GreekRussian (CIS)
Επιστολές Πάυλου - Α' Προς Κορινθίους (Κεφαλαιον 13)

Τὸ μεγαλύτερο χάρισμα εἶναι ἡ ἀγάπη

1 Ἐὰν μιλῶ τὰς γλώσσας τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀγάπην, ἔγινα χαλκὸς ποὺ δίνει ἤχους ἢ κύμβαλον ποὺ βγάζει κρότους.

2 Καὶ ἐὰν ἔχω χάρισμα προφητείας καὶ γνωρίζω ὅλα τὰ μυστήρια καὶ ὅλην τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω ὅλην τὴν πίστιν, ὥστε νὰ μεταθέτω βουνά, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀγάπην, δὲν εἶμαι τίποτε.

3 Καὶ ἐὰν μοιράσω σὲ ἐλεημοσύνες ὅλην μου τὴν περιουσίαν, καὶ ἐὰν παραδώσω τὸ σῶμά μου διὰ νὰ καῇ, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀγάπην, καμμίαν ὠφέλειαν δὲν ἔχω.

4 Ἡ ἀγάπη εἶναι μακρόθυμη, εἶναι γεμάτη ἀπὸ εὐμένειαν, ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι ζηλότυπη, ἡ ἀγάπη δὲν καυχᾶται, δὲν εἶναι ὑπερήφανη,

5 δὲν κάνει ἀσχήμιες, δὲν ζητεῖ τὸ συμφέρον της, δὲν ἐρεθίζεται, δὲν λογαριάζει τὸ κακόν,

6 δὲν χαίρει διὰ τὸ κακόν, ἀλλὰ συγχαίρει εἰς τὴν ἀλήθειαν,

7 ὅλα τὰ ἀνέχεται, ὅλα τὰ πιστεύει, ἐλπίζει γιὰ τὸ κάθε τι, ὑπομένει τὸ κάθε τι.

8 Ἡ ἀγάπη ποτὲ δὲν θὰ παύσῃ νὰ ὑπάρχῃ. Ἐὰν εἶναι προφητεῖαι, θὰ καταργηθοῦν· ἐὰν εἶναι γλῶσσαι, θὰ παύσουν· ἐὰν εἶναι γνῶσις, θὰ καταργηθῇ.

9 Διότι μερικὴν γνῶσιν ἔχομεν καὶ μερικὴν προφητείαν.

10 Ἀλλ’ ὅταν ἔλθῃ τὸ τέλειον, τότε τὸ μερικὸν θὰ καταργηθῇ.

11 Ὅταν ἤμουν νήπιον, ἐμιλοῦσα σὰν νήπιον, ἐσκεπτόμουν σὰν νήπιον, ἐσυλλογιζόμουν σὰν νήπιον. Ὅταν ἔγινα ἄνδρας, κατήργησα τοὺς νηπιακοὺς τρόπους.

12 Τώρα βλέπομεν σὰν σὲ καθρέφτη ἀμυδρῶς, τότε ὅμως θὰ βλέπωμεν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον. Τώρα γνωρίζω μερικῶς, ἀλλὰ τότε θὰ ἔχω πλήρη γνῶσιν, ὅπως εἶναι καὶ ἡ γνῶσις τοῦ Θεοῦ δι’ ἐμέ.

13 Ὥστε αὐτὰ τὰ τρία μένουν: πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη· μεγαλύτερη ὅμως ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ἡ ἀγάπη.

Το αρχαίο κείμενο

1 Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον.

2 Καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι.

3 Καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι.

4 Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται,

5 οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν,

6 οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ·

7 πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει.

8 Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει. εἴτε δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε γνῶσις, καταργηθήσεται.

9 Ἐκ μέρους δὲ γινώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν·

10 ὅταν δὲ ἔλθῃ τὸ τέλειον, τότε τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται.

11 Ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος ἐφρόνουν, ὡς νήπιος ἐλογιζόμην· ὅτε δὲ γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ τοῦ νηπίου.

12 Βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι᾿ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην.

13 Νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη.

Για εβδομαδιαία ενημέρωση με τα κυριότερα θέματα:

Αγία Γραφή

Καινή Διαθήκη
Τρίτη
21
Δεκεμβρίου
Ανατ.: 07.49
Δύση: 17.01
Πανσέληνος
Ιουλιανής μάρτυρος και των συν αυτή 500 μαρτύρων, Θεμιστοκλέους μάρτυρος
1821
Νικηφόρος μάχη στο Βαρύπετρο Χανίων.
1824
Πολιτικοί και στρατιωτικοί συγκροτούν συνέλευση στο Μεσολόγγι, με αρχηγό τον Μαυροκορδάτο.
1825
Σφοδρός κανονιοβολισμός του Μεσολογγίου από τον Κιουταχή πασά.
1828
Υπογράφεται το διάταγμα της ιδρύσεως της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων από τον Ιωάννη Καποδίστρια.
Πότε πιστεύετε ότι θα εμφανιστεί ο αντίχριστος;
 
Ενάντια στα πάθη (από τον Αόρατο Πόλεμο του Αγίου Νικοδήμου)
Πάθη

altΕπιλεγμένα κεφάλαια γύρω από τα πάθη και την καταπολέμηση τους από το βιβλίο ''Αόρατος Πόλεμος'' του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου.

Μέ ποιά τάξι πρέπει να πολεμούμε εναντίον των παθών μας - Πως πρέπει να πολεμά κάποιος αντίθετα στα ξαφνικά κινήματα των παθών - Πως πρέπει να πολεμά κανείς κατά των σαρκικών παθών

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΖ΄. Μέ ποιά τάξι πρέπει να πολεμούμε εναντίον των παθών μας

Πολύ σε συμφέρει, αδελφέ, να γνωρίζης και την τάξι, που πρέπει να κρατάς, για να πολεμάς όπως πρέπει και όχι απλά και όπως έτυχε, καθώς κάνουν πολλοί και βλάπτονται. Η τάξι του πολέμου κατά των εχθρών και των κακών σου επιθυμιών, είναι αυτή· να μπής μέσα στη καρδιά σου και να ερευνήσης με επιμέλεια, από ποιούς λογισμούς και από ποιές επιθυμίες και προσπάθειες είναι αυτή περικυκλωμένη και από ποιό πάθος περισσότερο κυριεύεται και βασανίζεται· και πρώτα, κατά εκείνου του πάθους να πιάσης τα όπλα και να πολεμήσης· εάν όμως συμβή να πειραχθής και από άλλα πάθη, εσύ πρέπει πάντα να πολεμάς το πιο κοντινό πάθος, που τότε έμπρακτα σε πολεμά και πάλι να γυρίζης τον πόλεμο σε εκείνο που περισσότερο σε κατακυριεύει.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΗ΄. Πως πρέπει να πολεμά κάποιος αντίθετα στα ξαφνικά κινήματα των παθών

Αν ακόμη δεν είσαι συνηθισμένος, αγαπητέ, να πολεμάς αντίθετα στα ξαφνικά χτυπήματα και επιθέσεις των προσβολών, ή άλλων κάποιων αντίθετων που σου τυχαίνουν, σε συμβουλεύω να κάνης το εξής: Δηλαδή, συνήθιζε πάντα να ερευνάς από πριν, καθισμένος στο σπίτι σου, ότι θα σου συμβούν πολλές προσβολές, ατιμίες, πολλές φορές δε και πληγές και άλλα πολλά αντίθετα· και με αυτόν τον τρόπο να είσαι προετοιμασμένος, ώστε να μην ταραχθής, αλλά να τα υπομείνης με ευχαριστία χωρίς ταραχή. Τήν προετοιμασία αυτή πρέπει μάλιστα να κάνης όταν είσαι έτοιμος να βγής έξω από το σπίτι σου και να πας σε κάποιον άλλον τόπο και μάλιστα όταν θα συνομιλήσης με πρόσωπα που θυμώνουν εύκολα. Γιατί, μία τέτοια προετοιμασία και προγύμνασι, πιστεύει ότι είναι ευκαταφρόνητα και τα πιο φοβερά και ξαφνικά περιστατικά και το πάθος του θυμού, δεν αφήνει να ταραχθή· «ετοιμάσθηκα και δεν ταράχθηκα» (Ψαλμ. 118,60) (30).

Κοντά δε στην προμελέτη και την προετοιμασία αυτή, χρησιμοποίησε και αυτόν τον τρόπο. Όταν, σε κάποια περίπτωσι, αρχίση κάποιος ξαφνικά και χωρίς να το περιμένης, ή να σε χτυπά, ή να σε βρίζη και να σου προξενή άλλη ατιμία, στάσου για λίγο· και αφού συμμαζέψης τους λογισμούς σου μέσα στην καρδιά σου, βάλε όλη την προσοχή και επιφυλακή στο νού σου, στο να προσέξη καλά και να μη ταραχθή καθόλου από το πάθος του θυμού η καρδιά σου· εάν όμως προλάβη να ταραχθή, να μην αφήσης να βγή έξω το πάθος και να σε παρακινήση στο να βρίσης και συ και να εκδικηθής· «μέσα μου, λέγει, συνταράσσεται η καρδιά μου» (Ψαλμ. 14) (31).

Στή συνέχεια βίασε τον εαυτό σου να σηκώσης το νού σου στο Θεό, σκέψου την άπειρη αγάπη που σου έχει, για την οποία σου έστειλε τον ανέλπιστο αυτό πειρασμό και τη δοκιμασία, για να σε καθαρίση περισσότερο και να σε ενώσει μαζί του καλύτερα. Αυτά, λέω, σκεπτόμενος γύρισε στον εαυτό σου και ελέγχοντάς τον, πές μέσα σου· «Έ, άθλιε και ταλαίπωρε! και γιατί δεν θέλεις εσύ να αγκαλιάσης αυτόν τον σταυρό και την δοκιμασία που σου έστειλε, όχι κάποιος άλλος, αλλά αυτός ο ιδιος σου ο Πατέρας ο ουράνιος; μετά γύρισε στο σταυρό και αγκάλιασέ τον νοερά με την πιο μεγάλη χαρά, που μπορείς, λέγοντας, ω σταυρέ, που ιδρύθηκες από την πρόνοια του Θεού, πριν να γίνω εγώ! ω σταυρέ, που γλυκάθηκες από την γλυκειά αγάπη του εσταυρωμένου, κάρφωσε και προσήλωσέ με σε σένα για να μπορέσω ολοκληρωτικά να ενωθώ με εκείνο, που με λύτρωσε, πεθαίνοντας πάνω σε σένα». Εάν όμως και το πάθος του θυμού προλάβη και κινηθή μέσα σου και δεν σε αφήση στη αρχή να υψώσης το νού σου στο Θεό όμως, πάλι μελέτησε να τον υψώσης το γρηγορώτερο, σαν να μην έχης ταραχθή καθόλου· γιατί θα βοηθηθής.

Η καλύτερη όμως και πιο αποτελεσματική θεραπεία τους να μη κινούνται ξαφνικά τα πάθη, είναι, το να απομακρυνθούν οι αιτίες από τις οποίες προέρχεται αυτή η κίνησις. Αυτές γενικά είναι δυό· η αγάπη και το μίσος. Οπότε, εάν εσύ αγαπητέ, έφθασες να έχης εμπαθή αγάπη σε κανένα πρόσωπο, ή σε άλλο κανένα μικρό πράγμα, ή μεγάλο και αμέσως μόλις ιδής να σου το αρπάξουν ή το πειράξουν, ταράζεσαι ξαφνικά και σκανδαλίζεται από την συμπάθεια η καρδιά σου, πρέπει να πολεμάς, να βγάλης από την καρδιά σου την κακή εκείνη αγάπη που έχεις σε αυτό, γιατί, όσο αυτή είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη, τόσο μεγαλύτερη ή μικρότερη είναι και η ξαφνική κίνησις του πάθους.

Εάν όμως αντίθετα και έχεις μίσος σε κάποιον, ή σε άλλο κανένα πράγμα και από αυτό ταράζεσαι ξαφνικά και αηδιάζης, όταν το βλέπης ή ακούς κάποια θαυμαστή του ενέργεια, πρέπει να πιέζης τη θέλησί σου, μέχρι να το αγαπήσης· όχι μόνο γιατί είναι και αυτό πλάσμα του Θεού, σαν και εσένα φτιαγμένο κατ εικόνα αυτού και ομοιότητα από το ύψιστο χέρι του Θεού· όχι μόνον γιατί και αυτός σαν εσένα είναι αναγεννημένος με αυτό το πολύτιμο αίμα του Χριστού, όχι μόνο γιατί είναι αδελφός σου και μέλος σου και δεν πρέπει να τον μισής, ούτε με αυτήν την ίδια την σκέψι σου και τον λογισμό σου, όπως γράφτηκε «μην κρατάς κακία στην καρδιά σου για τον αδελφό σου» (Λευϊτ. 19,17) (32). Αλλά, και γιατί, αν είναι το πρόσωπο εκείνο κακό και άξιο μίσους, όμως, όταν εσύ το αγαπάς, μοιάζεις με τον Θεό ο οποίος αγαπά όλα του τα δημιουργήματα και κανένα ποτέ δεν συχαίνεται, καθώς λέει ο Σολομώντας: «Όλα είναι δικά σου και γι αυτό τα φροντίζεις Κύριε, εσύ που αγαπάς την ζωή» (Σοφ. Σολομ. 11,). Και μάλιστα, διότι ο Θεός παραβλέποντας τις κακίες των ανθρώπων «τον ήλιον αυτού ανατέλλει επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους» (Ματθ. 5,45).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ΄.  Πως πρέπει να πολεμά κανείς κατά των σαρκικών παθών.

Εναντίον των σαρκικών παθών θα πολεμάς, αδελφέ, με ξεχωριστό και διαφορετικό τρόπο από τους άλλους. Και για να γνωρίζης να πολεμάς με την τάξι, πρέπει να σκέφτεσαι ότι υπάρχουν τρεις χρόνοι και τρεις πόλεμοι· πριν από τον πειρασμό, στο καιρό του πειρασμού και αφού περάσει ο πειρασμός.

Ο πόλεμος πριν από τον πειρασμό θα είναι, κατά των αιτιών, που συνήθως γίνονται αφορμή αυτού του πειρασμού· δηλαδή, πρώτα, εσύ πρέπει να πολεμάς κατά αυτού του πάθους· όχι αντιστεκόμενος σ αυτό, όπως σου είπα να κάνης στα άλλα πάθη, αλλά αποφεύγοντας με όλη σου τη δύναμι από κάθε είδους αφορμή και πρόσωπο, το οποίο σου προξενεί πειρασμό στη σάρκα. Και, εάν καμιά φορά είναι ανάγκη να μιλήσης με κανένα τέτοιον, μίλησε με συντομία και με πρόσωπο σεμνό και σοβαρό· μάλιστα, τα λόγια σου, ας έχουν κάποια σκληρότητα περισσότερη, παρά γλυκύτητα.

«Μήν έχης εμπιστοσύνη στον εχθρό σου ποτέ», λέγει ο Σειράχ (12,11). Και συ, μην έχης εμπιστοσύνη ποτέ στον εαυτό σου. Γιατί, καθώς ο χαλκός γεννάει από μόνος του την σκουριά έτσι και η διεφθαρμένη φύσις σου γεννά από μόνη της την κακία· «όπως ο χαλκός σκουριάζει, έστι και κακία του» (αυτόθι)· μην έχης εμπιστοσύνη, πάλι σου λέω, στον εαυτό σου, και αν μπορή να ειπωθή έτσι ότι και εσύ δεν αισθάνεσαι, ούτε ακόμη αισθανθής τόσο καιρό τις αιχμές της σάρκας· διότι αυτή η κατηραμένη κακία, εκείνο που δεν έκανε σε πολλούς χρόνους, το κάνει σε μία ώρα και πολλές φορές κάνει τις ετοιμασίες της κρυφά και όσο περισσότερο κάνει τον φίλο και δίνει λιγωτέρο υποψία για αυτή, τόσο περισσότερο βλάπτει και αθεράπευτα πληγώνει (33).

Γι αυτό, πολλές φορές πρέπει να φοβάται κανείς περισσότερο (καθώς η πείρα το απέδειξε και το αποδεικνύει), από εκείνα τα πρόσωπα, με τα οποία νομίζει εύλογο να συναναστρέφεσαι ή γιατί είναι συγγενείς του ή γιατί είναι ευλαβή και ενάρετα (34) ή γιατί ευεργετήθηκε από αυτούς και κρίνει σαν υποχρέωσι να τα συχνοχαιρετά. Διότι με την απερίσκεπτη αυτή συναναστροφή, ανακατώνεται η φαρμακερή ευχαρίστησις της αισθήσεως, ώστε ανεπαίσθητα λίγο λίγο διαπερνά ως και στο νού της ψυχής και σκοτεινιάζει τόσο τη λογική, με τρόπο, που αρχίζουν ύστερα να μην υπολογίζουν καθόλου τα επικίνδυνα αίτια της αμαρτίας· δηλαδή, τα ερωτικά βλέμματα, τα γλυκά λόγια του ένα και του άλλου μέρους· τις άσεμνες κινήσεις και μορφασμούς· τα πιασίματα των χεριών και έπειτα καταντούν να πέσουν ή στην ολοκληρωτική αμαρτία ή στα άλλα διαβολικά πάθη, από τα οποία δύσκολα μπορούν να ελευθερωθούν.

Γι αυτό, πρέπει, αδελφέ, να αποφεύγης την φωτιά, γιατί είσαι πανί και μην ξεθαρρέψης ποτέ ότι είσαι στουπί βρεγμένο και καλά γεμάτο από νερό καλής και δυνατής θελήσεως· όχι· αλλά Πως είσαι στουπί ξερό και αμέσως πλησιάζοντας τη φωτιά, κατακαίγεσαι, σύμφωνα με αυτό που έχει γραφεί για τον Σαμψών, ότι «έσπασε τα νεύρα όπως σπάει η κλωστή του στουπιού, όταν πλησιάση στη φωτιά» (Κρίτ. 16,9), ούτε να λογαριάσης ότι έχεις σταθερή απόφασι και προθυμία καλύτερα να πεθάνης παρά να λυπήσης τον Θεό με την αμαρτία. Γιατί, αν υποθέσουμε ότι είσαι στουπί βρεγμένο, αλλά όμως με την συχνή συναναστροφή και το θέαμα, η φωτιά με την θερμότητά της ξηραίνει λίγο λίγο το νερό της καλής σου θελήσεως και ανέλπιστα, τόσο θα προσκολληθής στο διαβολικό έρωτα, ώστε να μην ντραπής τους ανθρώπους, ούτε να σεβασθής συγγένεια ή φιλία, ούτε να φοβηθής τον Θεό, ούτε να υπολογίσης την τιμή, ούτε την ζωή, ούτε τις τιμωρίες όλες της κολάσεως· αλλά να εκτελέσης την αμαρτία. Γι αυτό, φεύγε, φεύγε όσο μπορείς.

Α΄. Από τις συναναστροφές των προσώπων που σκανδαλίζουν, αν αληθινά δεν θέλης να πιασθής από την αμαρτία και να θανατωθής (35)

Β΄. Απόφευγε την ανεργία και οκνηρία και στάσου άγρυπνος και νηφάλιος με τους λογισμούς και με τα έργα, που ταιριάζουν στη στάσι σου.

Γ. Μήν παρακούσης ποτέ σου, αλλά υποτάξου εύκολα στους προεστώτες και Πνευματικούς σου Πατέρες, κάνοντας με προθυμία και γρήγορα εκείνα που σε προστάζουν και μάλιστα, εκείνα που σε ταπεινώνουν και είναι αντίθετα της θελήσεώς σου και της φυσικής σου κλίσεως.

Δ΄. Μη κάνης ποτέ κρίσι αλαζονική για τον πλησίον σου· δηλαδή, μην τον κατακρίνης και μάλιστα, γι αυτήν την ίδια σαρκική αμαρτία, για την οποία μιλάμε, αν και είναι φανερά πεσμένος σε αυτήν, αλλά συμπάθησέ τον και μην αγανακτήσης εναντίον του, ούτε να τον κοροϊδέψης, αλλά από το παράδειγμά του, ταπεινώσου εσύ και γνώρισε τον εαυτό σου, ότι είσαι ασθενής και σκόνη και στάχτη λέγοντας· εκείνος έπεσε σήμερα, εγώ θα πέσω αύριο. Γιατί, αν συ εύκολα κρίνεις τους άλλους και τους καταφρονείς, ο Θεός παραδειγματικά θα σε εκπαιδεύση, παραχωρώντας να πέσης κι εσύ στο ίδιο ελάττωμα. «Να μην κρίνετε, λέγει, και δεν θα κριθήτε» (Ματθ.)· για να γνωρίσης με το πέσιμό σου την υπερηφάνειά σου και να ταπεινωθής και έτσι να ζητήσης θεραπεία και για τα δυό· και για την υπερηφάνειά σου και για την πορνεία σου. Εάν όμως και σε φυλάξη ο Θεός και δεν πέσης, ούτε αλλάξεις λογισμό, όμως πάλι μη δώσης εμπιστοσύνη στον εαυτό σου, αλλά πάντα να φοβάσαι και να αμφιβάλης για τη στάσι σου.

Ε΄. Πρόσεχε καλά, εάν απόκτησες κανένα χάρισμα θεϊκό ή βρίσκεσαι σε καλή κατάστασι, να μη βάλης στο λογισμό σου κάποια περιττή ιδέα και φαντασία, Πως είσαι κάποιος και Πως οι εχθροί σου δεν θα σε πολεμήσουν πια, με το να φαίνεσαι ότι προς το παρόν τους μισείς και τους αποστρέφεσαι. Γιατί, αν σε αυτό είσαι απροφύλακτος, εύκολα θα πέσης.

Αυτά, λοιπόν, είναι εκείνα, που πρέπει να φυλάξης πριν από τον πειρασμό του σαρκικού πάθους.

Στόν καιρό όμως του πειρασμού, πρέπει να σκεφθής από που προέρχεται αυτός ο πόλεμος· από εσωτερική αιτία, ή από εξωτερική. Εξωτερική αιτία είναι η περιέργεια των οφθαλμών, τα γλυκά στην ακοή λόγια και τραγούδια· η απαλότητα και ο στολισμός των φορεμάτων, τα ευωδιαστά μυριστικά της οσφρήσεως· οι συνομιλίες και οι κινήσεις και τα πιασίματα, που παρακινούν στην αμαρτία αυτή· η θεραπεία σε αυτά τα απαντήματα είναι· η σεμνότητα και η ταπεινότητα των φορεμάτων, το να μη θέλης ούτε να δής, ούτε να ακούσης, ούτε να μυρίσης, ούτε να μιλήσης ή να πιάσης όλα εκείνα, που παρακινούν σε αυτή την κακία και προ πάντων η αποφυγή της συναναστροφής, όπως είπαμε παραπάνω. Η εσωτερική αιτία προέρχεται ή από την καλοζωία του σώματος ή από τους λογισμούς του νού που μας έρχονται από τις κακές μας συνήθειες και τα πάθη ή από την παρακίνησι του διαβόλου.

Και η μεν καλοζωία του σώματος, πρέπει να σκληραγωγήται με νηστείες, αγρυπνίες, χαμαικοιτίες και μάλιστα γονυκλισίες και άλλες παρόμοιες ταλαιπωρίες· καθώς εξηγεί η διάκρισις και η διδασκαλία των θείων Πατέρων των δε λογισμών, από όπου κι αν προέρχωνται, οι θεραπείες είναι αυτές· το να ασχολήσαι με διάφορα γυμνάσματα, αρμόδια για την κατάστασί σου, τα οποία είναι η ανάγνωσις των ιερών βιβλίων, και μάλιστα, του αγίου Εφραίμ, της Κλίμακας, του Ευεργετινού, της Φιλοκαλίας και άλλων παρόμοιων, η μελέτη και η προσευχή· η οποία ας γίνεται έτσι. Όταν αρχίσουν αυτοί οι λογισμοί της πορνείας να σε ενοχλούν, αμέσως θυμίσου με τον νού σου τον εσταυρωμένο και εκ βάθους ψυχής λέγε· «Ιησού μου, Ιησού μου γλυκύτατε, βοήθησέ με γρήγορα, για να μην αιχμαλωτισθώ από αυτόν τον εχθρό». Και κάποιες φορές αγκαλιάζοντας (νοερά, ή αισθητά, αν είναι παρών), τον σταυρό στον οποίο κρέμεται ο Κύριός σου, ασπάσου πολλές φορές τις πληγές του, λέγοντας με αγάπη· «ωραιότατες πληγές, πληγές αγιώτατες πληγές αγνότατες, πληγώσατε αυτήν την αθλία και ακάθαρτη καρδιά μου και εμποδίστε με από το να σάς βλάψω».

Η δε θεραπεία σου κατά την χρονική περίοδο που πληθαίνουν οι λογισμοί των σαρκικών ηδονών, ας μη γίνεται κατ ευθείαν εναντίον αυτών, πράγμα το οποίο και μερικά βιβλία γράφουν έτσι (όπως είναι το να σκεφθής την βρώμα και την αηδία της σαρκικής ηδονής· τον έλεγχο της συνειδήσεως που θα σου προξενήση, τις πίκρες που ακολουθούν, τους κινδύνους, την φθορά της περιουσίας και της παρθενίας σου, την κατηγορία της τιμής και άλλα παρόμοια)· η μελέτη σου λέω, ας μην γίνεται σε αυτά, γιατί αυτή η φροντίδα δεν είναι πάντα μέσο ασφαλές, για να νικήσης τον πειρασμό της σάρκας· μάλιστα μπορεί να προξενήση βλάβη. Γιατί αν και ο νους αποβάλη τους λογισμούς προσωρινά με την παρόμοια μελέτη, όμως με το να είναι ασθενής και εμπαθής, όταν τα μελετά αυτά, αποτυπώνει καλύτερα την ευχαρίστησι και ευχαριστιέται και συγκατατίθεται σε αυτή. Οπότε η αληθινή θεραπεία των σαρκικών ηδονών είναι, το να αποφεύγουμε πάντα, όχι μόνο από αυτές, αλλά και από κάθε τι άλλο (ακόμη και αν είναι εναντίον τους), που μας τις υπενθυμίζει. Γι αυτό, η μελέτη σου ας είναι σε άλλα· δηλαδή, στη ζωή και το πάθος του εσταυρωμένου μας Ιησού, στη φοβερή ώρα του θανάτου σου, στην τρομερή ημέρα της Κρίσεως και στα διάφορα είδη της κολάσεως.

Εάν όμως και οι σαρκικοί αυτοί λογισμοί σε πολεμούνε περισσότερο από το συνηθισμένο (όπως αυτό συμβαίνει), μη δειλιάσης γι αυτό, ούτε να αφήσης την μελέτη των παραπάνω, για να στραφής σ αυτούς, για να τους αντισταθής, όχι, αλλά ακολούθησε όσο περισσότερο συνοπτικά μπορείς, την μελέτη σου αυτή, μη φροντίζοντας εντελώς για τους λογισμούς αυτούς, σαν να μην ήταν δικοί σου. Γιατί, δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να αντισταθής σ αυτούς, αν και συνεχώς σε πολεμούν, από το να τους καταφρονής και να μη θέλης καθόλου να τους θυμηθής· μετά από αυτά, θα τελειώσης την ενασχόλησί σου, με αυτήν (ή παρόμοια δέησι).

«Ελευθέρωσέ με, πλάστη μου και λυτρωτά μου από τους εχθρούς μου, στην τιμή του πάθους σου και της ανείπωτής σου αγαθότητας». Και μη στρέψης το νού σου στη σαρκική αυτή κακία. Γιατί και μοναχή της η ενθύμησί της, δεν είναι χωρίς κίνδυνο. Αλλά, ούτε να στέκεσαι να συνομιλής με αυτόν τον πειρασμό και να ερευνάς τον εαυτό σου αν συγκατατέθηκες σαυτές ή όχι. Γιατί, αυτή η έρευνα, αν και φαίνεται ότι είναι καλή, όμως στ αλήθεια είναι μία πλάνη του διαβόλου ή για να σε ενοχλή και να σε κάνη να απελπίζεσαι και να μικροψυχήσης ή για να σε κρατάη πάντα μπλεγμένο σ αυτούς τους λογισμούς και από αυτούς να σε κάνει να πέσης και σε αυτή ή άλλη αμαρτία.

Γι αυτό, σε αυτό τον πειρασμό (όταν η συγκατάθεσις δεν είναι φανερή) είναι αρκετό το να το ομολογήσης αυτό με συντομία στον πνευματικό σου, έχοντας αναπαύσει την γνώμη σου, χωρίς να σκέφτεσαι πλέον τίποτα. Και φανέρωσέ του αληθινά κάθε σου λογισμό σχετικά με αυτό, χωρίς να σε κρατάη ποτέ καμμία συστολή ή ντροπή. Γιατί, αν με όλους μας τους εχθρούς χρειαζώμαστε την δύναμι της ταπεινώσεως για να τους νικήσουμε, πόσο μάλλον την χρειαζόμαστε στο σαρκικό αυτό πόλεμο, περισσότερο παρά σε κάτι άλλο. Επειδή και αυτή η κακία είναι σχεδόν πάντα ποινή και επακόλουθο και βλάστημα της υπερηφάνειας (36). Έπειτα, αφού περάσει ο πειρασμός, εκείνο που έχεις να κάνης είναι αυτό· όσο και αν σου φαίνεται ότι είσαι ελευθερωμένος από τον πόλεμο της σάρκας και για όλα βέβαιος, πρέπει όμως να στέκεσαι με το νού μακρυά από εκείνες τις υποθέσεις και τα πρόσωπα, που έγιναν αιτία του πειρασμού· και μη σκεφθής ότι πρέπει να τα συναναστρέφεσαι, γιατί είναι συγγενή ή ενάρετα ή και ευεργέτες σου· γιατί και αυτή είναι μία πλάνη της κακής φύσεως και παγίδα του πανούργου μας εχθρού διαβόλου, που μεταμορφώνεται σε άγγελο φωτός, για να μας βάλει στο σκοτάδι όπως είπε ο Παύλος (Β΄ Κορινθ. 11,14).

Από τον Αόρατο πόλεμο του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη