GreekRussian (CIS)
Προς Γαλάτας επιστολή 1 (Χαιρετισμός - Ἀπαγόρευσις τοῦ Παύλου ἀπὸ τοὺς Γαλάτας - Τὸ εὐαγγέλιόν του τὸ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Χριστὸν καὶ ὄχι ἀπὸ ἀνθρώπους)

Χαιρετισμός

1 Ὁ Παῦλος, ἀπόστολος ἐντεταλμένος ὄχι ἀπὸ ἀνθρώπους οὔτε δι’ ἀνθρώπου, ἀλλὰ διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὁ ὁποῖος τὸν ἀνέστησεν ἐκ τῶν νεκρῶν,

2 καὶ ὅλοι οἱ ἀδελφοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι μαζί μου, πρὸς τὰς ἐκκλησίας τῆς Γαλατίας·

3 χάρις νὰ εἶναι σ’ ἐσᾶς καὶ εἰρήνη ἀπὸ τὸν Θεὸν Πατέρα μας καὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν,

4 ὁ ὁποῖος ἔδωσε τὸν ἑαυτόν του διὰ τὰς ἁμαρτίας μας, διὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τὸν σημερινὸν πονηρὸν κόσμον. Σύμφωνα πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ Πατέρα μας,

5 εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἀπαγόρευσις τοῦ Παύλου ἀπὸ τοὺς Γαλάτας

6 Ἐκπλήττομαι διότι τόσον γρήγορα μεταπηδᾶτε ἐπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος σᾶς ἐκάλεσε διὰ τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ, πρὸς ἄλλο εὐαγγέλιον,

7 τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι ἄλλο, μόνον ποὺ ὑπάρχουν μερικοὶ οἱ ὁποῖοι σᾶς ταράσσουν καὶ θέλουν νὰ διαστρέψουν τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ.

8 Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἢ κάποιος ἄγγελος ἀπὸ τὸν οὐρανόν, σᾶς κηρύξῃ διαφορετικὸν εὐαγγέλιον ἀπὸ ἐκεῖνον, ποὺ σᾶς ἐκηρύξαμεν, αὐτὸς ἂς εἶναι ἀνάθεμα.

9 Ὅπως εἴπαμε προηγουμένως, καὶ τώρα πάλιν σᾶς λέγω, ἐὰν κανεὶς σᾶς κηρύξῃ διαφορετικὸν εὐαγγέλιον ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ παραλάβατε, ἂς εἶναι ἀνάθεμα.

10 Ζητῶ τώρα τὴν εὔνοιαν τῶν ἀνθρώπων ἢ τοῦ Θεοῦ; Ἢ μήπως ζητῶ νὰ γίνω ἀρεστὸς εἰς ἀνθρώπους; Ἐὰν ἐζητοῦσα ἀκόμη νὰ εἶμαι ἀρεστὸς εἰς ἀνθρώπους, δὲν θὰ ἤμουν δοῦλος τοῦ Χριστοῦ.

Τὸ εὐαγγέλιόν του τὸ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Χριστὸν καὶ ὄχι ἀπὸ ἀνθρώπους

11 Σᾶς κάνω γνωστόν, ἀδελφοί, ὅτι τὸ εὐαγγέλιον, τὸ ὁποῖον ἐκηρύχθηκε ἀπὸ ἐμέ, δὲν εἶναι ἀνθρώπινον,

12 διότι οὔτε τὸ ἐπῆρα οὔτε τὸ ἐδιδάχθηκα ἀπὸ ἀνθρώπους ἀλλὰ δι’ ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ.

13 Ἔχετε ἀκούσει, βέβαια, τὴν ἄλλοτε διαγωγήν μου εἰς τὸν Ἰουδαϊσμόν, ὅτι δηλαδὴ ὑπερβολικὰ κατεδίωκα τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν πολεμοῦσα.

14 Καὶ εἶχα μεγαλύτερες προόδους εἰς τὸν Ἰουδαϊσμὸν ἀπὸ πολλοὺς συνομηλίκους συμπατριώτας μου, μὲ τὸν ὑπερβολικὸν ζῆλον ποὺ ἔδειχνα διὰ τὰς πατρικάς μου παραδόσεις.

15 Ὅταν ὅμως εὐδόκησε ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος μὲ ξεχώρισε ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας μου καὶ μὲ ἐκάλεσε διὰ τῆς χάριτός του, νὰ ἀποκαλύψῃ μέσα μου τὸν Υἱόν του,

16 διὰ νὰ κηρύττω αὐτὸν εἰς τὰ ἔθνη, ἀμέσως δὲν συμβουλεύθηκα ἀνθρώπους,

17 οὔτε ἀνέβηκα εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα πρὸς ἐκείνους ποὺ ἦσαν ἀπόστολοι πρὶν ἀπὸ ἐμέ, ἀλλ’ ἔφυγα εἰς τὴν Ἀραβίαν καὶ πάλιν ἐπέστρεψα εἰς τὴν Δαμασκόν.

18 Ἔπειτα, ὕστερα ἀπὸ τρία χρόνια, ἀνέβηκα εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα διὰ νὰ γνωρίσω τὸν Πέτρον καὶ ἔμεινα κοντά του δέκα πέντε ἡμέρας.

19 Ἄλλον ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους δὲν εἶδα παρὰ τὸν Ἰάκωβον, τὸν ἀδελφόν τοῦ Κυρίου.

20 Γιὰ ὅσα σᾶς γράφω ὁμολογῶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅτι δὲν λέγω ψέμματα.

21 Ἔπειτα ἦλθα εἰς τὰ μέρη τῆς Συρίας καὶ τῆς Κιλικίας.

22 Προσωπικῶς μάλιστα ἤμουν ἄγνωστος εἰς τὰς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἰς τὴν Ἰουδαίαν.

23 Μόνον ἄκουαν ὅτι, «Ἐκεῖνος, ποὺ ἄλλοτε μᾶς κατεδίωκε, τώρα κηρύττει τὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ἐζητοῦσε νὰ ἐξαφανίσῃ»,

24 καὶ ἐδόξαζαν ἐξ αἰτίας μου τὸν Θεόν.

Το αρχαίο κείμενο

1 Παῦλος, ἀπόστολος οὐκ ἀπ' ἀνθρώπων, οὐδὲ δι' ἀνθρώπου, ἀλλὰ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ πατρὸς τοῦ ἐγείραντος αὐτὸν ἐκ νεκρῶν,

2 καὶ οἱ σὺν ἐμοὶ πάντες ἀδελφοί, ταῖς ἐκκλησίαις τῆς Γαλατίας·

3 χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς καὶ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,

4 τοῦ δόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, ὅπως ἐξέληται ἡμᾶς ἐκ τοῦ ἐνεστῶτος αἰῶνος πονηροῦ κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ πατρὸς ἡμῶν,

5 ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.

6 Θαυμάζω ὅτι οὕτω ταχέως μετατίθεσθε ἀπὸ τοῦ καλέσαντος ὑμᾶς ἐν χάριτι Χριστοῦ εἰς ἕτερον εὐαγγέλιον,

7 ὃ οὐκ ἔστιν ἄλλο, εἰ μὴ τινές εἰσιν οἱ ταράσσοντες ὑμᾶς καὶ θέλοντες μεταστρέψαι τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ.

8 ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ' ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω.

9 ὡς προειρήκαμεν, καὶ ἄρτι πάλιν λέγω· εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ' ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω.

10 ἄρτι γὰρ ἀνθρώπους πείθω ἢ τὸν Θεόν; ἢ ζητῶ ἀνθρώποις ἀρέσκειν; εἰ γὰρ ἔτι ἀνθρώποις ἤρεσκον, Χριστοῦ δοῦλος οὐκ ἂν ἤμην.

11 Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ' ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον·

12 οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτό, οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι' ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ.

13 Ἠκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῷ, ὅτι καθ' ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν,

14 καὶ προέκοπτον ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῷ ὑπὲρ πολλοὺς συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει μου, περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων.

15 Ὅτε δὲ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ

16 ἀποκαλύψαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν ἐμοὶ, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εὐθέως οὐ προσανεθέμην
σαρκὶ καὶ αἵματι,

17 οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς Ἱεροσόλυμα πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀποστόλους, ἀλλὰ ἀπῆλθον εἰς Ἀραβίαν, καὶ πάλιν ὑπέστρεψα εἰς Δαμασκόν.

18 Ἔπειτα μετὰ ἔτη τρία ἀνῆλθον εἰς Ἱεροσόλυμα ἱστορῆσαι Πέτρον, καὶ ἐπέμεινα πρὸς αὐτὸν ἡμέρας δεκαπέντε·

19 ἕτερον δὲ τῶν ἀποστόλων οὐκ εἶδον εἰ μὴ Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου.

20 ἃ δὲ γράφω ὑμῖν, ἰδοὺ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὅτι οὐ ψεύδομαι.

21 Ἔπειτα ἦλθον εἰς τὰ κλίματα τῆς Συρίας καὶ τῆς Κιλικίας.

22 ἤμην δὲ ἀγνοούμενος τῷ προσώπῳ ταῖς ἐκκλησίαις τῆς Ἰουδαίας ταῖς ἐν Χριστῷ·

23 μόνον δὲ ἀκούοντες ἦσαν ὅτι ὁ διώκων ἡμᾶς ποτὲ νῦν εὐαγγελίζεται τὴν πίστιν ἥν ποτε ἐπόρθει,

24 καὶ ἐδόξαζον ἐν ἐμοὶ τὸν Θεόν.

Προς Γαλάτας επιστολή 2 (Ἡ ἀποστολή του γίνεται ἀποδεκτὴ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα - Ἐπιπλήττεται ὁ Πέτρος - Ὁ τρόπος τῆς δικαιώσεως τοῦ ἀνθρώπου)

Για εβδομαδιαία ενημέρωση με τα κυριότερα θέματα:

Αγία Γραφή

Καινή Διαθήκη
Πότε πιστεύετε ότι θα εμφανιστεί ο αντίχριστος;
 
Αββάς Ισαάκ ο Σύρος: Λόγος Α΄ - Περί αποταγής και μοναχικής ζωής
Λόγοι
1. Ο φόβος του Θεού είναι αρχή της αρετής. Λέγεται δε ότι είναι γέννημα της πίστεως και σπείρεται στην καρδιά, όταν αποχωρισθή η διάνοια από τον περισπασμό του κόσμου, ώστε να συνάξη τις σκέψεις της, που περιφέρονται από τον μετεωρισμό, με σκοπό την αναζήτησι της μέλλουσας αποκαταστάσεως. Τίποτε δεν είναι καταλληλότερο, για να θεμελιώση κανείς την αρετή, από το να επιδοθή στην απαλλαγή από τις υποθέσεις του βίου και να διαμείνη στον νόμο του φωτός, στην οδό των δικαίων και των αγίων, όπως κατά Πνεύμα επεσήμανε και επωνόμασε ο ψαλμωδός.

Μόλις και μετά δυσκολίας ευρίσκεται άνθρωπος που μπορεί να βαστάση τις τιμές, ίσως μάλιστα δεν ευρίσκεται καθόλου (κι αυτό λόγω της γρήγορης εναλλαγής των πραγμάτων, όπως θα μπορούσε να ειπή κανείς), ούτε ακόμα κι αν γίνη κανείς ισάγγελος.
2. Αρχή της οδού της ζωής είναι το να μελετά ο νους πάντοτε τα λόγια του Θεού και να περνά σε πτωχεία. Διότι το πότισμα από εκεί συντελεί στην τελείωσί της· δηλαδή το πότισμα από τη μελέτη των λόγων του Θεού σε βοηθεί στην επίτευξι της πτωχείας, η δε επίτευξις της πτωχείας σου δίδει ευκαιρία να επιτύχης την μελέτη των λόγων του Θεού. Η βοήθεια αυτών των δύο φέρει γρήγορα στην ανάβασι όλης της οικοδομής των αρετών. Κανείς δε μπορεί να πλησιάση τον Θεό, παρά μόνο εκείνος που απομακρύνεται από τον κόσμο. Απομάκρυνσι βέβαια δεν εννοώ την έξοδο από το σώμα, αλλ' από τα πράγματα του κόσμου.
3. Αυτή είναι η αρετή, το να σχολάση κανείς από τον κόσμο κατά τη διάνοιά του. Δεν μπορεί η καρδιά να γαληνεύση και να είναι αφαντασίαστη, όσον καιρό οι αισθήσεις ενεργούν, και χωρίς την έρημο ούτε τα πονηρά πάθη καταργούνται ούτε οι πονηροί λογισμοί εκλείπουν. Πριν η ψυχή μεθύση από την πίστι στον Θεό και αντιληφθή την πνευματική της δύναμι, δεν μπορεί να θεραπεύση την ασθένεια των αισθήσεων ούτε να καταπατήση με δύναμι την ορατή ύλη που αποτελεί φραγμό στις εσωτερικές κινήσεις, ούτε να αντιληφθή το λογικό γέννημα του αυτεξουσίου. Καρπός αυτών των δύο είναι η λύτρωσις. Χωρίς την πρώτη δεν υπάρχει ούτε η δεύτερη, και όπου ορθοποδεί η δεύτερη, εκεί η τρίτη δένεται σαν με χαλινάρι.
4. Όταν η χάρις αυξηθή στον άνθρωπο, τότε μέσα στον πόθο της δικαιοσύνης ο φόβος του θανάτου του γίνεται ευκαταφρόνητος, και ευρίσκει πολλές αιτίες στην ψυχή του, περί του ότι πρέπει να υποφέρη θλίψεις για τον φόβο του Θεού. Όσα φαίνονται να βλάπτουν το σώμα, που εισβάλλουν ξαφνικά στην φύσι και ακολούθως προκαλούν παθήματα, εμπρός στα μάτια του θεωρούνται μηδαμινά σε σύγκρισι προς τα μελλοντικά αγαθά που ελπίζονται από τώρα. Δεν είναι δυνατό, χωρίς την παραχώρησι των πειρασμών, να γνωρίσωμε την αλήθεια. Πληροφορείται δε ακριβώς περί τούτου ο άνθρωπος από την διάνοιά του, καθώς και περί του ότι δείχνει πολλή πρόνοια ο Θεός για τον άνθρωπο· δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν ζή κάτω από την πρόνοιά του· εκείνους μάλιστα που εξήλθαν για να τον αναζητήσουν και βαστάζουν τα πάθη για χάρι του, τους παρακολουθεί προσεκτικά, δείχνοντάς τους με το δάκτυλο.

5. Όταν όμως ο άνθρωπος στερήται πλήρως της χάριτος, τότε όλα τα προειρημένα ευρίσκονται ενάντια σ' αυτόν, η γνώσις φαίνεται μεγαλύτερη από την πίστι λόγω της περιέργειας και η πεποίθησις στον Θεό δεν κατορθώνει όλα τα πράγματα· κι έτσι ούτε η πρόνοια του Θεού για τον άνθρωπο αναγνωρίζεται, αλλά ο τέτοιου είδους άνθρωπος πέφτει θύμα της ενέδρας εκείνων που παραμονεύουν για να κατατοξεύσουν τα βέλη τους στο σκοτάδι εναντίον του.

6. Αρχή της αληθινής ζωής του ανθρώπου είναι ο φόβος του Θεού. Αλλ' αυτός δεν δέχεται να διαμείνη στην ψυχή μαζί με τον μετεωρισμό· διότι με την επήρεια των αισθήσεων η καρδιά απομακρύνεται από την απόλαυσι του Θεού. Όπως έχει λεχθή, οι εσωτερικές σκέψεις κατά την αίσθησί τους έχουν δεθή με τα αισθητήρια που τις υπηρετούν.


7. Ο δισταγμός της καρδίας εισάγει στην ψυχή την δειλία, ενώ η πίστις μπορεί να ενισχύση την ανδρεία ακόμηκαι με την εκκοπή των μελών. Όσον καιρό υπερισχύει σε σένα ο πόθος της σαρκός, δεν θα μπορέσης να γίνης θαρραλέος και απτόητος από τα πολλά εναντιώματα που παραμένουν κοντά σ' αυτό που ποθείς.


8. Όποιος επιθυμεί την τιμή, δεν μπορεί ν' αποφύγη τις αιτίες της λύπης. Δεν υπάρχει άνθρωπος που, ενώπιον της μεταβολής των πραγμάτων, η διάνοιά του δεν δοκιμάζει αλλοίωσι προς το προκείμενο πράγμα. Εάν, λέγει, η επιθυμία είναι γέννημα των αισθήσεων, ας σιωπήσουν λοιπόν όσοι ομολογούν ότι φυλάττουν την ειρήνη της διανοίας μέσα στους περισπασμούς.


9. Σώφρων είναι, όχι όποιος λέγει ότι οι αισχροί λογισμοί του σταματούν την ώρα του κόπου και τον καιρό τηςπάλης και του αγώνος, αλλά όποιος με την αλήθεια της καρδιάς του σωφρονίζει την θεωρία της διανοίας του, ώστε να μη ατενίζη με αναίδεια τους ακόλαστους λογισμούς. Όταν η σεμνότης της συνειδήσεώς του μαρτυρήται από τα βλέμματά του που συγκρατούνται προσεκτικά, η αιδημοσύνη είναι σαν καταπέτασμα που κρεμάται στον κρυπτό χώρο των λογισμών, και η αγνεία του γίνεται σαν σώφρων παρθένος που διατηρείται πιστή στον Χριστό.


10. Τίποτε δεν είναι τόσο ικανό για να αποτρέψη τις επιθυμίες της ακολασίας από την ψυχή και να διώξη τις μνήμες που κινούνται κι επαναστατούν μέσα στη σάρκα και της δημιουργούν ταραχώδη φλόγα, όσο το να βαπτισθούμε μέσα στον πόθο της μαθήσεως καν να επιδιώξωμε το βάθος των νοημάτων της θείας Γραφής. Όταν οι λογισμοί καταβυθισθούν στην ηδονή που προκαλείται από την επιδίωξι της σοφίας της αποθησαυρισμένης στους λόγους, με την δύναμι που αντλεί απ' αυτούς την γνώσι, ο άνθρωπος εγκαταλείπει οπίσω του τον κόσμο και λησμονεί όλα τα ευρισκόμενα σ' αυτόν, εξαλείφει από την ψυχή όλες τις μνήμες που γεννούν εικόνες της σωματώσεως του κόσμου και πολλές φορές την απαλλάσσει από τους λογισμούς που κατά συνήθεια επισκέπτονται την φύσι. Και η ίδια η ψυχή παραμένει σε έκστασι με τις νέες απαντήσεις που δίδονται από την θάλασσα των μυστηρίων των Γραφών.


11. Επίσης, αν ο νους κολυμβά στην επιφάνεια των υδάτων, δηλαδή της θάλασσας των θείων Γραφών, και δεν μπορή να βυθίση τις σκέψεις του σε όλο το βάθος, ώστε να κατανοήση όλους τους θησαυρούς που ευρίσκονται στο βυθό της, αρκετός του είναι ο πόθος της ίδιας της μελέτης, για να δέση τους λογισμούς του δυνατά σ' ένα θαυμαστό λογισμό, ώστε να τους εμποδίση να τρέξουν προς τη φύσι του σώματος, όπως είπε κάποιος από τους θεοφόρους. Διότι η καρδιά είναι χαύνη και δεν μπορεί να υποφέρη τις κακίες που συναντά από τους εξωτερικούς και εσωτερικούς πολέμους. Και γνωρίζετε ότι ο κοινός λογισμός είναι βαρύς. Αν η καρδιά δεν αφοσιωθή στη γνώσι, δεν μπορεί να υποφέρη την ταραχή που προκαλεί η ορμή του σώματος.


12. Όπως το βάρος των σταθμών εμποδίζει την ταλάντευσι της ζυγαριάς με τους ανέμους, έτσι η αιδημοσύνη και ο φόβος εμποδίζουν την ταλάντευσι της διανοίας. Η έλλειψις του φόβου και της αιδημοσύνης γίνεται αιτία να ρεμβάζη διαρκώς ο νους και λόγω της απομακρύνσεως του φόβου από την ψυχή η ζυγαριά της διανοίας κινείται ελεύθερα εδώ και εκεί. Όπως λοιπόν, όταν οι πλάστιγγες της ζυγαριάς πιέζωνται από τα βαρύτατα σταθμά, η ζυγαριά δεν σαλεύεται εύκολα από τον άνεμο που πνέει, έτσι και η διάνοια, όταν βαρύνεται από τον φόβο του Θεού και την αιδημοσύνη, δεν ανατρέπεται εύκολα από εκείνα που την σαλεύουν. Και όσο ελλείπει ο φόβος από τη διάνοια, τόσο αυτή κυριεύεται από την τροπή και την αλλοίωσι. Προσπάθησε λοιπόν να θέσης θεμέλιο στην οδοιπορία σου τον φόβο του Θεού, και σε λίγες ημέρες θ' αποκατασταθής στην πύλη της βασιλείας χωρίς παρέκκλισι από τον δρόμο.

13. Όταν μελετάς τις Γραφές, εξέτασε τον σκοπό του λόγου, ώστε να εμβαθύνης σ' αυτόν και να κατανοήσης σε όλη του την έκτασι το βάθος των αγίων νοημάτων. Όσοι οδηγούνται κατά την ζωή τους από τη θεία χάρι προς τον φωτισμό, αισθάνονται ότι κάποια νοητή ακτίς διαπερνά τους στίχους των κειμένων και ξεχωρίζει για την διάνοια τα απλά λόγια από τα λόγια που έχουν βαθύ νόημα για την σύνεση της ψυχής.

14. Ανθρωπος που διαβάζει απλώς τους βαθυστόχαστους στίχους, έχει την καρδιά του αποψιλωμένη και κενή από την αγία δύναμι που παρέχει στην καρδιά μια γλυκύτατη γεύσι με νοήματα που εκπλήσσουν την ψυχή.


15. Κάθε πράγμα τρέχει εκ φύσεως προς το συγγενές του. Και η ψυχή, που έχει μόριο του Πνεύματος, όταν ακούση ένα λόγο που έχει κρυμμένη μέσα του πνευματική δύναμι, έλκει ενθέρμως την έννοιά του. Ένα πράγμα που λέγεται πνευματικώς κι έχει μέσα του κρυμμένη μεγάλη δύναμι δεν κινεί όλους τους ανθρώπους σε θαυμασμό. Ο περί αρετής λόγος χρειάζεται καρδιά που έχει διακόψει τις σχέσεις με τη γη και με τη συναναστροφή της. Η αρετή δεν κινεί τον λογισμό του ανθρώπου, που μοχθεί την φροντίδα των πρόσκαιρων πραγμάτων, προς την επιθυμία τους και προς αναζήτησι του τρόπου αποκτήσεώς των. Η απαλλαγή από την ύλη προηγείται της ενώσεως προς τον Θεό, αν και πολλές φορές, κατά την οικονομία της χάριτος, αυτή η ένωσις ευρίσκεται πριν από εκείνην σε μερικούς ανθρώπους, καθώς ένας πόθος καλύπτει άλλον πόθο. Η τάξις αυτής της οικονομίας είναι διαφορετική από την κοινή τάξι των ανθρώπων. Εσύ βέβαια φύλαξε την κοινή τάξι, αν όμως προλάβη μέσα σου η χάρις, δικό της είναι το κατόρθωμα· αν όχι, ακολουθώντας τον δρόμο, που οι πολλοί εβάδισαν κατά την αναλογία της προόδου των, ανέβα στο ύψος του πνευματικού πύργου.


16. Κάθε τι που ενεργείται διά της θεωρίας και εκτελείται διά της υπέρ αυτού εντολής, είναι εντελώς αθεώρητο από τους οφθαλμούς του σώματος. Και κάθε τι που ενεργείται διά της πράξεως, είναι σύνθετο, διότι η μοναδική εντολή, δηλαδή η εκτέλεσις, χρειάζεται και τα δύο, την θεωρία και την πράξι, χάριν των σωματικών και των ασωμάτων. Διότι η σύνθεσις των δύο αποτελεί μια ενότητα. Τα έργα, που επιζητούν την καθαρότητα, δεν αναχαιτίζουν την μνήμη των περασμένων παραπτωμάτων, αλλά λαμβάνουν από την διάνοια την λύπη που προέρχεται από την μνήμη, κι έτσι η διάβασις της μνήμης γίνεται επωφελής στη διάνοια. Η ευθυμία της ψυχής για την απόκτησι της αρετής είναι ανώτερη από την επιθυμία του ομοζύγου σώματος. Το μέτρο αποτελεί κόσμημα κάθε πράγματος. Διότι χωρίς μέτρο και τα θεωρούμενα ως καλά καθίστανται επιβλαβή.


17. Θέλεις να κοινωνήσης με τον Θεό νοερώς διά της προσλήψεως εκείνης της ηδονής, που δεν είναι υποδουλωμένη στις αισθήσεις; Ακολούθει την αγάπη, που, όταν ευρίσκεται στην καρδιά σου, εικονίζεται μέσα σου το άγιο εκείνο κάλλος, με το οποίο ωμοιώθηκε. Ο καθολικός χαρακτήρ της αγάπης φέρει την ψυχή χωρίς καθυστέρησι στην ένωσι με την λαμπρότητα της δόξας και στην κοινωνία με την θεότητα.


18. Η πνευματική ένωσις είναι μνήμη ατελείωτη, η οποία με ένθερμο πόθο φλογίζει αδιακόπως την καρδιά, παίρνοντας δύναμι για τον δεσμό από την εμμονή στις εντολές, χωρίς τίποτε το καταχρηστικό ούτε το φυσικό. Πράγματι, εκεί ευρίσκει την ύλη, ώστε να στηριχθη επάνω της για την θεωρία της ψυχής. Έτσι η καρδιά φθάνει σε έκπληξι, κλείνοντας τις διπλές αισθήσεις της, τις σαρκικές και τις ψυχικές. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος προς την πνευματική αγάπη, που υποδηλώνει την αόρατη εικόνα, αν πρώτα δεν αρχίση κανείς να αισθάνεται έλεος, όπως είπε ο Κύριός μας, για να πλησιάση στην τελειότητα του Πατρός. Διότι έτσι παρήγγειλε σ' αυτούς που τον υπακούουν τούτο να θέσουν θεμέλιο.


19. Άλλος είναι ο λόγος της πράξεως και άλλος ο λόγος της τέχνης. Διότι η σοφία γνωρίζει να στολίζη τους λόγους της χωρίς την πείρα των πραγμάτων και να λαλή την αλήθεια χωρίς να την γνωρίζη και να διδάσκη περί της αρετής χωρίς να έχη ποτέ λάβει πείρα του έργου της. Ο λόγος που στηρίζεται στην πράξι είναι ταμείο της ελπίδος, ενώ η άπρακτη σοφία είναι αποθήκη αισχύνης.


20. Ο άπρακτος λόγος είναι σαν τον τεχνίτη που ζωγραφίζει τους τοίχους με ύδωρ, το οποίο δεν μπορεί να ικανοποιήση τη δίψα του, και σαν τον άνθρωπο που βλέπει όμορφα όνειρα. Εκείνος που ομιλεί περί της αρετής από έμπρακτη πείρα, μεταδίδει απ' αυτήν στον ακροατή του, όπως μεταδίδει κανείς από τα χρήματα του εμπορίου του κι ανοίγει το στόμα του θαρραλέα μαζί με τα πνευματικά του τέκνα, καθώς είπε ο γέρων Ιακώβ στον σώφρονα Ιωσήφ· «ιδού, σου έδωσα ένα μερίδιο περισσότερο από τους αδελφούς σου, το οποίο επήρα από τους Αμορραίους με το ξίφος μου και με το τόξο μου».


21. Η πρόσκαιρη ζωή είναι ποθητή στον άνθρωπο με μολυσμένη διαγωγή, καθώς και σ' εκείνον που έρχεται δεύτερος απ' αυτόν, τον εστερημένο γνώσεως. Καλώς έχει ειπεί κάποιος, ότι ο φόβος του θανάτου λυπεί τον άνθρωπο που κατακρίνεται από τη συνείδησί του· εκείνος όμως που έχει αγαθή μαρτυρία για τον εαυτό του, αυτός επιθυμεί τον θάνατο όσο τη ζωή. Να μη θεωρήσης ως αληθινόν σοφό κάποιον που για χάρι αυτής της ζωής υποδουλώνει τη διάνοιά του στη δειλία και τον φόβο. Όλα τα αγαθά και τα κακά που συμβαίνουν στην σάρκα, να τα θεωρής όνειρα· διότι δεν πρόκειται μόνο κατά τον θάνατο να τα αποχωρισθής, αλλά πολλές φορές σε εγκαταλείπουν και πριν από τον θάνατο και απέρχονται. Αν όμως μερικά απ' αυτά τα αγαθά συνδέονται με την ψυχή σου, αυτά να νομίζης ότι στον αιώνα τούτον τα έχεις κτήματά σου, και στο μέλλοντα έρχονται μαζί σου. Και αν είναι καλά, να ευφραίνεσαι και να ευχαριστήσης τον Θεό κατά την διάνοιά σου· αν όμως είναι κακά, να είσαι περίλυπος, να στενάζης και να ζητήσης απαλλαγή από αυτά, όσο είσαι ακόμη στο σώμα. Κάθε αγαθό που ενεργείται μέσα σου νοερώς και κρυφίως, να το διατηρής ακριβώς. Διότι γι' αυτά τα έργα μεσίτες έχουν γίνει το βάπτισμα και η πίστις, στα οποία προσηλώθηκες από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, για την εκτέλεσι αγαθών έργων του, μαζί με τον Πατέρα και το άγιο Πνεύμα.

22. Σ' αυτόν ανήκει η δόξα και τιμή και ευχαριστία και προσκύνησις, στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.