GreekRussian (CIS)
Επιστολές Πάυλου - Α' Προς Κορινθίους (Κεφαλαιον 13)
There are no translations available.

Τὸ μεγαλύτερο χάρισμα εἶναι ἡ ἀγάπη

1 Ἐὰν μιλῶ τὰς γλώσσας τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀγάπην, ἔγινα χαλκὸς ποὺ δίνει ἤχους ἢ κύμβαλον ποὺ βγάζει κρότους.

2 Καὶ ἐὰν ἔχω χάρισμα προφητείας καὶ γνωρίζω ὅλα τὰ μυστήρια καὶ ὅλην τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω ὅλην τὴν πίστιν, ὥστε νὰ μεταθέτω βουνά, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀγάπην, δὲν εἶμαι τίποτε.

3 Καὶ ἐὰν μοιράσω σὲ ἐλεημοσύνες ὅλην μου τὴν περιουσίαν, καὶ ἐὰν παραδώσω τὸ σῶμά μου διὰ νὰ καῇ, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀγάπην, καμμίαν ὠφέλειαν δὲν ἔχω.

4 Ἡ ἀγάπη εἶναι μακρόθυμη, εἶναι γεμάτη ἀπὸ εὐμένειαν, ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι ζηλότυπη, ἡ ἀγάπη δὲν καυχᾶται, δὲν εἶναι ὑπερήφανη,

5 δὲν κάνει ἀσχήμιες, δὲν ζητεῖ τὸ συμφέρον της, δὲν ἐρεθίζεται, δὲν λογαριάζει τὸ κακόν,

6 δὲν χαίρει διὰ τὸ κακόν, ἀλλὰ συγχαίρει εἰς τὴν ἀλήθειαν,

7 ὅλα τὰ ἀνέχεται, ὅλα τὰ πιστεύει, ἐλπίζει γιὰ τὸ κάθε τι, ὑπομένει τὸ κάθε τι.

8 Ἡ ἀγάπη ποτὲ δὲν θὰ παύσῃ νὰ ὑπάρχῃ. Ἐὰν εἶναι προφητεῖαι, θὰ καταργηθοῦν· ἐὰν εἶναι γλῶσσαι, θὰ παύσουν· ἐὰν εἶναι γνῶσις, θὰ καταργηθῇ.

9 Διότι μερικὴν γνῶσιν ἔχομεν καὶ μερικὴν προφητείαν.

10 Ἀλλ’ ὅταν ἔλθῃ τὸ τέλειον, τότε τὸ μερικὸν θὰ καταργηθῇ.

11 Ὅταν ἤμουν νήπιον, ἐμιλοῦσα σὰν νήπιον, ἐσκεπτόμουν σὰν νήπιον, ἐσυλλογιζόμουν σὰν νήπιον. Ὅταν ἔγινα ἄνδρας, κατήργησα τοὺς νηπιακοὺς τρόπους.

12 Τώρα βλέπομεν σὰν σὲ καθρέφτη ἀμυδρῶς, τότε ὅμως θὰ βλέπωμεν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον. Τώρα γνωρίζω μερικῶς, ἀλλὰ τότε θὰ ἔχω πλήρη γνῶσιν, ὅπως εἶναι καὶ ἡ γνῶσις τοῦ Θεοῦ δι’ ἐμέ.

13 Ὥστε αὐτὰ τὰ τρία μένουν: πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη· μεγαλύτερη ὅμως ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ἡ ἀγάπη.

Το αρχαίο κείμενο

1 Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον.

2 Καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι.

3 Καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι.

4 Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται,

5 οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν,

6 οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ·

7 πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει.

8 Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει. εἴτε δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε γνῶσις, καταργηθήσεται.

9 Ἐκ μέρους δὲ γινώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν·

10 ὅταν δὲ ἔλθῃ τὸ τέλειον, τότε τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται.

11 Ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος ἐφρόνουν, ὡς νήπιος ἐλογιζόμην· ὅτε δὲ γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ τοῦ νηπίου.

12 Βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι᾿ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην.

13 Νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη.

Подписаться на еженедельные новости:

Αγία Γραφή

Καινή Διαθήκη
Πότε πιστεύετε ότι θα εμφανιστεί ο αντίχριστος;
 
Περὶ πραότητος καὶ ἁπλότητος (Κλίμακα - Λόγος Εικοστός Τέταρτος)
Λόγος Εικοστός Τέταρτος
There are no translations available.

Διὰ τὰς ἀρετὰς τῆς πραότητος, τῆς ἁπλότητος καὶ τῆς ἀκακίας, τὰς «σεσοφισμένας», ὄχι τὰς φυσικάς, καθὼς καὶ διὰ τὴν πονηρίαν

ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ τοῦ ἡλίου προτρέχει τὸ φῶς τῆς αὐγῆς. Παρόμοια πρὶν ἀπὸ τὴν ταπεινοφροσύνη τρέχει ἡ πραότης. Ἂς ἀκούσωμε δὲ καὶ τὸ Φῶς, δηλαδὴ τὸν Χριστόν, νὰ τὶς τοποθετῆ κατ᾿ αὐτὴν τὴν σειρά. «Μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, λέγει, ὅτι πρᾴος εἰμὶ καὶ ταπεινός τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. ια´ 29). Λοιπόν, τὸ φυσικὸ εἶναι πρὶν λάμψη ὁ ἥλιος νὰ φωτισθοῦμε ἀπὸ τὸ φῶς τῆς αὐγῆς καὶ ἔπειτα νὰ ἀτενίσουμε πλούσια τὸν ἥλιο. Διότι δὲν εἶναι δυνατόν, δὲν εἶναι, ὅπως τὸ δείχνει καὶ ἡ φύσις τῶν πραγμάτων, νὰ
ἀντικρύση κανεὶς τὸν ἥλιο, δηλαδὴ τὴν ταπείνωσι, πρὶν γνωρίση τὸ φῶς τῆς αὐγῆς, δηλαδὴ τὴν πραότητα.

2. Ἡ πραότης εἶναι μία ἀμετακίνητη κατάστασις τοῦ νοῦ, ποὺ παραμένει ἡ ἴδια καὶ στὶς τιμὲς καὶ στὶς περιφρονήσεις. Πραότης σημαίνει, τὸ νὰ προσεύχεσαι εἰλικρινῶς γιὰ τὸν πλησίον σου, χωρὶς νὰ ἐνοχλῆσαι καθόλου ἀπὸ τὶς ταραχὲς ποὺ σοῦ προξενεῖ. Ἡ πραότης εἶναι βράχος ἐπάνω ἀπὸ τὴν ἀφρισμένη θάλασσα, ποὺ ἐντελῶς ἀκλόνητος διαλύει ὅλα τὰ κύματα, τὰ ὁποῖα τὸν κτυποῦν.
Ἡ πραότης εἶναι τὸ στήριγμα τῆς ὑπομονῆς, ἡ θύρα ἢ καλύτερα ἡ μητέρα τῆς ἀγάπης, ἡ προϋπόθεσις τῆς διακρίσεως, διότι ὅπως λέγει ἡ Γραφή, «διδάξει Κύριος πραεῖς ὁδοὺς αὐτοῦ» (Ψαλμ. κδ´ 9)· ἡ πρόξενος τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, τὸ θάρρος τῆς προσευχῆς, ἡ περιοχὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διότι ὁ Κύριος λέγει: «Ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλ᾿ ἢ ἐπὶ τὸν πρᾷον καὶ ἠσύχιον»; (πρβλ. Ἡσ. ξς´ 2).
Ἡ πραότης εἶναι συνεργὸς στὴν ὑπακοή, ὁδηγὸς στὴν ἀδελφοσύνη, χαλινὸς τῆς μανίας, κόψιμο τοῦ θυμοῦ, μίμησις τοῦ Χριστοῦ, ἰδιότης τῶν Ἀγγέλων, δεσμὸς τῶν δαιμόνων, ἀσπίδα κατὰ τῆς πικρᾶς ὀργῆς.

3. Στὶς καρδιὲς τῶν πράων θὰ ἀναπαύεται ὁ Κύριος, ἐνῷ ἡ ταραχώδης ψυχὴ εἶναι καθέδρα τοῦ διαβόλου. «Οἱ πραεῖς κληρονομήσουσι γῆν» (Ματθ. ε´ 5)· μᾶλλον θὰ γίνουν κυρίαρχοί της, ἐνῷ οἱ ὀργίλοι καὶ θυμώδεις ἄνδρες θὰ ἐξορισθοῦν ἀπὸ τὴν γῆ τους.

4. Ἡ πραεία ψυχὴ εἶναι θρόνος τῆς ἁπλότητος, ἐνῷ ὁ νοῦς τοῦ ὀργίλου δημιουργὸς τῆς πονηρίας. Ἡ ἠπία ψυχὴ θὰ δεχθῆ μέσα της τοὺς λόγους τῆς σοφίας ἐφ᾿ ὅσον «ὁδηγήσει Κύριος πραεῖς ἐν κρίσει» (Ψαλμ. κδ´ 9) ἢ μᾶλλον στὴν διάκρισι. Ἡ εὐθεία ψυχὴ συζῆ μὲ τὴν ταπείνωσι, ἐνῷ ἡ πονηρὰ εἶναι ὑπηρέτρια τῆς ὑπερηφανείας. Οἱ ψυχὲς τῶν πράων θὰ γεμίσουν ἀπὸ γνῶσι καὶ σύνεσι, ἐνῷ ὁ νοῦς τοῦ θυμώδους συγκατοικεῖ μὲ τὸ σκοτάδι καὶ τὴν ἄγνοια.

5. Αὐτὸς ποὺ θυμώνει καὶ αὐτὸς ποὺ εἰρωνεύεται συναντήθηκαν μεταξύ τους. Καὶ ἦταν ἀδύνατο νὰ εὑρεθῆ ἕνας εὐθὺς λόγος στὴν συζήτησί τους! Ἂν ἀνοίξης τὴν καρδιὰ τοῦ πρώτου, θὰ εὕρης τὴν μανία, καὶ ἂν ἐρευνήσης τὴν ψυχὴ τοῦ δευτέρου, θὰ ἀντικρύσης τὴν πονηρία.

6. Ἡ ἁπλότης εἶναι μία συνήθεια καὶ συμπεριφορὰ τῆς ψυχῆς ἀποίκιλη, ποὺ δὲν κινεῖται σὲ κανέναν κακὸ λογισμό. Ἡ ἀκακία εἶναι μία γλυκειὰ καὶ χαρούμενη ψυχικὴ κατάστασις, ἀπηλλαγμένη ἀπὸ κάθε κακὴ σκέψι καὶ ὑπόνοια.

7. Πρῶτο γνώρισμα τῆς παιδικῆς ἡλικίας εἶναι ἡ ἀποίκιλη ἁπλότης. Ὅσο τὴν εἶχε αὐτὴν ὁ Ἀδὰμ δὲν ἀντίκρυσε στὸν ἑαυτό του οὔτε ψυχικὴ γυμνότητα οὔτε σωματικὴ ἀσχημοσύνη.

8. Καλὴ βέβαια καὶ ἀξιομακάριστη εἶναι ἡ ἁπλότης ποὺ ἔχουν μερικοὶ ἐκ φύσεως. Ὄχι ὅμως τόσο, ὅσο ἡ ἁπλότης ποὺ ἀποκτήθηκε μὲ κόπους καὶ ἱδρῶτες καὶ μὲ μετεγκεντρισμὸ τῆς πονηρᾶς φύσεως. Διότι ἡ μὲν πρώτη εἶναι σκεπασμένη καὶ προφυλαγμένη ἀπὸ πολυποίκιλες μεταβολὲς καὶ πάθη ἐνῷ ἡ Δευτέρα γίνεται πρόξενος τῆς τελείας ταπεινοφροσύνης καὶ πραότητος. Καὶ ἡ μία δὲν ἔχει πολὺ μισθό, ἐνῷ ἡ ἄλλη ἔχει ἄπειρο καὶ ἀπροσμέτρητο.

9. Ὅλοι ὅσοι ἐπιθυμοῦμε νὰ προσελκύσωμε πρὸς τὸ μέρος μας τὸν Κύριον, ἂς Τὸν πλησιάσωμε σὰν διδάσκαλο ποὺ κάνει μάθημα, «ἁπλῶς καὶ ἀπλάστως καὶ ἀποικίλως καὶ ἀπονήρως καὶ ἀπεριέργως».
Ἐπειδὴ αὐτὸς εἶναι ἁπλοὺς καὶ ἀσύνθετος, θέλει καὶ οἱ ψυχὲς ποὺ Τὸν πλησιάζουν νὰ εἶναι ἁπλὲς καὶ ἀκέραιες. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντικρύσης ποτὲ ἁπλότητα χωρὶς ταπείνωσι.
Πονηρὸς σημαίνει ἄνθρωπος ποὺ κάνει ψευδεῖς προβλέψεις καὶ ποὺ φαντάζεται ὅτι ἀντιλαμβάνεται τοὺς λογισμοὺς τῶν ἄλλων ἀπὸ τὰ λόγια τους, καὶ τὰ μυστικὰ τῶν καρδιῶν τους ἀπὸ τὶς ἐξωτερικὲς κινήσεις.

10. Εἶδα ἀνθρώπους εὐθεῖς ποὺ ἔμαθαν ἀπὸ τοὺς πονηροὺς νὰ πονηρεύωνται, καὶ ἐθαύμασα πῶς τόσο γρήγορα κατώρθωσαν νὰ χάσουν τὸ φυσικό τους ἰδίωμα καὶ προτέρημα.

11. Ὅσο εὔκολα ἀλλάζουν καὶ ξεπέφτουν οἱ εὐθεῖς, τόσο δύσκολα μποροῦν νὰ μεταβληθοῦν οἱ ἀντίθετοι, οἱ πονηροί. Πολλὲς φορὲς ἡ πραγματικὴ ξενιτεία καὶ ἡ ὑποταγὴ καὶ ἡ προφύλαξις τοῦ στόματος κατώρθωσαν πολλὰ καὶ ἐπέτυχαν παραδόξως νὰ μεταβάλουν καταστάσεις ἀθεράπευτες.

12. Ἐὰν «ἡ γνῶσις φυσιοῖ» (Α´ Κορ. η´ 2) τοὺς περισσοτέρους, σκέψου μήπως τὸ νὰ εἶναι κάποιος ἀνίδεος καὶ ἀμαθὴς φέρνει κάποια σχετικὴ ταπείνωσι, ἂν καὶ ὑπάρχουν ‐σπάνιοι βεβαίως‐ καὶ αὐτοὶ ποὺ ὑπερηφανεύονται γιὰ τὴν ἀμάθειά τους.

13. Ζωντανὴ ἀπόδειξις καὶ ὑπόδειγμα τῆς μακαρίας ἁπλότητος ὑπῆρξε ὁ τρισμακάριος Παῦλος ὁ ἁπλούς. Κανεὶς δὲν εἶδε πουθενὰ οὔτε ἄκουσε οὔτε πρόκειται νὰ ἰδῆ ποτὲ τόση πνευματικὴ πρόοδο σὲ τόσο σύντομο χρόνο.

14. Ἁπλοὺς μοναχὸς σημαίνει ζῷον ἄλογο, ἀλλὰ καὶ λογικό, ποὺ κάνει ὑπακοὴ καὶ ἀποθέτει ἐντελῶς τὸ φορτίο του στὸν ὁδηγό του. Τὸ ἥμερο ζῷον δὲν θὰ ἀντιμιλήση σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ τὸ δένει. Ὁμοίως καὶ ἡ εὐθεία ψυχὴ στὸν ἰδικό της προεστώτα. Ἀκολουθεῖ ἐκεῖνον ποὺ τὴν σύρει ὅπως θέλει καὶ ἕως θυσίας δὲν γνωρίζει νὰ ἀντιλέγη.

15. Ἀπονήρευτος ἄνθρωπος σημαίνει καθαρὰ φύσις τῆς ψυχῆς, ὅπως ἀκριβῶς ἐπλάσθη, ποὺ συνεργάζεται καὶ συνομιλεῖ εὔκολα μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.

16. Εὐθύτης σημαίνει ἀπερίεργη σκέψις, ἀνυπόκριτη συμπεριφορά, ὁμιλία φυσικὴ καὶ ἀνεπιτήδευτη.
Ὅπως ὀνομάζεται ὁ Θεὸς ἀγάπη, ἔτσι ὀνομάζεται καὶ εὐθύτης. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ σοφός, δηλαδὴ ὁ Σολομῶν, στὸ «Ἆσμα» λέγει στὴν καθαρὰ καρδία: «Εὐθύτης ἠγάπησέ σε» (α´ 4). Καθὼς ἐπίσης καὶ ὁ πατέρας του λέγει στοὺς «Ψαλμούς»: «Χρηστὸς καὶ εὐθὺς ὁ Κύριος» (κδ´ 8). Λέγει ἀκόμη ὅτι σῴζονται οἱ συνώνυμοί Του: «Τοῦ σῴζοντος τοὺς εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ» (ζ´ 11). Λέγει ἐπίσης: «Εὐθύτητα ψυχῶν εἶδε καὶ ἐπεσκέψατο τὸ πρόσωπον αὐτοῦ» (πρβλ. ι´ 7).

17. Πονηρία σημαίνει μεταβολὴ τῆς εὐθύτητος, σκέψις πλάνης, ψεύδη ποὺ λέγονται κατ᾿ οἰκονομίαν, ὅρκοι ποὺ ἐν μέρει ἀληθεύουν, λόγοι ποὺ ἔχουν περιπλακῆ, καρδία ὁμοία μὲ τὸν βυθὸ τῆς θαλάσσης, ἄβυσσος δολιότητος, ψευδολογία ποὺ μονιμοποιήθηκε, οἴησις ποὺ κατήντησε φυσική, ἀντίπαλος τῆς ταπεινώσεως, ὑποκριτικὴ μετάνοια, ἀπομάκρυνσις τοῦ πένθους, ἐχθρὸς τῆς ἐξομολογήσεως, τακτικὴ ἐκείνων ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν γνώμη τους, πρόξενος ἠθικῶν πτώσεων, ἐμπόδιο στὴν ἀνέγερσι τῶν πεσόντων, ἀντιμετώπισις τῶν ὕβρεων μὲ φαινομενικὸ χαμόγελο, σκυθρωπότης ἀνόητη καὶ ἀφύσικη,
εὐλάβεια ἐπίπλαστη, ζωὴ ὁμοία μὲ τῶν δαιμόνων.

18. Ὁ πονηρὸς εἶναι συνόμιλος καὶ συνώνυμος τοῦ διαβόλου. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος μᾶς ἐδίδαξε ἔτσι νὰ τὸν ἀποκαλοῦμε ‐τὸν διάβολο‐ λέγοντας: «Ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ» (Ματθ. ς´ 13).

19. Ἡ πονηρία εἶναι μία ἐπιστήμη ἢ καλύτερα ἀσχημοσύνη τῶν δαιμόνων, ἡ ὁποία ἐνῷ εἶναι ἐστερημένη ἀπὸ ἀλήθεια, προσπαθεῖ νὰ τὸ κρύπτη καὶ νὰ ἐξαπατᾶ πολλούς.

20. Ἡ ὑποκρισία εἶναι μία κατάστασις ὅπου τὸ σῶμα, οἱ ἐξωτερικὲς δηλαδὴ ἐκδηλώσεις, εὑρίσκεται σὲ ἀντίθεσι μὲ τὴν ψυχή. Εἶναι δὲ ἡ κατάστασις αὐτὴ περιπεπλεγμένη μὲ παντὸς εἴδους κακὲς σκέψεις καὶ ἐπινοήσεις.

21. Ἂς φύγωμε λοιπὸν μακρυὰ ἀπὸ τὸν κρημνὸ τῆς ὑποκρισίας καὶ τὸν λάκκο τῆς ὑπουλότητος, ἀκούοντας τὰ λόγια του Ψαλμῳδοῦ: «Ὅτι οἱ πονηρευόμενοι ἐξολοθρευθήσονται, καὶ ὡσεὶ χόρτος ταχὺ ἀποξηρανθήσονται, καὶ ὡσεὶ λάχανα χλόης ταχὺ ἀποπεσοῦνται» (Ψαλμ. λς´ 2). Διότι οἱ τοιοῦτοι ἄνθρωποι γίνονται βοσκὴ τῶν δαιμόνων.

22. Δύσκολα θὰ εἰσέλθουν οἱ πλούσιοι στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ὁμοίως δύσκολα θὰ ἀποκτήσουν τὴν ἁπλότητα οἱ συνετοὶ ἀνόητοι, (αὐτοὶ δηλαδὴ ποὺ ἐνῷ εἶναι ἀνόητοι παρουσιάζονται μὲ τὴν πονηρία τους ὡς συνετοί).

23. Μία πτῶσις πολλὲς φορὲς ἐσωφρόνισε τοὺς κακοὺς καὶ πονηροὺς καὶ τοὺς ἐχάρισε χωρὶς νὰ τὸ θέλουν τὴν ἀκακία καὶ τὴν σωτηρία.

24. Ἀγωνίζου νὰ θεωρῆς πεπλανημένη τὴν λογική σου καὶ τὴν κρίσι σου, καὶ ἔτσι θὰ εὕρης σωτηρία καὶ εὐθύτητα ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. Ἀμήν.

Ὅποιος κατώρθωσε νὰ ἀνεβῆ ἕως ἐδῶ, ἂς ἔχη θάρρος, διότι μιμούμενος τὸν διδάσκαλον Χριστὸν
ἐσώθηκε.