Follow @pistosgr

Βρίσκεστε εδώ:

Εκκλησιαστικά

  • Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης, Γένεσις και εξέλιξις της πατρομαχικής μεταπατερικότητας (2ον)

    ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΙΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΟΜΑΧΙΚΗΣ ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΟΤΗΤΟΣ

    (2ον)

    Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου π. Θεοδώρου Ζήση

    Ἡ μέχρι τώρα ἀνάπτυξη ἀπέβλεπε νά δείξει ὅτι ἡ ἀμφισβήτηση τοῦ κύρους τῶν Πατέρων ἄρχισε σταδιακά νά ἀναπτύσσεται ἀπό τόν 9ο αἰώνα συγχρόνως μέ τήν ἀνάπτυξη τῆς σχολαστικῆς θεολογίας καί τοῦ ἀνθρωποκεντρικοῦ Οὐμανισμοῦ τῆς Ἀναγεννήσεως...

    Ἡ σχολαστική Θεολογία τοῦ Παπισμοῦ εὐθύνεται για τον παραμερισμό τῶν Πατέρων, ὄχι μόνο γιατί κατέστησε τήν λογική καί τήν διαλεκτική βασικά ὄργανα θεολογήσεως καί περιφρόνησε τον ἄνωθεν φωτισμό, τήν θεία σοφία, ἀλλά καί γιατί ἐδογματοποίησε την ὕψωση τοῦ πάπα ὑπεράνω καί τῶν συνόδων καί τῶν Πατέρων, ἀκόμη καί ὑπεράνω τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας. Κριτήριο ὀρθῆς θεολογήσεως πλέον δέν εἶναι ἡ συμφωνία μέ τους Πατέρες, ἀλλά ἡ συμφωνία μέ τον πάπα. Ἐνῶ ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας κινεῖται στή γραμμή Χριστός- Ἀπόστολοι-Πατέρες, ἡ παπική μοναρχική ἀντίληψη κινεῖται στη γραμμή Χριστός-Πέτρος-Πάπας. Αὐτή ἡ ἰσχυρή μεταπατερική θύελλα δέν ἐκλόνισε τήν πατερική παράδοση, τά πατερικά θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας, διότι ὁ Θεός ἀνέδειξε κατά τήν μεσοβυζαντινή καί ὑστεροβυζαντινή περίοδο τοῦ ἐλευθέρου πολιτικοῦ βίου τῆς Ρωμανίας τρεῖς νέους μεγάλους ἱεράρχας και οἰκουμενικούς διδασκάλους, τους Τρεῖς Νέους Ἱεράρχας, ὅπως τον τελευταῖο καιρό ὀρθῶς διακρίναμε· τόν Μ. Φώτιο, ὁ ὁποῖος τόν 9ο αἰώνα πρῶτος συστηματικά καί θεολογικώτατα ἀντιμετώπισε την ἀντιπατερική καί αἱρετική διδασκαλία τοῦ Παπισμοῦ, καί στό θέμα τοῦ filioque καί στό θέμα τοῦ πρωτείου τοῦ πάπα, κατοχυρώσας μέ ἀπόφαση τῆς συνόδου τοῦ 879 στην Κωνσταντινούπολη, πού θεωρεῖται οἰκουμενική, τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία• τον Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος τόν 14ο αἰώνα ἀντιμετωπίζοντας τόν οὑμανιστή και φιλοσοφοῦντα Βαρλαάμ, κατά την περίοδο ἀκμῆς τοῦ Σχολαστικισμοῦ, προέβαλε τόν φωτισμό τῶν θεολόγων ἀπό τήν ἄκτιστη Χάρη καί ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἔναντι τοῦ κτιστοῦ καί περιορισμένου φωτισμοῦ τῆς ἀνθρώπινης σοφίας, με πλήρη κατοχύρωση τῆς διδασκαλίας του ἀπό τίς ἡσυχαστικές συνόδους τοῦ 1451, στήν Κωνσταντινούπολη καί πάλι, πού θεωροῦνται καί αὐτές ὡς μία καί οἰκουμενική• καί τόν Ἅγιο Μᾶρκο Ἐφέσου τον Εὐγενικό, τόν γίγαντα καί ἄτλαντα αὐτόν τῆς Ὀρθοδοξίας, τόν ὀρθῶς ἀποκληθέντα ἀντίπαπα καί παπομάστιγα, ὁ ὁποῖος μόνος ἀκύρωσε καί ἀχρήστευσε τίς ἀποφάσεις τῆς ψευτοενωτικῆς συνόδου τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας, ἡ ὁποία ἐκβιαστικά καί καταπιεστικά στόν ὅρο της ἐδογμάτισε ἀντιπατερικές και αἱρετικές διδασκαλίες καί ἀριθμεῖται μέχρι σήμερα ἀπό τούς παπικούς μεταξύ τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων.

    β) Πατερικά καί μεταπατερικά στήν ψευτοσύνοδο Φερράρας- Φλωρεντίας

    Ὁ Σίλβεστρος Συρόπουλος, πού συνέγραψε τήν ἱστορία τῆς ψευδοσυνόδου Φερράρας–Φλωρεντίας (1438-1439), ὅπου σέ συνοδικό ἐπίπεδο ἦλθαν σέ σύγκρουση ἡ πατερική Ὀρθόδοξη Θεολογία μέ την «μεταπατερική» σχολαστική Θεολογία τοῦ Παπισμοῦ, μᾶς διασώζει γεγονότα καί πληροφορίες, οἱ ὁποῖες βοηθοῦν νά ἀντιληφθοῦμε τό πόσο ἡ Ἐκκλησία εἶναι πατερική καί πόσο ἡ Δύση, ἀπό τήν ἐποχή πού οἱ Φράγκοι τόν 9ο αἰώνα κατέλαβαν τό μέχρι τότε ὀρθόδοξο πατριαρχεῖο τῆς Παλαιᾶς Ρώμης, μετατράπηκε σέ ἀντιπατερική, μεταπατερική, καί ἐγέννησε τοῦ κόσμου τίς αἱρέσεις καί τά σχίσματα.

    Γνωρίζοντας οἱ Ὀρθόδοξοι πατριάρχες ὅτι ὁ Παπισμός μέ την Σχολαστική Θεολογία εἶχε ὑπερβῆ, εἶχε παραμερίσει, τους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί στή θέση τους εἶχε τοποθετήσει τούς δικούς του «Πατέρες», κορυφαῖος τῶν ὁποίων τον 13ο αἰώνα εἶχε ἀναδειχθῆ ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης, μέσα εἰς τά γράμματα με τά ὁποῖα ὅριζαν τούς ἐκπροσώπους των, τούς τοποτηρητάς, ἔθεταν και τά ὅρια τῶν συζητήσεων καί ἀποφάσεων τῆς συνόδου, εἴτε αὐτή ἐπρόκειτο νά γίνει στήν Βασιλεία τῆς Ἑλβετίας, ὅπου ἐπερίμεναν τον πάπα οἱ μεταρρυθμιστές συνοδικοί, εἴτε σε ἄλλο τόπο πού ἐπρόκειτο να ὁρίσει ὁ πάπας. Ἡ ἕνωση ἔπρεπε να γίνει «νομίμως καί κανονικῶς και κατά τάς παραδόσεις τῶν ἁγίων οἰκουμενικῶν συνόδων καί τῶν ἁγίων διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας,

    καί μηδέν τι προστεθῇ τῇ πίστει ἤ ἀμειφθῇ ἤ καινοποιηθῇ»10. Διαφορετικά δέν ἐπρόκειτο να δεχθοῦν τις ἀντιπατερικές-μεταπατερικές ἀποφάσεις τῆς συνόδου.Μέ τήν τοποθέτησή τους αὐτή οἱ πατριάρχες ἐξέφραζαν τήν σταθερή, μόνιμη, ἀπαράβατη διά τῶν αἰώνων θέση τῆς Ἐκκλησίας ὅτι οἱ Πατέρες ἀποτελοῦν συστατικό, ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, στοιχεῖο τῆς ταυτότητος τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Θεολογίας της• δέν ὑπάρχει Θεολογία πού ὑπερβαίνει τούς Πατέρες, καί δέν εἶναι θεολόγοι ὅσοι ἤ μειώνουν τήν ἀξία τους ἤ τούς κατηγοροῦν ἤ τό χειρότερο τούς ξεπερνοῦν καί τους ὑπερβαίνουν, ὅπως εἰσηγήθηκε στο γνωστό συνέδριό της τόν Ἰούνιο τοῦ 2010, «Ἡ Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνό, τό στόμα αὐτό ὅλων τῶν Πατέρων καί ἐκφραστή τῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς Ἐκκλησίας, ὅποιος δέν πιστεύει σύμφωνα μέ τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἄπιστος:«Ὁ μή κατά τήν Παράδοσιν τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας πιστεύων... ἄπιστός ἐστι»11.

    Ἐνωρίτερα ἐπίσης ὁΜέγας ὄντως Ἀθανάσιος στήν γνωστή του Ἐπιστολή πρός τόν Σεραπίωνα διευκρινίζει θαυμάσια ποια εἶναι αὐτή ἡ Παράδοση, πάνω στήν ὁποία θεμελιώνεται ἡ Ἐκκλησία• εἶναι αὐτά πού παρέδωσε ὁ Χριστός, ἐκήρυξαν οἱ Ἀπόστολοι καί ἐφύλαξαν οἱ Πατέρες: «Ἴδωμεν καί αὐτήν την ἐξ ἀρχῆς παράδοσιν καί διδασκαλίαν καί πίστιν τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἥν ὁ μέν Κύριος ἔδωκεν, οἱ δέ Ἀπόστολοι ἐκήρυξαν καί οἱ Πατέρες ἐφύλαξαν. Ἐν ταύτῃ γάρ ἡ Ἐκκλησία τεθεμελίωται»12.

    Ἡ ἐκ μέρους τῶν ὀρθοδόξων πατριαρχῶν ὀρθοδοξότατη καί πατερικώτατη ὁριοθέτηση τῶν συζητήσεων καί ἀποφάσεων τῆς συνόδου προκάλεσε ἀμέσως τήν ἀντίδραση τοῦ ἀπεσταλμένου τῆς συνόδου τῆς Βασιλείας Ἰωάννου τῆς Ραγκούσης, ὁ ὁποῖος ἐκφράζοντας το δυτικό-φράγκικο πλέον πνεῦμα τῆς ἐκεῖ Θεολογίας, πού δέν ἐχρειάζετο τώρα πλέον τούς Πατέρες, παρενέβη στόν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Η΄ Παλαιολόγο, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε ἀπό τούς πατριάρχες και ἐπέτυχε νά ἀλλάξουν τά γράμματα μέ ἀπάλειψη τῶν ὅρων καί ὁρίων τῆς συμφωνίας μέ τίς συνόδους και τους Ἁγίους Πατέρες.Ὑποχώρησε δυστυχῶς ὁ αὐτοκράτωρ πρό τῆς μεγάλης ἀνάγκης γιά οἰκονομική καί στρατιωτική βοήθεια, ἀλλά το χειρότερο εἶναι πώς ὑποχώρησαν οἱ πατριάρχες, τῶν ὁποίων τά κριτήρια πρέπει νά εἶναι ἀναλλοίωτα καί σταθερά, μόνον πνευματικά καί οὐδέποτε πολιτικά, σέ θέματα πίστεως. Σημειώνει μέ λύπη ὁ Συρόπουλος ὅτι αὐτό ἦταν ἕνα κακό προοίμιο, γιά ὅσα ἐπρόκειτο να ἀκολουθήσουν,πού ἀπεδείκνυε ὅτι ὁ αὐτοκράτωρ παρητεῖτο τοῦ ρόλου του νά εἶναι «δεφένσωρ», ὑπερασπιστής τῆς πίστεως: «Τοιαύτας προκαταστάσεις παρεῖχεν ἡμῖν ὁ δεφένσωρ τῶν τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας δογμάτων»13.

    Οἱ θεολόγοι βέβαια τῆς Ὀρθοδόξου πλευρᾶς, καί ἰδιαίτερα ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, δέν εἶχαν ἀνάγκη τίς ὑποδείξεις τῶν πατριαρχῶν, γιά νά θεμελιώνουν πατερικά τίς τοποθετήσεις τους και νά φέρνουν σέ δύσκολη θέση τους Λατίνους θεολόγους14, οἱ ὁποῖοι μη ἔχοντας πατερικά ἐρείσματα προσπαθοῦσαν νά κατοχυρώσουν διαλεκτικά καί φιλοσοφικά τίς θέσεις τους, κατά τήν ἐπικρατήσασα στη Σχολαστική Θεολογία μέθοδο,πού στηριζόταν στίς λογικές κατηγορίες τοῦ Ἀριστοτέλη. Διασώζει μάλιστα ὁ Συρόπουλος χαριτωμένο περιστατικό, καί πολύ διδακτικό για ὅλους μας, καί ἰδιαίτερα γιά τους μεταπατερικούς καινοτόμους τῶν καιρῶν μας, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας (Ἰβηρίας), ὅταν ἄκουσε σέ κάποια συνεδρία τόν Λατῖνο ὁμιλητή Ἰωάννη Τουρκουεμάδα, ἀπό τήν Ἱσπανία, να ἐπικαλεῖται συχνά τόν Ἀριστοτέλη, στράφηκε ἐνοχλημένος προς τόν Συρόπουλο καί εἶπε: «Τί Ἀριστότελ ᾽Αριστότελε• νέ καλό Ἀριστότελε». Ὅταν δέ ὁ Συρόπουλος τόν ἐρώτησε, τί τότε εἶναι τό καλό ἀπήντησε: «Ἅγιο Πέτρο, ἅγιο Παῦλο, ἅγιο Βασίλειο, θεολόγο Γρηγόριο, Χρυσόστομο, νέ Ἀριστότελ Ἀριστότελε».Εἰρωνευόταν δέ καί ἐταλάνιζε μέ σχήματα, νεύματα καί χειρονομίες τόν Λατῖνο σχολαστικό, ἀλλά ὅπως παρατηρεῖ ὁ Συρόπουλος μᾶλλον εἰρωνευόταν ἐμᾶς, πού ἀφήσαμε την παράταξη τῶν Πατέρων καί αὐτομολήσαμε σέ τέτοιους διδασκάλους• «μᾶλλον δέ ἡμᾶς τούς εἰς τοιούτους διδασκάλους αὐτομολήσαντας»15.Ἐνωρίτερα διηγεῖται και ἄλλο περιστατικό μέ τόν ἴδιο Γεωργιανό ἀντιπρόσωπο νά ἀφήνει με τήν πατερική του ἀπάντηση ἄφωνο τόν πάπα καί νά τοῦ γίνεται διδάσκαλος. Λίγο πρίν ὁλοκληρωθῆ ἡ ἀποστασία, και ὑπογραφῆ ὁ ἐπαίσχυντος ἑνωτικός ὅρος, ἐκάλεσε τον ἐν λόγῳ ὀρθόδοξο κληρικό ὁ πάπας καί μέ γλυκύτατη προσήνεια, πού θυμίζει τήν ἀγαπολογία καί εὐγένεια τῶν συγχρόνων μας Οἰκουμενιστῶν, τοῦ συνέστησε νά ἀναγνωρίσει ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης εἶναι «ἡ μήτηρ πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν καί ὁ ταύτης προεστηκώς ἐστι διάδοχος τοῦ Ἁγίου Πέτρου και τοποτηρητής τοῦ Χριστοῦ και ποιμήν καί διδάσκαλος καθολικός πάντων τῶν Χριστιανῶν». Γιά να βρῆτε λοιπόν ψυχική σωτηρία, προσέθεσε ὁ πάπας, πρέπει νά ἀκολουθῆτε τήν μητέρα Ἐκκλησία, να δέχεσθε ὅ,τι δέχεται καί αὐτή, να ὑποταγῆτε στόν ἐπίσκοπό της και νά διδάσκεσθε καί νά ποιμαίνεσθε ἀπό αὐτόν. Ἡ ἀπάντηση τοῦ ὄντως ὀρθοδόξου ἐπισκόπου βρίσκεται στήν διαχρονική γραμμή τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς συμφωνίας τῶν Πατέρων καί μετά ἀπό χίλια χρόνια ἀποτελεῖ αὐτολεξεί ἐπανάληψη τῆς περί Παραδόσεως θέσεως τοῦ Μ. ᾽Αθανασίου, τήν ὁποία ἐμνημονεύσαμε, ἀλλά καί ὅλων τῶν μετά ταῦτα Ἁγίων Πατέρων καί συνόδων. Εἶπε: «Ἡμεῖς χάριτι Θεοῦ ἐσμέν Χριστιανοί καί στέργομεν καί ἑπόμεθα τῇ Ἐκκλησίᾳ ἡμῶν• ἡ ἡμετέρα οὖν Ἐκκλησία κατέχει καλῶς ὅσα παρέλαβεν ἀπό τε τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς παραδόσεως τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων και τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων καί τῶν ἁγίων τῶν ἀνακεκηρυγμένων τῆς Ἐκκλησίας διδασκάλων, καί οὐδόλως παρεξῆλθε ἀπό τῆς διδασκαλίας αὐτῶν καί οὔτε προσέθηκέ τι οὔτε ἀφείλετο τό τυχόν• ἡ δ’ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης προσέθηκε και παρέβη τά ὅρια τῶν Ἁγίων Πατέρων. Διό καί ἀπεκόψαμεν αὐτήν ἤ καί ἀπέστημεν ἀπ’ αὐτῆς ὅσοι τηροῦμεν τά τῶν Πατέρων καθαρά». Ἄν λοιπόν ἐπιθυμεῖ ἡ μακαριότης σου νά εἰρηνεύσει ἡ Ἐκκλησία καί νά ἑνωθοῦμε ὅλοι, πρέπει νά ἐκβάλλεις ἀπό τό σύμβολο τῆς πίστεως τήν προσθήκη τοῦ filioque. Μπορεῖς νά τό ἐπιτύχεις εὔκολα, ἄν θελήσεις, γιατί τά γένη τῶν Λατίνων θά δεχθοῦν ὅσα τους ὑποδείξεις, ἀφοῦ σέ θεωροῦν διάδοχο τοῦ Ἁγίου Πέτρου καί σέβονται τήν διδασκαλία σου. Τό συμπέρασμα τοῦ Συροπούλου: Ὁ πάπας περίμενε να παρασύρει καί να κερδίσει μέ τήν ὑποκριτική ἀγαπολογία του τόν Ἴβηρα, ὡς ἀλλόγλωσσο, ὡς ἰδιώτη, ὡς ἀμαθῆ καί ὡς βάρβαρο. Ὅταν ὅμως ἄκουσε την ἀπάντηση, ἔμεινε ἄφωνος:«Ἀκούσας δέ τά παρ’αὐτοῦ ἄφωνος ἔμεινεν»16.

    Ὑποσημειώσεις:

    10. V. LAURENT, Les «Memoires» de Grand Ecclesiarque de l’Eglise de ConstantinopleSylvestreSyropoulossurleconcile de Florence (1438-1439), Paris 1971, Ἀπομνημονεύματα3,5,σελ.166.

    11.Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὈρθοδόξουΠίστεωςPG94,1128.

    12.ΠρόςΣεραπίωνα1,28.

    13. Ἀπομνημονεύματα 3, 5, V. LAURENT, αὐτόθι.

    14.Αὐτόθι 5, 29, σελ. 282: «Κατά δε την ἀποτεταγμένην ἡμέραν πάλιν συνήλθομεν καί ἀπελογήσατο ὁ Ἐφέσου πρόςτά παρά Ἰωάννου εἰρημένα ἀπολογίαν ἀρίστην, συνιστῶν τά παρ’ αὐτοῦ λεγόμενα ἀπό τε τῆς θείας Γραφῆς και ἀπό μαρτυριῶν τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας διδασκάλων».

    15.Αὐτόθι9,28,V.LAURENT,σελ. 464.

    16.Αὐτόθι9,27-28,V.LAURENT,σελ.

    πηγή: Ορθόδοξος Τύπος, 4/5/2012

    Διαβάστε και Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης, Γένεσις και εξέλιξις της πατρομαχικής μεταπατερικότητας (1ον)
    ...

    Θρησκευτικά


Δημοφιλη αρθρα

Λογοι