Follow @pistosgr

Βρίσκεστε εδώ:

Αόρατος Πόλεμος

  • Πως πρέπει να διορθώνουμε την φαντασία και την ενθύμησί μας (Κεφ. 25)

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΕ΄.

    Αφού μιλήσαμε σχετικά για την διόρθωσι των αισθήσεων μας, επακόλουθο είναι να πούμε εδώ και πως πρέπει να διορθώνουμε την φαντασία και ενθύμησί μας, επειδή και κατά την γνώμη όλων σχεδόν των φιλοσόφων, η φαντασία και η ενθύμησις, δεν είναι τίποτα άλλο, παρά μία αποτύπωσις όλων εκείνων των αισθητών πραγμάτων, που είδαμε, ακούσαμε και μυριστήκαμε και γευτήκαμε και πιάσαμε. και για να πω με συντομία, η φαντασία και ενθύμησις, είναι μία εσωτερική κοινή αίσθησις, η οποία φαντάζεται και θυμάται καθαρά όλα, όσα οι εξωτερικές πέντε αισθήσεις μας πρόλαβαν να προαισθανθούν. και κατά κάποιο τρόπο, η μεν αίσθησις και τα αισθητά, παρομοιάζονται με την σφραγίδα, ενώ η φαντασία, με το αποτύπωμα της σφραγίδας.

    Η φαντασία αυτή και η ενθύμησις μας δόθηκε μετά την παράβασι για να την μεταχειρισθούμε, οταν οι εξωτερικές μας αισθήσεις ησυχάζουν και όταν δεν έχουμε μπροστά μας παρόντα τα αισθητά εκείνα πράγματα, που πέρασαν από τίς αισθήσεις και τυπώθηκαν σε αυτήν. Γιατί είναι αδύνατο να εχουμε πάντα παρόντα όλα όσα γνωρίσαμε και ακούσαμε και μυρίσαμε και γευθήκαμε και πιάσαμε, για αυτό τα φέρνουμε μπροστά μας με την φαντασία και την ενθύμησι, που τα έχει τυπωμένα και έτσι μιλούμε γι' αυτά και σκεπτόμαστε, σάν να τα είχαμε και μπροστά μας.

    Για παράδειγμα εσύ πήγες μία φορά και είδες την Σμύρνη, έπειτα έφυγες από εκεί και πλέον δεν την βλέπεις με την εξωτερική αίσθησι των ματιών, αλλά όμως με την εσωτερική αίσθησι δηλαδή, με την φαντασία και ενθύμησι, όταν θέλης, φέρνεις την Σμύρνη μπροστά σου και την βλέπεις, σάν να ήταν και παρόν, με το ίδιο σχήμα και διάστημα και μέγεθος και τοποθεσία, που έχει όχι πως τότε πηγαίνεις και βλέπεις την Σμύρνη, (καθώς νομίζουν μερικοί αμαθείς). 

    Αλλά βλέπεις την εικόνα της Σμύρνης, την οποία έχει τυπωμένη μέσα η φαντασία και η ενθύμησίς σου. Αυτή η φαντασία των αισθητών είναι, που μας ενοχλεί και μέσα στον ύπνο και μας κάνει να βλέπουμε τα διάφορα και πολυποίκιλα όνειρα, στα οποία πρόσεχε να μη πιστεύης ποτέ.
    Επειδή όμως η φαντασία αυτή, είναι μία παράλογη και χοντρή αποτύπωσις των πέντε αισθήσεων και φαντάζεται τα αισθητά με τό σχήμα και χρώμα και το μέγεθός τους, όπως είπαμε.

    Α'. Να γνωρίζης, δε οτι ο Θεός, όπως είναι έξω από όλες τίς αισθήσεις μαζί και τα αισθητά και πέρα απο κάθε σχήμα και χρώμα και διάστημα και τόπο, ως εντελώς ασχημάτιστος και άμορφος και υπάρχει παντού και πάνω απο όλα, έτσι είναι και έξω από κάθε φαντασία. και στη συνέχεια, γνώριζε, οτι η φαντασία είναι μία δύναμις της ψυχής, που δεν έχει επιδεξιότητα να ενωθή με τον Θεό, για αυτά της τα ελαττώματα 24.

    Β'. Γνώριζε, οτι και ο εωσφόρος και ο πρώτος των Αγγέλων, όντας πριν ανώτερος της παράλογης φαντασίας και πέρα από κάθε σχήμα και χρώμα και αίσθησι ως νους λογικός και άϋλος και ασχημάτιστος και ασώματος, ύστερα αφού φαντάσθηκε και εσχημάτισε με το νου του την ισοθεῒα, έπεσε από εκείνη την άμορφη και ασχημάτιστη και απαθή και ενιαία, ασώματη κατάστασι του νου, κάτω στη πολυσχημάτιστη και πολυμέριστη και παχυλή αυτή φαντασία, όπως είναι γνώμη πολλών θεολόγων και έτσι, από άγγελος ασχημάτιστος, άϋλος και απαθής, έγινε διάβολος, υλικός, κατά κάποιο τρόπο, πολύσχημος και εμπαθής51. Γι’ αυτό και ονομάζεται από τους θείους Πατέρες ζωγράφος που μιμείται τα πάντα και φίδι πολύμορφο και τρώει την γη των παθών, φαντασιοκόπος και άλλα παρόμοια ονόματα. Από τον ίδιο το Θεό παρομοιάζεται ως δράκος με σώμα, με ουρά, με νεύρα, με πλευρά, με ράχη, με μύτη, με μάτια, με στόμα, με χείλη, με δέρμα, με σάρκα και με άλλα παρόμοια μέλη. Και βλέπε στο μ΄καί μα΄ κεφάλαιο του Ιώβ. Οπότε, απο αυτά μάθε, αγαπητέ, οτι η φαντασία με διάφορες μορφές, καθώς είναι εφεύρεσι και καρπός του διαβόλου, έτσι του είναι και πολύ επιθυμητή. Επειδή, σύμφωνα με τους Αγίους 52 αυτή είναι το γεφύρι, μέσα απο το οποίο περνώντας οι δολοφόνοι δαίμονες, ενώνονται με την ψυχή και έτσι την κάνουν κατοικητήριο αισχρών και πονηρών και βλάσφημων λογισμών και όλων των ακαθάρτων ψυχικών και σωματικών παθών.

    Γ'. Γνώριζε, οτι κατά τον θεολογικώτατο Αγιο Μάξιμο και ο πρωτόπλαστος Αδάμ κτίστηκε από τον Θεό χωρίς φαντασία. Επειδή, ο νους εκείνου, καθαρός, μοναδικός και πράγματι νους ων, δεν τυπωνόταν, ούτε σχηματιζόταν από τίς αισθήσεις και τα διάφορα είδη των αισθητών. Αλλά χωρίς να μεταχειρισθή την κατώτερη δύναμι της φαντασίας και να φαντασθή σχήματα και χρώματα και είδη και διαστήματα, παρατηρούσε με την ανώτερη δύναμη της ψυχής, δηλαδή την διάνοια, μόνους γυμνούς και ψιλούς τους λόγους των όντων, άϋλα, καθαρά και πνευματικά.53 Αλλά ο ανθρωποκτόνος διάβολος, καθώς αυτός έπεσε από την φαντασία, έτσι έκανε και τον Αδάμ, να σχηματίση τον νου του με την ισοθεΐα και να πέση από την ιδία αυτή την φαντασία και έτσι από εκείνη την νοερά, ισάγγελο, ενιαία, λογική και ασχημάτιστη ζωή, γκρεμίστηκε ο ταλαίπωρος, στην αισθητική, πολυμέριστη και πολυσχημάτιστη φαντασία αυτή και την κατάσταση των αλόγων ζώων. Επειδή η φαντασία είναι κυρίως ιδίωμα των αλόγων ζώων και όχι των λογικών.

    Αφου για μία φορά έπεσε ο άνθρωπος σε αυτήν την κατάστασι, ποιός μπορεί να πη, σε πόσα πάθη, σε πόσα κακά και σε πόσες πλάνες κατεκρεμίστηκε μέσα απο την φαντασία; Γέμισε την ηθική φιλοσοφία από διάφορες απάτες54. Γέμισε τή φυσική από πολλές ψευτοδοξασίες55, και γέμισε την θεολογία από ψεύτικα και σάπια δόγματα. Γιατί, πολλοί, και μεγάλοι και νεώτεροι, θέλοντας να θεωρήσουν και να μιλήσουν σχετικά με το Θεό και των σχετικών, των απλών, ασχημάτιστων και αφάνταστων μυστηρίων, όπου ενενργεί η ανώτερη απο όλες τις δυνάμεις, η δύναμις της ψυχής, δηλαδή, ο νους, πρίν ακόμη να καθαρίσουν το νου τους από τα εμπαθή σχήματα και εικόνες της φαντασίας των αισθητών πραγμάτων, αντί για την αλήθεια βρήκαν το ψέμα. Και τό μεγαλύτερο κακό είναι, οτι και τό ψέμα αυτό, το ασπάστηκαν και το κρατούν δυνατά σαν αλήθεια και όντως όν αντί για θεολόγοι, φάνηκαν φαντασιολόγοι, αφού παραδόθηκαν σε αδόκιμο νου, κατά τον Απόστολο.

    Λοιπόν, εσύ αδελφέ, εάν αγαπάς να ελευθερωθής με ευκολία από τίς πλάνες αυτές και τά πάθη, εάν επιθυμής να να ξεφύγης από τίς διαφόρες παγίδες και τεχνάσματα του διαβόλου και εάν επιθυμής να ενωθής με τον Θεό και να πετύχης τον θείο φωτισμό και την αλήθεια, πολέμα, αλλά με όλες σου τίς δυνάμεις πολέμα, να ξεγυμνώσης τον νου σου από τα σχήματα και τα χρώματα και τα διαστήματα, και γεμικά από κάθε φαντασία και ενθύμησι των αισθητών πραγμάτων, και καλών και κακών.

    Επειδή όλα αυτά είναι σάν μολυσμοί και λάσπες και σκοτεινιά, που μολύνουν την καθαρότητα και ευπρέπεια και λαμπρότητα του νου και παχαίνουν την αϋλία του. και σχεδόν, κανένα πάθος 56 ψυχικό ή σωματικό δεν μπορεί να πλησίαση τον νου, παρά δια μέσου της φαντασίας αυτής των αισθητών. Αγωνίσου λοιπόν να φυλάξης αυτό το νου σου αχρωμάτιστο, ασχημάτιστο, άμορφο και καθαρό, καθώς τό έπλασε ο Θεός.

    Αυτό βεέβαια με άλλο τρόπο δεν γίνεται, παρά αν τον επιστρέφης και τον μαζέψης μέσα στο στενό τόπο της καρδιάς σου και όλου του εσωτερικού άνθρωπου και εκεί μέσα να τον συνηθίζης να βρίσκεται πότε μεν προσευχόμενος με πένθος, με τον εσωτερικό λόγο της καρδιάς, και λέγοντας. «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, ελέησόν με» και να προσέχη μόνον τα λόγια της προσευχής αυτής, (όπως σχετικά με αυτό σου λέω στο κς΄ κεφάλαιο), άλλοτε παρατηρώντας τον ίδιο σου τον εαυτό, μάλλον διά μέσου του ευατού σου κατανοώντας τόν Θεό και αναπαυόμενος 57 αυτή η θεωρία και η μελέτη λέγεται κυκλική και απλανής 58. Γιατί, όπως το φίδι, όταν θέλη να βγάλη το παλιό του δέρμα, πηγαίνει και περνάει από στενό τόπο, όπως λένει οι φυσιολόγοι, έτσι και ο νους, μέσα απο το στενό τόπο της καρδιάς και της Νοεράς Προσευχής που βρίσκεται μέσα σε αυτήν, φιλτράρεται, βγάζει το φόρεμα της φαντασίας των αισθητών και κακών προλήψεων και γίνεται καθαρός, λαμπρός και κατάλληλος στην ένωσι του Θεού για την ομοιότητα που παίρνει με αυτόν. και πάλι, καθώς το νερό, όσο ενώνεται και περνάει στριμωγμένο μέσα απο τους στενούς σωλήνες, τόσο λεπταίνει και δυναμώνεται και ανεβαίνει σε ύψος έτσι και ο νους, όσο ασχολείται με την ακριβή μελέτη της καρδιάς και τη δική του θεωρία, τόσο λεπταίνει, τόσο δυνατώτερος γίνεται και ψηλότερος από κάθε πάθος και επίθεσι λογισμών και από κάθε σχήμα και είδος, όχι μόνον των αισθητών, αλλά και των νοητών, με το να μένουν όλα αυτά έξω σου στα εξωτερικά που βλέπεις και στις φαντασίες του κόσμου, πάλι ξαναγύρισέ τον μέσα στον θάλαμο της καρδιάς, έως ότου να συνηθίσει. διότι εκεί μέσα δεν μπορούν να μπούν 59. Εάν καμμιά φορά πάη ο νους σου στα εξωτερικά που βλέπεις και στις φαντασίες του κόσμου, πάλι ξαναγύρισέ τον μέσα στον θάλαμο της καρδιάς, έως ότου να συνηθίσει.

    Αυτός είναι ο πρώτος και κυριώτερος τρόπος, τον οποίον πρέπει να έχης παντοτεινό έργο για να διορθώσης, αγαπητέ, την φαντασία και την θύμησί σου τί λέω; Να διορθώσης και να εξαφανίσης από την ρίζα, τίς κακές προλήψεις αυτής και τα είδωλα. Αυτός ο οποίος τρόπος, όσο είναι καρποφόρος και ωφέλιμος, τόσο είναι και κουραστικός και όσο είναι κουραστικός, τόσο είναι και δυσκολοεπιχείρητος (για να μην πω και δυσκολοπίστευτος), κοντά στους πολλούς και μάλιστα στους δικούς μας σοφούς και διδασκάλους του τωρινού αιώνα, οι οποίοι δεν θέλουν να πιστέψουν στην διδασκαλία του Αγίου Πνεύματος και τόσων και τόσων θεοφόρων Πατέρων, που διδάσκουν αυτόν τόν τρόπο στό νεοτύπωτο βιβλίο της Φιλοκαλίας, το οποίο είναι πιό πολύτιμο απο κάθε βαρύτιμο πετράδι, στερούνται δίκαια τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, τους οποίους απολαμβάνουν πολλοί αμαθείς και αγράμματοι: «Τα απέκρυψε αυτά ο Θεός, κατά τό λόγιο, από σοφούς και συνετούς και τα φανέρωσε στα νήπια» (Λουκ. 10,21). Γιατί, όσοι δεν πιστεύουν σ’ αυτή τη νοερή εργασία, ούτε να καταλάβουν μπορούν την ωφέλεια που προέρχεται απο αυτή κατά το «Αν δεν πιστεύσετε, δεν θα καταλάβετε» (Ησ. 7,9).

    Οταν βλέπης ότι ο νους σου κουράζεται και δεν μπορεί πιά να μείνη μέσα στην καρδιά και στην προσευχή του νου που γίνεται μέσα σε αυτή, τότε χρησιμοποίησε και τον β΄ τρόπο, δηλαδή, άφησέ το να βγαίνη έξω και να ασχολήται με μελέτες και παρατηρήσεις και σε νοήματα θεία και πνευματικά, τόσο σε αυτά που περιέχονται μέσα στις Γραφές, όσο και αυτά που βρίσκονται στα κτίσματα, ιδιαίτερα στα νοητά, τα όποια λέγονται στην καθομιλουμένη μεταφυσικά και αφηρημένα της ύλης. Γιατί, αυτά τα πνευματικά νοήματα, συγγενή με τον νου έχουν και την λεπτότητα και την ιδιότητα του άυλου, δεν τον αφήνουν να παχαίνη, αλλό τόν κάνουν με ευκολία να επιστρέψη στόν τόπο της καρδιάς και να ενωθή πάλι με την νοερή μνήμη του Θεού. Γι αυτό λέει, ο Θείος Μάξιμος, «ότι μόνη ή πραξις δεν μπορεί να κάνη τον νου απαθή, αν δεν τον διαδέχονται πολλές και ποικίλες θεωρίες». Πρόσεξε όμως, να μη ασχολήσαι στους λόγους των υλικών σωμάτων και ζώων, δηλαδή στα λεγόμενα φυσικά, αφου είσαι ακόμη εμπαθής. Γιατί μη όντας ο νους σου ελεύθερος από τίς μοχθηρές φαντασίες των αισθητών, πρίν να διαπεράση μέσα στους πνευματικούς και άϋλους λογισμούς, που βρίσκονται μέσα στα σώματα και στα ζώα, πιάνεται από μόνο την εξωτερική μορφή τους και την επιφάνεια και ευχαριστημένος σε αυτή, αποκτά ψεύτικες δοξασίες και πάθη, όπως λέγει ο άγιος Μάξιμος, αντί να βρη απάθεια και αλήθεια, καθώς το έπαθαν τόσοι και τόσοι φιλόσοφοι, που καλούνται φυσικοί.

    Ή χρησιμοποίησε και τον γ΄ τρόπο γιά ανάπαυσι και παρηγοριά του νου σου δηλαδή, φαντάσου τα μυστήρια της ζωής και του πάθους του Κυρίου, δηλαδή την Γέννησί του στο σπήλαιο, την Υπαπαντή του στο Ναό την Βάπτισί του στον Ιορδάνη, την Σαρανταήμερη νηστεία του στην έρημο το κήρυγμα του Ευαγγελίου του, τα διάφορα θαύματα πού έκανε την Μεταμόρφωσί του στο Θαβώρ, το νίψιμο των ποδιών των μαθητών του, την παράδοσι των μυστηρίων, την προδοσία του, τα πάθη του τον Σταυρό του, τον Επιτάφιό του την Ανάστασί του και την Ανάληψί του τα κάθε είδους βάσανα των Μαρτύρων και τίς μακροχρόνιες ασκήσεις των Οσίων.

    Το ίδιο, μπορείς, ακόμη για την συντριβή της καρδιάς σου και την μετάνοια, να φαντάζεσαι το μυστήριο και την φοβερή ώρα του θανάτου σου, την τρομερή ημέρα της Κρίσεως, τα διάφορα είδη των αιωνίων κολάσεων, δηλαδή, τίς λίμνες της αιώνιας φωτιάς τίς κατασκότεινες και υπόγειες φυλακές τους πολύ κρύους τάφους τα σκουλίκια που πίνουν αίμα, την συντροφιά με τους δαίμονες φαντάσου ακόμη και την απόλαυσι της απερίγραπτησ χαράς και την ουράνια εκείνη βασιλεία των δικαίων την αιώνια δόξα και μακαριότητα τον ήχο εκείνων που εορτάζουν την ένωσι με το Θεό και την παντοτεινή γνωριμία και συγκατοίκησι όλων των Αγίων.60

    Αλλά, γνώριζε, οτι δεν σου λέω να ασχολήσαι πάντα με αυτά, αλλά να τα μεταχειρίζεσαι μόνο κάποτε κάποτε και μερικές φορές, ως πού να ξεκουρασθή ο νούς σου και πάλι να επιστρέψη στην καρδιά και εκεί να εργάζεται το αφάνταστο και ασχημάτιστο, δια μέσου της καρδιακής μνήμης του Θεού. Γιατί, όπως όλα τα φερέοικα ζώα, δηλαδή αυτά που κουβαλάνε μαζί το σπίτι τους (σαν τα σαλιγκάρια και οι χελώνες) και τα όστρακα, δεν αναπαύονται πουθενά αλλού, παρά μέσα στα όστρακα, που είναι ντυμένα και μέσα στίς τρύπες τους, έτσι και ο νους, με φυσικό τρόπο, σε τίποτα άλλο δεν ανα-παύεται τόσο, όσο, στο να βρίσκεται μέσα στο σώμα που φοράει, δηλαδή, μέσα στο θάλαμο της καρδιάς και στον εσωτερικό άνθρωπο και απο εκεί, σάν απο καμμία πολεμήστρα, να πολεμά τους λογισμούς και τους εχθρούς και τα πάθη, που εκεί μέσα είναι κρυμμένα, αν και οι περισσότεροι άνθρωποι αυτό δεν το γνωρίζουν.61

    Πάνω από όλα σου λέω, οτι για να πολεμάς και να προφυλάγεσαι καλά, μην αφίνης την φαντασία και την ενθύμησί σου να θυμάται όλα εκείνα, που είδες ή άκουσες ή μυρίστηκες ή γεύτηκες ή έπιασες και ιδιαιτέρως, τα άσεμνα και κακά. Γιατί έχει επιβεβαιωθή με την δοκιμή, πως περισσότερο πόλεμο κάνει κάποιος να ελευθερωθή από την φαντασία και την ενθύμησι ενός πράγματος, παρά από την ιδία την αίσθησί του. Επειδή το να ιδή κανείς – υποθετικά λέμε – ή να μην ιδή ένα πρόσωπο με πάθος, αυτό είναι εύκολο και πόλεμο τόσο δεν έχει όταν όμως το ιδή και το περοεργασθή, δεν είναι πλέον εύκολο, αλλά χρειάζεται πόλεμος και αγώνας, για να βγάλη την ενθύμησι του προσώπου εκείνου απο την φαντασία του.

    Καί πολλές φορές, μία μονάχα, εμπαθής και περίεργη ματιά, πού ρίξαμε σε ένα όμορφο πρόσωπο, μας εντυπώνει στη φαντασία τόσο βαθιά την ενθύμησί του, πού πολεμούμε σαράντα ή πενήντα χρόνια, μέχρι και αυτά τα γηρατειά μας και δεν μπορούμε να εξαλείψουμε εκείνη την ενθύμησι και φαντασία. και είναι άξιο για γέλια, οτι το πρόσωπο εκείνο γερνάει και ασχημαίνει ή πεθαίνει και γίνεται χώμα και πολλές φορές εμείς οι ίδιοι πιάνουμε με τα χέρια μας τα οστά του στον τάφο, αλλά η φαντασία μας κρατεί τόσο σφικτά και δυνατά την εικόνα του, που πάντα το νομίζει για νέο και για ζωντανό και έτσι σάν παράλογη και τυφλή, μας κάνει να αμαρτάνουμε με αυτό στη καρδία, σάν να ήταν και αληθινό, τόσο όταν είμαστε ξύπνιοι, όσο και όταν κοιμώμαστε.62

    Ακόμη σου υπενθυμίζω, να φυλαχθής καλά και να μη πιστεύης ή τελείως να δέχεσαι ως αληθινό, αν δης ξύπνιος ή ενώ κοιμάσαι, μέσα απο την καρδιά σου ή έξω κανένα σχήμα, όπως φως ή φωτιά ή σαν είδος αγγέλου ή αγίου ή κάτι άλο παρόμοιο, ό,τι κι αν είναι.



    24 Βλέπε στη Φιλοκαλία, που λέγει, οτι «καμία φαντασία δεν έχει θέσι στην περίπτωσι του Θεού. Διότι γενικά είναι πάνω από κάθε έννοια».

    51 Οπότε και ο Σιναΐτης θεοφόρος Γρηγόριος, έτσι λέγει περί των Δαιμόνων. «Όντας κάποτε και αυτοί νοερά όντα, αφού εξέπεσαν της αυλίας και της λεπτότητος εκείνης, κάθε ένας απόκτησε κάποιο υλικό πάχος, έχοντας σώμα αναλογο με την τάξι και την ενέργεια την οποία έχει κάνει από την έξι των παθών» (Κεφ.ρκγ' Φιλοκαλ.). Και συνεχίζοντας παρακάτω λέγει «από την έξι των παθών, έγιναν κάπως υλικοί» (οι δαίμονες δηλαδή.).

    52 Βλέπε στο ξδ΄ κεφάλαιο Καλλίστου και Ιγνατίου των Ξανθοπούλων. Φιλοκαλ.

    53 Οπότε και ο νέος Αδάμ, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, αν και είχε την φυσική των όντων φιλοσοφία και γνώσι (σxετικά με την οποία βλέπε στο νβ' κεφ.), δεν είχε όμως και τον παθητικό αυτόν και σύμφωνο νού, δηλαδή την φαντασία των αισθητών, αλλα τον ενεργεία και απαθή, αυτόν που επιβάλλεται αμέσως στους ασώματους λόγους των υπάρξεων, όπως είναι η γνώμη των θεολόγων. Οπότε ο θεολόγος εκείνος , Γεώργιος ο Κορέσσιος, σε μία απο τις θεολογικές απορίες και λύσεις του σχετικά με την ένσαρκη οικονομία, είπε τα εξής «Ήταν άξιος μισθού ο Κύριος… εξ αιτίας της αυξανομένης επιστήμης (δηλαδή της δυσικής γνώσεως των όντων) που υπάρχει αμέσως στο Χριστό και δεν εμποδίζόταν από τίποτε (ή από τον ύπνο), δηλαδή από τις φαντασίες του ύπνου ή από κάποια άλλη αιτία, όπως συμβαίνει με τον νου των ανθρώπων διότι ο νους του Χριστού δεν εξαρτόταν από τις φαντασίες, πράγμα που γίνεται εμπόδιο στην μετάδοσι των νοητών στους άϋλους λόγους)». Σε απόδειξι αυτού ούτε λίγο συντείνει και εκείνο που λέγει ο Βουλγαρίας Θεοφύλακτος (ερμην. του δ' του κατά Λουκ.) ότι ο Κύριος δεν φανταζόταν τα βασίλεια του κόσμου που του φανέρωνε ο εχθρός.

    54 Βλ. στο τέλος αυτού του ίδιου κεφαλαίου.

    55 Βλέπε πιό μπροστά σε αυτό το ίδιο κεφάλαιο.

    56 Γιατί αν και τύχη και συναρπασθή κανείς από τα μάτια του και δη με εμπάθεια κανένα όμορφο πρόσωπο, πολεμήση, όμως και δεν τυπώση στην φαντασία του την εικόνα του προσώπου εκείνου, βυθίζοντας τον νου του μέσα στην καρδιά του, γλυτώνει από τον ηδονικό συνδυασμό των λογισμών, γλυτώνει από την πάλη, γλυτώνει από την συγκατάθε- σι και τελευταία γλυτώνει και δεν πέφτει στην διάπραξι της αμαρτίας. Γι’ αυτό και ο θεολόγος Γρηγόριος είπε τα εξής: «Με συνήρπασε ο όφις, αλλά δεν με συνέλαβε. Δεν έστησα είδωλο της αμαρτίας. Η πείρα είναι είδωλο, αποφύγαμε την διάπραξι. Αυτά είναι τα στάδια της πλάνης του εχθρού». Εάν όμως αφήση κάποιος να τυπωθή στην φαντασία του η εικόνα και ενθύμησις του προσώπου εκείνου, εύκολα μπορεί να πέση στους μεγαλύτερους βαθμούς της αμαρτίας εως και στην διάπραξι αυτής της αμαρτίας ώστε το κάθετι στη φαντασία μένει.

    57 Γι αυτό λέει ο μέγας Βασίλειος, όταν ο νους δεν σκορπίζεται στα εξωτερικά πράγματα, ούτε απλώνεται στο κόσμο από τίς αισθήσεις, γυρίζει στον εαυτό του και μέσα απο τον εαυτό του ανεβαίνει στην έννοια του Θεού «νους μη σκεδαννύμενος επί τα εξω, μηδέ υπό των αισθητηρίων εις τον κόσμον διαχεόμενος, επάνεισι μεν προς εαυτόν, δι’ εαυτού δε, προς την του Θεού έννοιαν αναβαίνει» (επιστολ. α').

    58 Γιατί τρείς είναι οι κινήσεις της ψυχής, κατά τον Αρεοπαγίτη Διονύσιο α΄ μεν η κυκλική, η οποία γίνεται όταν η ψυχή γυρίζη από τα πολλά και απο έξω πράγματα, πρώτα μαζεύεται στον εαυτό της, έπειτα ενώνεται με τίς ενιαίες και αγγελικές δυνάμεις και έτσι ενώνεται με τον χωρίς αρχή και τέλος αγαθό, δηλαδή τον Θεό, β΄ η ελικοειδής, η οποία γίνεται, οταν η ψυχή κινήται και παίρνη τις θείες γνώσεις, όχι τελείως νοερά και ενιαία και αμετάβατα, αλλά μεταβατικά και με σκέψι, από ένα νόημα σε άλλο φερομένη, με ενέργειες, με κάποιο τρόπο ανακατεμένη από την κυκλική κίνηση και από την ευθεία.γ΄) ευθεία κίνησις είναι, όταν η ψυχή βγαίνη στη θεωρία των γύρω απο αυτήν αισθητών πραγμάτων και από τα απο έξω και αισθητά, ωσάν από κάποιες εικόνες διάφορες και πολλές, αναβαίνει στις απλές και ενιαίες θεωρίες. (Περί θείων ονομάτων, κεφ. δ'). Λέγεται κυκλική η ανωτέρα και πρώτη κυρία κίνησις της ψυχής, γιατί, καθώς, παραδείγματος χάρι, όταν οι δύο ακρες μιάς βέργας ενωθούν, γίνεται στεφάνι και κύκλος, έτσι και όταν η νοερά και γνωστική δύναμις και ενέργεια της ψυχής, η οποία βρίσκεται εξαίρετα στον εγκέφαλο, ως σωματικό όργανο, ενωθή με την νοερή ουσία της ψυχής που βρίσκεται στο κέντρο της καρδιάς και το εκεί καθαρώτατο ζωτικό πνεύμα, όπως σε ένα σωματικό όργανο, κατά το Ευαγγέλιο και τους νηπτικούς Πατέρες (Φιλοκαλία) απο την ένωσι και επιστροφή των δύο αυτών, κάποιος κύκλος γίνεται και μέ τον κύκλο αυτόν ενώνεται ο νους με την θεία χάρι, η οποία βρίσκεται στο μέσο της καρδιάς.

    59 Για να αναφέρω κάποιο καλλίτερο παράδειγμα όπως οί ακτίνες του ηλίου, όσο απομακρύνονται από το κέντρο και το μέσον του γυαλιού, που ανάβει την ίσκα, τόσο ασθενέστερες, αραιότερες και σκοτεινότερες γίνονται, και όσο συμμαζεύονται στο κέντρο, τόσο δυνατώτερες, πυκνότερες και λαμπρότερες γίνονται, κατά αυτό τον τρόπο και ο νους και οι γνωστικές δυνάμεις της ψυχής, όσο μαζεύονται στο κέντρο της καρδιάς, τόσο δυνατώτερες και λαμπρότερες γίνονται.

    60 Αν με αυτά τά θεία νοήματα και τις μελέτες ζωγράφιζες, αδελφέ, τον χάρτη της φαντασίας σου, όχι μόνο θα γλυτώσης από τίς πονηρές ενθυμήσεις και κακούς λογισμούς, αλλά και θα επαινεθής με παρρησία σε εκείνη την ημέρα της Κρίσεως γιατί λέγει ο μέγας Βασίλειος στον λόγο περί Παρθενίας, οτι κάθε άνθρωπος που βρίσκεται στό σώμα του, παρομοιάζεται με ένα ζωγράφο, που ζωγραφίζει κάποια εικόνα μέσα σε απόκρυφο τόπο. Καθώς λοιπόν ο ζωγράφος εκείνος, όταν βγάλη έξω στο θέατρο την εικόνα του, επαινείται μεν από τους θεατές, αν ζωγράφησε απάνω σε αυτή χαρακτήρες αγίων και άλλα ωραία και αξιοθέατα πράγματα, κατηγορείται όμως, αν ζωγράφησε σε αυτή συχαμερά, άσεμνα και άξιομίσητα πράγματα, κατά αυτό τόν τρόπο και κάθε άνθρωπος, όταν μετά το θάνατον βρεθή στην Κρίσι του Θεού, θα επαινεθή και θα μακαρισθή από Θεό και Αγγέλους και Αγίους, αν στόλισε τον νού του και την φαντασία του με λαμπρά, θεία και πνεαματικά νοήματα. Και πάλι, θα ντραπή και θα κατακριθή, αν γέμισε την φαντασία του με πάθη, με άσεμνα και αισχρά είδωλα και εικόνες. Και ο Θεσσαλονίκης Γρηγόριος θαυμάζει πως από των αισθητών δημιουργείται στην ψυχή με την φαντασία ή νοητό φως, το οποίο παρέχει ζωή αιώνια ή νοητό και σκοτάδι κολαστήριο (Φιλοκαλία).

    61 Και οτι μεν τα πάθη και οι λογισμοί βρίσκονται κρυμμένα στη καρδιά και απο κει βγαίνουν και μας πολεμούν, το μαρτυρεί ο Κύριος, λέγοντας «Από την καρδιά βγαίνουν σκέψεις πονηρές, φόνοι, μοιχείες, κλοπές, ψευδομαρτυρίες, βλασφημίες. Αυτά είναι που μολύνουν τον άνθρωπο» Ματθ. 15,18-19). Οτι όμως και οι εχθροί δαίμονες τριγύρω απο την καρδιά κρύβονται και βρίσκονται (κατ' ενέργεια όμως και όχι κατ' ουσία, όπως λέγει ο μέγας της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος. Κυριακ. Δ΄ Νηστειών) και αυτό το ίδιο μαρτυρεί ο άγιος Διάδοχος, λέγοντας οτι προ μεν του Αγίου Βαπτίσματος, η θεία χάρις παρακινεί τον άνθρωπο στα καλά από μέσα, ο δε σατανάς παραφυλαέι στα βάθη της ψυχής και της καρδιάς αφού δε ο βαπτισθή ο άνθρωπος, ο δαίμονας πηγαίνει έξω απο την καρδιά, ενώ η χάρις μέσα (κεφ. ος'). Πλην και μετά το Βάπτισμα (λέγει ο ίδιος ο άγιος κεφ. πβ'), παραχωρούνται να βρίσκωνται στα βάθη του σώματος (καί μπορεί να πη κάποιος στην επιφάνεια της καρδιάς), για δοκιμασία του αυτεξουσίου και απο κεί ερεθίζουν τον νου με την υγρότητα των σαρκικών ηδονών. Γι’ αυτό λένε οι Πατέρες, οτι οι δαίμονες δεν αγαπούν να γνωρίζουν οι άνθρωποι, οτι αυτοί βρίσκονται μέσα τους, για να μην διώχνουν απο εκεί και τους πολεμούν με το όνομα του Ίησού Χριστού, το οποίο λέγεται μέσα στη καρδιά, όπως προείπαμε. Οτι οι δαίμονες βρίσκονται μέσα μας, συμφωνεί και ο θεολόγος Γρηγόριος, λέγοντας, οτι εκείνο που είπε ο Κύριος, πως το ακάθαρτο πνεύμα, αφ’ ου εξέλθει απο τον άνθρωπο, πάλιν παίρνει επτά αλλά πνεύματα και εισέρχονται και κατοικούν σε αυτόν τον άνθρωπον (Ματθ. 12,43) αυτό, λέω, μαρτυρεί ο άγιος, οτι γίνεται μετά το Βάπτισμα, παραχωρούντος του Θεού να μπαίνουν οί δαίμονες στον βαπτισθέντα, για τους πονηρούς λογισμούς και τα λόγια και τα κακά έργα, που θα κάνη μετά το Βάπτισμα (Λόγ. εις τα Φώτα βλ. και το κ΄ κεφάλ. του β΄ μέρους).


Δημοφιλη αρθρα

Λογοι