GreekRussian (CIS)
Β Προς Κορινθίους Επιστολή 5 (Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ κίνητρον καὶ δύναμις - Νέα ζωὴ ἐν Χριστῷ)

1 Διότι γνωρίζομεν ὅτι ἐὰν τὸ ἐπίγειο σπίτι μας, τὸ σῶμα, καταργηθῇ, ἔχομεν οἰκοδόμημα ἀπὸ τὸν Θεόν, σπίτι αἰώνιον, κτισμένον ὄχι μὲ χέρια, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τοὺς οὐρανούς.

2 Εἰς τὸ σῶμα αὐτὸ πραγματικὰ στενάζομεν καὶ ποθοῦμεν νὰ ἐνδυθοῦμε τὴν οὐράνιον κατοικία μας,

3 ἐφ’ ὅσον ὅταν τὴν ἐνδυθοῦμε, δὲν θὰ βρεθοῦμε ποτὲ γυμνοί.

4 Διότι πραγματικὰ ἐμεῖς ποὺ εἴμεθα εἰς τὸ σῶμα αὐτό, στενάζομεν κάτω ἀπὸ τὸ βάρος του, ὄχι διότι θέλομεν νὰ τὸ ἀποβάλωμεν, ἀλλὰ νὰ φορέσωμεν ἐπένδυμα, διὰ νὰ καταποθῇ τὸ θνητὸν ἀπὸ τὴν ζωήν.

5 Ἐκεῖνος ποὺ μᾶς παρασκεύασε ἀκριβῶς διὰ τὸν σκοπὸν αὐτὸν εἶναι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος καὶ μᾶς ἔδωκε γιὰ ἀρραβῶνα τὸ Πνεῦμα.

6 Ἔχομεν λοιπὸν πάντοτε θάρρος. Ξέρομεν ὅτι, ἐφ’ ὅσον παραμένομεν εἰς τὸ σῶμα, εἴμεθα μακρυὰ ἀπὸ τὸν Κύριον, εἰς τὴν ξενητιά·

7 – ἀφοῦ ζοῦμε τώρα μὲ τὴν πίστιν καὶ ὄχι μὲ τὴν ὅρασιν –·

8 ἔχομεν λοιπὸν θάρρος καὶ ἐπιθυμοῦμεν μᾶλλον νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ νὰ παραμείνωμεν κοντὰ εἰς τὸν Κύριον.

9 Διὰ τοῦτο καὶ φιλοτιμούμεθα, εἰτε παραμένομεν εἰς τὸ σῶμα, εἴτε φεύγομεν, νὰ εἴμεθα εὐάρεστοι εἰς αὐτόν.

10 Διότι ὅλοι ἐμεῖς πρέπει νὰ φανερωθοῦμε ἐμπρὸς εἰς τὸ βῆμα τοῦ Χριστοῦ, διὰ νὰ λάβῃ ὁ καθένας ὅ,τι τοῦ ἁρμόζει δι’ ὅσα ἔκανε μὲ τὸ σῶμά του, εἴτε καλὸν εἴτε κακόν.

Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ κίνητρον καὶ δύναμις

11 Ἐπειδὴ λοιπὸν ξέρομεν τὸν φόβον τοῦ Κυρίου, προσπαθοῦμεν νὰ πείσωμεν τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλ’ εἰς τὸν Θεὸν εἴμεθα φανεροί, ἐλπίζω δὲ ὅτι ἔχομεν γίνει φανεροὶ καὶ εἰς τὰ συνειδήσεις σας.

12 Δὲν συσταίνομε πάλιν τοὺς ἑαυτούς μας σ’ ἐσᾶς, ἀλλὰ σᾶς δίδομεν εὐκαιρίαν νὰ ὑπερηφανεύεσθε γιὰ μᾶς, διὰ νὰ ἔχετε κάτι νὰ πῆτε εἰς ἐκείνους ποὺ καυχῶνται διὰ τὸ πρόσωπον καὶ ὄχι γιὰ ὅ,τι εἶναι στὴν καρδιά.

13 Ἐὰν ὑπήρξαμεν ἐκτὸς τοῦ ἑαυτοῦ μας, τὸ ἐκάναμε διὰ τὸν Θεόν, ἐὰν εἴμεθα λογικοὶ αὐτὸ γίνεται διὰ τὴν δικήν σας ὠφέλειαν.

14 Διότι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μᾶς συγκρατεῖ· ἔχομεν καταλήξει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἐὰν ἕνας ἐπέθανε δι’ ὅλους, ἄρα ἐπέθαναν ὅλοι·

15 καὶ ἐπέθανε δι’ ὅλους ὥστε ἐκεῖνοι ποὺ ζοῦν νὰ μὴ ζοῦν πλέον διὰ τὸν ἑαυτόν τους, ἀλλὰ δι’ ἐκεῖνον ποὺ ἐπέθανε γι’ αὐτοὺς καὶ ἀναστήθηκε.

Νέα ζωὴ ἐν Χριστῷ

16 Ὥστε ἐμεῖς ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς δὲν γνωρίζομεν κανένα κατὰ τὸ ἐξωτερικόν. Ἐὰν δὲ ἐγνωρίσαμεν κάποτε τὸν Χριστὸν κατὰ τὸ ἐξωτερικόν, τώρα δὲν τὸν γνωρίζομεν πλέον ἔτσι.

17 Ὥστε ἐὰν εἶναι κανεὶς ἑνωμένος μὲ τὸν Χριστόν, αὐτὸς εἶναι καινούργιο δημιούργημα. Τὰ ἀρχαῖα ἐπέρασαν, ἔχουν γίνει ὅλα καινούργια.

18 Ὅλα δὲ προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος μᾶς συμφιλίωσε μὲ τὸν ἑαυτόν του διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ μᾶς ἀνέθεσε τὴν ὑπηρεσίαν τῆς συμφιλιώσεως.

19 Δηλαδή, ὁ Θεὸς ἐν Χριστῷ συνεφιλίωνε τὸν κόσμον μὲ τὸν ἑαυτόν του χωρὶς νὰ τοὺς καταλογίζῃ τὰ ἁμαρτήματά των, καὶ ἀνέθεσε σ’ ἐμᾶς τὸ ἄγγελμα τῆς συμφιλιώσεως.

20 Εἴμεθα λοιπὸν πρεσβευταὶ τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι σὰν νὰ σᾶς προέτρεπε ὁ Θεὸς διὰ μέσου ἡμῶν· σᾶς παρακαλοῦμεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, συμφιλιωθῆτε μὲ τὸν Θεόν,

21 διότι πρὸς χάριν μας ἔκανε ἁμαρτίαν ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἐγνώρισε ἁμαρτίαν, διὰ νὰ γίνωμεν ἐμεῖς δι’ αὐτοῦ δικαιοσύνη Θεοῦ.

Το αρχαίο κείμενο

1 Οἴδαμεν γὰρ ὅτι ἐὰν ἡ ἐπίγειος ἡμῶν οἰκία τοῦ σκήνους καταλυθῇ, οἰκοδομὴν ἐκ Θεοῦ ἔχομεν, οἰκίαν ἀχειροποίητον αἰώνιον ἐν τοῖς οὐρανοῖς.

2 καὶ γὰρ ἐν τούτῳ στενάζομεν, τὸ οἰκητήριον ἡμῶν τὸ ἐξ οὐρανοῦ ἐπενδύσασθαι ἐπιποθοῦντες,

3 εἴ γε καὶ ἐνδυσάμενοι οὐ γυμνοὶ εὑρεθησόμεθα.

4 καὶ γὰρ οἱ ὄντες ἐν τῷ σκήνει στενάζομεν, βαρούμενοι ἐφ' ᾧ οὐ θέλομεν ἐκδύσασθαι, ἀλλ' ἐπενδύσασθαι, ἵνα καταποθῇ τὸ θνητὸν ὑπὸ τῆς ζωῆς.

5 ὁ δὲ κατεργασάμενος ἡμᾶς εἰς αὐτὸ τοῦτο Θεός, ὁ καὶ δοὺς ἡμῖν τὸν ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος.

6 Θαρροῦντες οὖν πάντοτε καὶ εἰδότες ὅτι ἐνδημοῦντες ἐν τῷ σώματι ἐκδημοῦμεν ἀπὸ τοῦ Κυρίου·

7 διὰ πίστεως γὰρ περιπατοῦμεν, οὐ διὰ εἴδους·

8 θαρροῦμεν δὲ καὶ εὐδοκοῦμεν μᾶλλον ἐκδημῆσαι ἐκ τοῦ σώματος καὶ ἐνδημῆσαι πρὸς τὸν Κύριον.

9 διὸ καὶ φιλοτιμούμεθα, εἴτε ἐνδημοῦντες εἴτε ἐκδημοῦντες, εὐάρεστοι αὐτῷ εἶναι.

10 τοὺς γὰρ πάντας ἡμᾶς φανερωθῆναι δεῖ ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα κομίσηται ἕκαστος τὰ διὰ τοῦ σώματος πρὸς ἃ ἔπραξεν, εἴτε ἀγαθὸν εἴτε κακὸν.

11 Εἰδότες οὖν τὸν φόβον τοῦ Κυρίου ἀνθρώπους πείθομεν, Θεῷ δὲ πεφανερώμεθα, ἐλπίζω δὲ καὶ ἐν ταῖς συνειδήσεσιν ὑμῶν πεφανερῶσθαι.

12 οὐ γὰρ πάλιν ἑαυτοὺς συνιστάνομεν ὑμῖν, ἀλλὰ ἀφορμὴν διδόντες ὑμῖν καυχήματος ὑπὲρ ἡμῶν, ἵνα ἔχητε πρὸς τοὺς ἐν προσώπῳ καυχωμένους καὶ οὐ καρδίᾳ.

13 εἴτε γὰρ ἐξέστημεν, Θεῷ, εἴτε σωφρονοῦμεν, ὑμῖν.

14 ἡ γὰρ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ συνέχει ἡμᾶς,

15 κρίναντας τοῦτο, ὅτι εἰ εἷς ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν, ἄρα οἱ πάντες ἀπέθανον· καὶ ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν, ἵνα οἱ ζῶντες μηκέτι ἑαυτοῖς ζῶσιν, ἀλλὰ τῷ ὑπὲρ αὐτῶν ἀποθανόντι καὶ ἐγερθέντι.

16 Ὥστε ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ νῦν οὐδένα οἴδαμεν κατὰ σάρκα· εἰ δὲ καὶ ἐγνώκαμεν κατὰ σάρκα Χριστόν, ἀλλὰ νῦν οὐκέτι γινώσκομεν.

17 ὥστε εἴ τις ἐν Χριστῷ καινὴ κτίσις· τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε καινὰ τὰ πάντα.

18 τὰ δὲ πάντα ἐκ τοῦ Θεοῦ τοῦ καταλλάξαντος ἡμᾶς ἑαυτῷ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ δόντος ἡμῖν τὴν διακονίαν τῆς καταλλαγῆς,

19 ὡς ὅτι Θεὸς ἦν ἐν Χριστῷ κόσμον καταλλάσσων ἑαυτῷ, μὴ λογιζόμενος αὐτοῖς τὰ παραπτώματα αὐτῶν, καὶ θέμενος ἐν ἡμῖν τὸν λόγον τῆς καταλλαγῆς.

20 Ὑπὲρ Χριστοῦ οὖν πρεσβεύομεν ὡς τοῦ Θεοῦ παρακαλοῦντος δι' ἡμῶν· δεόμεθα ὑπὲρ Χριστοῦ, καταλλάγητε τῷ Θεῷ·

21 τὸν γὰρ μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησεν, ἵνα ἡμεῖς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεοῦ ἐν αὐτῷ.

Β Προς Κορινθίους Επιστολή 6 (Ἔκκλησις δι’ ἀγάπην)

Για εβδομαδιαία ενημέρωση με τα κυριότερα θέματα:

Κεντρικό Μενού

Αγία Γραφή

Καινή Διαθήκη
Κατά Ματθαίον
Κατά Μάρκον
Κατά Λουκάν
Κατά Ιωάννην
Πράξεις Αποστόλων
Επιστολές Παύλου
Eπιστολή Ιακώβου
Επιστολές Πέτρου
Επιστολές Ιωάννου
Επιστολή Ιούδα
Αποκάλυψη Ιωάννη
Πότε πιστεύετε ότι θα εμφανιστεί ο αντίχριστος;
 
Κεφάλαιο 6 (Τὸ ἄνοιγμα τῶν σφραγίδων)
Αποκάλυψη Ιωάννου

Τὸ ἄνοιγμα τῶν σφραγίδων

1 Ὕστερα ἐκύτταξα καί, ὅταν τὸ Ἀρνίον ἄνοιξε μίαν ἀπὸ τὶς ἑπτὰ σφραγῖδες, ἄκουσα ἕνα ἀπὸ τὰ τέσσερα ζωντανὰ ὄντα νὰ λέγῃ μὲ φωνὴν βροντῆς, «Ἔλα».

2 Ἐκύτταξα καὶ ἰδού, ἕνα ἄσπρο ἄλογο καὶ ὁ ἀναβάτης εἶχε τόξον, καὶ τοῦ ἐδόθηκε στεφάνι καὶ ἔφυγε νικητὴς καὶ διὰ νὰ νικήσῃ.

3 Καὶ ὅταν ἔνοιξε τὴν δευτέραν σφραγῖδα, ἄκουσα τὸ δεύτερον ζωντανό ὄν νὰ λέγῃ, «Ἔλα».

4 Καὶ βγῆκε ἄλλο ἄλογο κοκκινωπὸ καὶ εἰς τὸν ἀναβάτην ἐδόθηκε ἡ ἄδεια νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν εἰρήνην ἀπὸ τὴν γῆν διὰ νὰ σφάξουν οἱ ἄνθρωποι ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, καὶ τοῦ ἐδόθηκε μάχαιρα μεγάλη.

5 Καὶ ὅταν ἄνοιξε τὴν τρίτη σφραγῖδα, ἄκουσα τὸ τρίτο ζωντανὸ ὄν νὰ λέγῃ, «Ἔλα». Ἐκύτταξα καὶ ἰδού, ἕνα μαῦρο ἄλογο καὶ ὁ ἀναβάτης εἶχε εἰς τὸ χέρι του μιὰ ζυγαριά.

6 Καὶ ἄκουσα κάτι σὰν φωνὴν ἀπὸ τὸ μέσον τῶν τεσσάρων ζωντανῶν ὄντων νὰ λέγῃ, «Ἕνας χοίνιξ σιτάρι ἀξίζει ἕνα δηνάριον καὶ τρεῖς χοίνικες κριθάρι ἕνα δηνάριον, ἀλλὰ τὸ λάδι καὶ τὸ κρασὶ νὰ μὴ τὰ βλάψῃς».

7 Καὶ ὅταν ἄνοιξε τὴν τέταρτην σφραγῖδα, ἄκουσα τὴν φωνὴν τοῦ τετάρτου ζωντανοῦ ὄντος νὰ λέγῃ, «Ἔλα».

8 Ἐκύτταξα καὶ ἰδού, ἕνα πρασινοκίτρινο ἄλογο καὶ ὁ ἀναβάτης ὠνομάζετο Θάνατος καὶ ὁ ᾍδης ἀκολουθοῦσε κατόπιν του. Καὶ τοὺς ἐδόθηκε ἐξουσία ἐπάνω εἰς τὸ τέταρτον τῆς γῆς νὰ φονεύσουν μὲ ρομφαίαν καὶ μὲ πεῖναν καὶ μὲ θάνατον καὶ μὲ θηρία τῆς γῆς.

9 Καὶ ὅταν ἄνοιξε τὴν πέμπτην σφραγῖδα εἶδα κάτω ἀπὸ τὸ θυσιαστήριον τὰς ψυχὰς ἐκείνων ποὺ εἶχαν σφαγῆ διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τὴν μαρτυρίαν ποὺ εἶχαν δώσει.

10 Καὶ ἔκραξαν μὲ φωνὴν δυνατὴν καὶ εἶπαν, «Ἕως πότε, ὦ Δέσποτα ἅγιε καὶ ἀληθινέ, δὲν θὰ κρίνῃς καὶ δὲν θὰ ἐκδικηθῇς διὰ τὸ αἶμά μας τοὺς κατοίκους τῆς γῆς;».

11 Ὕστερα ἐδόθηκε εἰς τὸν καθένα ἀπ’ αὐτούς, μία ἐνδυμασία λευκὴ καὶ τοὺς εἶπαν νὰ ἀναπαυθοῦν ἀκόμη ὀλίγον χρόνον, ἕως ὅτου συμπληρωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν συνεργατῶν των καὶ τῶν ἀδελφῶν των, οἱ ὁποῖοι μέλλουν νὰ σκοτωθοῦν, ὅπως καὶ αὐτοί.

12 Ὕστερα ἐκύτταξα καὶ ὅταν ἄνοιξε τὴν ἕκτην σφραγῖδα, ἔγινε μεγάλος σεισμός· ὁ ἥλιος ἔγινε μαῦρος σὰν τρίχινος σάκος καὶ ὁλόκληρη ἡ σελήνη ἔγινε σὰν αἶμα·

13 τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ ἔπεσαν εἰς τὴν γῆν, ὅπως ἡ συκιὰ ρίχνει τὼ πρώϊμα σῦκα, ὅταν σείεται ἀπὸ δυνατὸν ἄνεμον·

14 ὁ οὐρανὸς ἐξαφανίσθηκε σὰν ἕνα ρολὸ ποὺ τυλίγεται· κάθε βουνὸ καὶ νησὶ ἐκινήθησαν ἀπὸ τὶς θέσεις τους.

15 Τότε οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, οἱ μεγιστᾶνες καὶ οἱ στρατηγοί, οἱ πλούσιοι καὶ οἱ ἰσχυροὶ καὶ ὁ καθένας, δοῦλος καὶ ἐλεύθερος, ἐκρύφθησαν εἰς τὰ σπήλαια καὶ εἰς τοὺς βράχους τῶν βουνῶν,

16 καὶ ἔλεγαν εἰς τὰ βουνὰ καὶ εἰς τοὺς βράχους, «Πέστε ἐπάνω μας καὶ κρύψτε μας ἀπὸ τὸ πρόσωπον ἐκείνου ποὺ κάθεται εἰς τὸν θρόνον καὶ ἀπὸ τὴν ὀργὴν τοῦ Ἀρνίου,

17 διότι ἦλθε ἡ Ἡμέρα ἡ μεγάλη τῆς ὀργῆς του καὶ ποιός μπορεῖ νὰ σταθῇ;».

Το αρχαίο κείμενο

1 Καὶ εἶδον ὅτι ἤνοιξε τὸ ἀρνίον μίαν ἐκ τῶν ἑπτὰ σφραγίδων· καὶ ἤκουσα ἑνὸς ἐκ τῶν τεσσάρων ζῴων λέγοντος, ὡς φωνὴ βροντῆς· Ἔρχου.

2 καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ ἵππος λευκός, καὶ ὁ καθήμενος ἐπ' αὐτὸν ἔχων τόξον· καὶ ἐδόθη αὐτῷ στέφανος, καὶ ἐξῆλθε νικῶν καὶ ἵνα νικήσῃ.

3 Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν σφραγῖδα τὴν δευτέραν, ἤκουσα τοῦ δευτέρου ζῴου λέγοντος· Ἔρχου

4 καὶ ἐξῆλθεν ἄλλος ἵππος πυρρός, καὶ τῷ καθημένῳ ἐπ' αὐτὸν ἐδόθη αὐτῷ λαβεῖν τὴν εἰρήνην ἐκ τῆς γῆς καὶ ἵνα ἀλλήλους σφάξωσι, καὶ ἐδόθη αὐτῷ μάχαιρα μεγάλη.

5 Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν σφραγῖδα τὴν τρίτην, ἤκουσα τοῦ τρίτου ζῴου λέγοντος· Ἔρχου. καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ ἵππος μέλας, καὶ ὁ καθήμενος ἐπ' αὐτὸν ἔχων ζυγὸν ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ·

6 καὶ ἤκουσα ὡς φωνὴν ἐν μέσῳ τῶν τεσσάρων ζῴων λέγουσαν· Χοῖνιξ σίτου δηναρίου, καὶ τρεῖς χοίνικες κριθῆς δηναρίου· καὶ τὸ ἔλαιον καὶ τὸν οἶνον μὴ ἀδικήσῃς.

7 Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν σφραγῖδα τὴν τετάρτην, ἤκουσα φωνὴν τοῦ τετάρτου ζῴου λέγοντος· Ἔρχου.

8 καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ ἵππος χλωρός, καὶ ὁ καθήμενος ἐπάνω αὐτοῦ, ὄνομα αὐτῷ ὁ θάνατος, καὶ ὁ ᾅδης ἠκολούθει μετ' αὐτοῦ· καὶ ἐδόθη αὐτῷ ἐξουσία ἐπὶ τὸ τέταρτον τῆς γῆς, ἀποκτεῖναι ἐν ῥομφαίᾳ καὶ ἐν λιμῷ καὶ ἐν θανάτῳ καὶ ὑπὸ τῶν θηρίων τῆς γῆς.

9 Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν πέμπτην σφραγῖδα, εἶδον ὑποκάτω τοῦ θυσιαστηρίου τὰς ψυχὰς τῶν ἐσφαγμένων διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀρνίου ἣν εἶχον·

10 καὶ ἔκραξαν φωνῇ μεγάλῃ λέγοντες· Ἕως πότε, ὁ δεσπότης ὁ ἅγιος καὶ ὁ ἀληθινός, οὐ κρίνεις καὶ ἐκδικεῖς τὸ αἷμα ἡμῶν ἐκ τῶν κατοικούντων ἐπὶ τῆς γῆς;

11 καὶ ἐδόθη αὐτοῖς ἑκάστῳ στολὴ λευκή, καὶ ἐρρέθη αὐτοῖς ἵνα ἀναπαύσωνται ἔτι χρόνον μικρόν, ἕως πληρώσωσι καὶ οἱ σύνδουλοι αὐτῶν καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν οἱ μέλλοντες ἀποκτέννεσθαι ὡς καὶ αὐτοί.

12 Καὶ εἶδον ὅτε ἤνοιξε τὴν σφραγῖδα τὴν ἕκτην, καὶ σεισμὸς μέγας ἐγένετο, καὶ ὁ ἥλιος μέλας ἐγένετο ὡς σάκκος τρίχινος, καὶ ἡ σελήνη ὅλη ἐγένετο ὡς αἷμα,

13 καὶ οἱ ἀστέρες τοῦ οὐρανοῦ ἔπεσαν εἰς τὴν γῆν, ὡς συκῆ βάλλουσα τοὺς ὀλύνθους αὐτῆς, ὑπὸ ἀνέμου μεγάλου σειομένη,

14 καὶ ὁ οὐρανὸς ἀπεχωρίσθη ὡς βιβλίον ἑλισσόμενον, καὶ πᾶν ὄρος καὶ νῆσος ἐκ τῶν τόπων αὐτῶν ἐκινήθησαν·

15 καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ οἱ μεγιστᾶνες καὶ οἱ χιλίαρχοι καὶ οἱ πλούσιοι καὶ οἱ ἰσχυροὶ καὶ πᾶς δοῦλος καὶ ἐλεύθερος ἔκρυψαν ἑαυτοὺς εἰς τὰ σπήλαια καὶ εἰς τὰς πέτρας τῶν ὀρέων,

16 καὶ λέγουσι τοῖς ὄρεσι καὶ ταῖς πέτραις· Πέσατε ἐφ' ἡμᾶς καὶ κρύψατε ἡμᾶς ἀπὸ προσώπου τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ θρόνου καὶ ἀπὸ τῆς ὀργῆς τοῦ ἀρνίου,

17 ὅτι ἦλθεν ἡ ἡμέρα ἡ μεγάλη τῆς ὀργῆς αὐτοῦ, καὶ τίς δύναται σταθῆναι;

Κεφάλαιο 7 (Ἡ σφράγισις τῶν 144 χιλιάδων - Ἡ ὅρασις τῶν λυτρωμένων εἰς τὸν οὐρανόν)