόλι και το να πεθάνης για κάθε ἀνθρωπο, σε κάνει να κληρονομήσης την πόλι και τους θησαυρούς της. Αν θέλης να σωθής, κράτα το αψήφιστο, δηλαδή το να μη σε υπολογίζουν οι άνθρωποι, και τρέχε προς τον σκοπό σου». Το αψήφιστο, κατά τον όσιο Ιωάννη, τον μαθητή του Βαρσανούφιου, είναι το να μην εξισώσης τον εαυτό σου με άλλον και να τον συγκρίνης με κάποιον άλλον. Ούτε να πης και για κανένα καλό έργο ότι κι εγώ αυτό το έκανα. (Πόλι εδώ ο άγιος ενοεί ή την καρδιά, ή την απάθεια η την θεϊκή γνώσι).

    72 Και ακολούθως συλλογίσου αυτόν τον αληθέστατο και βεβαιώτατο στοχασμό, δηλαδή όσες περισσότερες αρετές κατορθώσης και όσα περισσότρα χαρίσματα λάβεις, τόσο περισσότερο ευεργετείσαι από τον Θεό και όσο περισσότερο ευεργετείσαι, τόσο και περιοσσότερο χρέος έχεις προς τον Θεό και τόσο περισσότερο υπόχρεως γίνεσαι έτσι από τον στοχασμό αυτόν όχι μόνο δεν θα υπερηφανευθής για τις αρετέςς και τα χαρίσματά σου, αλλά θα αγωνισθής και να κατεβής στο βάθος της ταπεινώσεως μη έχοντας κάτι το αντάξιο για να ευχαριστήσης τον Θεό για τα θεϊκα του χαρίσματα. 

    73 Χωριστά από αυτό όλες οι αρετές, με το να είναι φυσικές ενέργειες του Θεού και δωρεές και χάριτες του αγίου Πνεύματος, ακολούθως είναι άναρχες και ατέλειωτες κατά τον άγιο Μάξιμο, άπειρες δε κατά το μέγεθος και αναρίθμητες κατά το πλήθος, ως λέγει ο μέγας Βχσίλειος. Πως λοιπόν μπορεί κάποιος να υψηλοφρονήση, ότι απέκτησε αρετές, αφού μάθη πως και οι αρετές, ούτε αρχή έχουν, ούτε τέλος, ούτε αριθμό; και πως μάλιστα δεν θα κατεβή στο βάθος της ταπεινώσεως, συλλογιζόμενος πως όσες αρετές κι αν κατώρθωσε, πάλι ούτε στην αρχή ακόμη των αρετών δεν έφθασε; αλλά δέχθηκε από αυτές τόσο μόνο, όσο είναι μία σταλαγματιά από άπειρο πέλαγος ή πως δεν θα παρακινηθή και αυτός πάντοτε να λέγη εκείνη την ευχή του μεγάλου Αρσενίου, που λέγει «Ο Θεός μου, μη με εγκαταλείψης δέν έκανα κανένα αγαθό ενώπιόν σου, αλλά εξ αιτίας της ευσπλαγχνίας σου, βοήθησέ με να κάνω αρχή». 

    74
    Γι’ αυτό και ο Κύριος θέλοντας να οικοδομήση την θαυμαστή οικοδομή των μακαρισμων, πρώτο θεμέλιο αυτών έβαλε την πτωχεία του πνεύματος, δηλαδή την ταπείνωσι, λέγοντας «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 5,3)


Δημοφιλη αρθρα

Λογοι