GreekRussian (CIS)
Επιστολές Πάυλου - Α' Προς Κορινθίους (Κεφαλαιον 10)

Παραδειγματισμὸς ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τῶν Ἰσραηλιτῶν

1 Θέλω νὰ ξέρετε, ἀδελφοί, ὅτι οἱ πατέρες μας ἦσαν ὅλοι κάτω ἀπὸ τὴν νεφέλην καὶ ὅλοι ἐπέρασαν μέσα ἀπὸ τὴν θάλασσαν,

2 καὶ ὅλοι ἐβαπτίσθησαν εἰς τὸν Μωϋσῆν μέσα εἰς τὴν νεφέλην καὶ εἰς τὴν θάλασσαν,

3 καὶ ὅλοι ἔφαγαν τὴν ἴδια πνευματικὴν τροφήν,

4 καὶ ὅλοι ἤπιαν τὸ ἴδιο πνευματικὸν ποτόν. Διότι ἔπιναν ἀπὸ πνευματικὴν πέτραν ποὺ τοὺς ἀκολουθοῦσε, ἡ δὲ πέτρα ἦτο ὁ Χριστός.

5 Καὶ ὅμως μὲ τοὺς περισσοτέρους ἀπὸ αὐτοὺς ὁ Θεὸς δὲν εὐαρεστήθηκε· διὰ τοῦτο ἐστρώθησαν κατὰ γῆς εἰς τὴν ἔρημον.

6 Αὐτὰ τὰ γεγονότα εἶναι παραδείγματα γιὰ μᾶς, διὰ νὰ μὴ ἐπιθυμοῦμε τὰ κακά, ὅπως ἐκεῖνοι ἐπεθύμησαν.

7 Μὴ γίνεσθε εἰδωλολάτραι καθὼς μερικοὶ ἀπὸ αὐτούς, ὅπως εἶναι γραμμένον, Ἐκάθησεν ὁ λαὸς νὰ φάγῃ καὶ νὰ πιῇ καὶ ἐσηκώθησαν νὰ διασκεδάσουν.

8 Οὔτε νὰ πορνεύωμεν καθὼς μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἐπόρνευσαν καὶ ἔπεσαν σὲ μία ἡμέρα εἴκοσι τρεῖς χιλιάδες.

9 Οὔτε νὰ πειράζωμεν τὸν Χριστόν, καθὼς καὶ μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἐπείραξαν καὶ ἐθανατώθηκαν ἀπὸ τὰ φίδια.

10 Οὔτε νὰ γογγύζετε, καθὼς μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἐγόγγυσαν καὶ ἐθανατώθηκαν ἀπὸ τὸν ἐξολοθρευτήν.

11 Ὅλα δὲ αὐτὰ ποὺ συνέβαιναν εἰς ἐκείνους, ἦσαν συμβολικὰ καὶ ἐγράφησαν διὰ νὰ νουθετήσουν ἐμᾶς, εἰς τοὺς ὁποίους ἔφθασε τὸ τέλος τῶν αἰώνων.

12 Ὥστε ἐκεῖνος ποὺ νομίζει ὅτι στέκεται, ἂς προσέξῃ μήπως πέσῃ.

13 Δὲν σᾶς ἔχει καταλάβει δοκιμασία μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν συνήθη σὲ ἀνθρώπους. Ὁ Θεὸς εἶναι πιστὸς καὶ δὲν θὰ σᾶς ἀφήσῃ νὰ δοκιμασθῆτε περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι μπορεῖτε νὰ βαστάξετε, ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὴν δοκιμασίαν θὰ δώσῃ καὶ τὴν διέξοδον, διὰ νὰ μπορέσετε νὰ βαστάξετε.

Ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρείαν

14 Διὰ τοῦτο, ἀγαπητοί μου, ἀποφεύγετε τὴν εἰδωλολατρείαν.

15 Μιλῶ σὰν σὲ φρονίμους ἀνθρώπους· κρίνατε σεῖς αὐτὸ ποὺ λέγω.

16 Τὸ ποτήριον τῆς εὐλογίας, τὸ ὁποῖον εὐλογοῦμεν, δὲν εἶναι κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ; Ὁ ἄρτος, τὸν ὁποῖον κόπτομεν, δὲν εἶναι κοινωνία τοῦ σώματος του Χριστοῦ;

17 Ἐπειδὴ ἕνας εἶναι ὁ ἄρτος, καὶ ἐμεῖς οἱ πολλοὶ εἴμεθα ἕνας σῶμα, διότι ὅλοι ἀπὸ τὸν ἕνα ἄρτον μετέχομεν.

18 Προσέξατε τοὺς Ἰουδαίους. Ἐκεῖνοι ποὺ τρώγουν τὰς θυσίας δὲν εἶναι συμμέτοχοι εἰς τὸ θυσιαστήριον;

19 Τί ἐννοῶ λοιπόν; Ὅτι τὸ εἴδωλον εἶναι κάτι; Ἢ ὅτι τὸ κρέας τῶν θυσιῶν εἰς τὰ εἴδωλα εἶναι κάτι;

20 Ὄχι, ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ τὰ ἔθνη θυσιάζουν, τὸ θυσιάζουν εἰς τὰ δαιμόνια καὶ ὄχι εἰς τὸν Θεόν· δὲν θέλω δὲ νὰ ἔχετε ἐπικοινωνίαν μὲ τὰ δαιμόνια.

21 Δὲν μπορεῖτε νὰ πίνετε τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου καὶ τὸ ποτήριον τῶν δαιμονίων. Δὲν μπορεῖτε νὰ μετέχετε εἰς τὴν τράπεζαν τοῦ Κυρίου καὶ εἰς τὴν τράπεζαν τῶν δαιμονίων.

22 Ἢ μήπως θέλομεν νὰ προκαλέσωμεν τὴν ζηλοτυπίαν τοῦ Κυρίου; Μήπως εἴμεθα ἰσχυρότεροι ἀπὸ αὐτόν;

23 Ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται, ἀλλὰ ὅλα δὲν συμφέρουν. Ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται, ἀλλὰ ὅλα δὲν εἶναι εποικοδομητικά.

24 Κανεὶς νὰ μὴ ζητῇ τὸ δικόν του συμφέρον, ἀλλὰ ὁ καθένας τὸ συμφέρον τοῦ ἄλλου.

25 Κάθε τι ποὺ πωλεῖτε εἰς τὸ κρεοπωλεῖον, τρώγετέ το, χωρὶς νὰ ἐξετάζετε τίποτε κινούμενοι ἀπὸ λόγους συνειδήσεως,

26 διότι τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ γῆ καὶ ὅλα ποὺ εἶναι σ’ αὐτήν.

27 Ἐὰν κάποιος ἀπὸ τοὺς ἀπίστους σᾶς προσκαλέσῃ καὶ θέλετε νὰ πᾶτε, τρώγετε ὅ,τι σᾶς παραθέσουν, χωρὶς νὰ ἐξετάζετε τίποτε κινούμενοι ἀπὸ λόγους συνειδήσεως.

28 Ἀλλ’ ἐὰν κάποιος σᾶς πῇ: «Αὐτὸ εἶναι κρέας ἀπὸ θυσίας εἰς τὰ εἴδωλα», τότε νὰ μὴ τὸ φᾶτε, χάριν ἐκείνου ποὺ σᾶς τὸ εἶπε καὶ χάριν τῆς συνειδήσεως.

29 Συνείδησιν δὲ ἐννοῶ ὄχι τὴν δικήν σου ἀλλὰ τὴν συνείδησιν τοῦ ἄλλου. Γιατὶ ἡ ἐλευθερία μου νὰ κρίνετε ἀπὸ τὴν συνείδησιν ἄλλου;

30 Ἐὰν ἐγὼ μετέχω σὲ κάτι μὲ εὐχαριστίαν, γιατὶ νὰ κακολογοῦμαι δι’ ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἐγὼ εὐχαριστῶ;

31 Εἴτε λοιπὸν τρώγετε εἴτε πίνετε εἴτε κάνετε κάτι, ὅλα νὰ τὰ κάνετε διὰ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.

32 Μὴ γίνεσθε αἰτία πτώσεως οὔτε εἰς τοὺς Ἰουδαίους οὔτε εἰς τοὺς ἐθνικοὺς οὔτε εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ,

33 καθὼς καὶ ἐγὼ ἀρέσω εἰς ὅλους καθ’ ὅλα καὶ δὲν ζητῶ τὸ δικόν μου συμφέρον ἀλλὰ τὸ συμφέρον τῶν πολλῶν, διὰ νὰ σωθοῦν.

Το αρχαίο κείμενο

1 Οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, ὅτι οἱ πατέρες ἡμῶν πάντες ὑπὸ τὴν νεφέλην ἦσαν, καὶ πάντες διὰ τῆς θαλάσσης διῆλθον,

2 καὶ πάντες εἰς τὸν Μωυσῆν ἐβαπτίσαντο ἐν τῇ νεφέλῃ καὶ ἐν τῇ θαλάσσῃ,

3 καὶ πάντες τὸ αὐτὸ βρῶμα πνευματικὸν ἔφαγον,

4 καὶ πάντες τὸ αὐτὸ πόμα πνευματικὸν ἔπιον· ἔπινον γὰρ ἐκ πνευματικῆς ἀκολουθούσης πέτρας, ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστός.

5 Ἀλλ᾿ οὐκ ἐν τοῖς πλείοσιν αὐτῶν εὐδόκησεν ὁ Θεός· κατεστρώθησαν γὰρ ἐν τῇ ἐρήμῳ.

6 Ταῦτα δὲ τύποι ἡμῶν ἐγενήθησαν, εἰς τὸ μὴ εἶναι ἡμᾶς ἐπιθυμητὰς κακῶν, καθὼς κἀκεῖνοι ἐπεθύμησαν.

7 Μηδὲ εἰδωλολάτραι γίνεσθε, καθώς τινες αὐτῶν, ὡς γέγραπται· ἐκάθισεν ὁ λαὸς φαγεῖν καὶ πιεῖν, καὶ ἀνέστησαν παίζειν.

8 Μηδὲ πορνεύωμεν, καθώς τινες αὐτῶν ἐπόρνευσαν καὶ ἔπεσον ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ εἰκοσιτρεῖς χιλιάδες.

9 Μηδὲ ἐκπειράζωμεν τὸν Χριστόν, καθὼς καί τινες αὐτῶν ἐπείρασαν καὶ ὑπὸ τῶν ὄφεων ἀπώλοντο.

10 Μηδὲ γογγύζετε, καθὼς καί τινες αὐτῶν ἐγόγγυσαν καὶ ἀπώλοντο ὑπὸ τοῦ ὀλοθρευτοῦ.

11 Ταῦτα δὲ πάντα τύποι συνέβαινον ἐκείνοις, ἐγράφη δὲ πρὸς νουθεσίαν ἡμῶν, εἰς οὓς τὰ τέλη τῶν αἰώνων κατήντησεν.

12 Ὥστε ὁ δοκῶν ἑστάναι βλεπέτω μὴ πέσῃ.

13 Πειρασμὸς ὑμᾶς οὐκ εἴληφεν εἰ μὴ ἀνθρώπινος· πιστὸς δὲ ὁ Θεός, ὃς οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπὲρ ὃ δύνασθε, ἀλλὰ ποιήσει σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ὑμᾶς ὑπενεγκεῖν.

14 Διόπερ, ἀγαπητοί μου, φεύγετε ἀπὸ τῆς εἰδωλολατρείας.

5 Ὡς φρονίμοις λέγω· κρίνατε ὑμεῖς ὅ φημι.

16 Τὸ ποτήριον τῆς εὐλογίας ὃ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐστι; Τὸν ἄρτον ὃν κλῶμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν;

17 Ὅτι εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν· οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν.

18 Βλέπετε τὸν Ἰσραὴλ κατὰ σάρκα· οὐχὶ οἱ ἐσθίοντες τὰς θυσίας κοινωνοὶ τοῦ θυσιαστηρίου εἰσί;

19 Τί οὖν φημί; ὅτι εἴδωλόν τί ἐστιν; Ἢ ὅτι εἰδωλόθυτόν τί ἐστιν;

20 Ἀλλ᾿ ὅτι ἃ θύει τὰ ἔθνη, δαιμονίοις θύει καὶ οὐ Θεῷ· οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς κοινωνοὺς τῶν δαιμονίων γίνεσθαι.

21 Οὐ δύνασθε ποτήριον Κυρίου πίνειν καὶ ποτήριον δαιμονίων· οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν καὶ τραπέζης δαιμονίων.

22 Ἢ παραζηλοῦμεν τὸν Κύριον; Μὴ ἰσχυρότεροι αὐτοῦ ἐσμεν;

23 Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα οἰκοδομεῖ.

24 Μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος.

25 Πᾶν τὸ ἐν μακέλλῳ πωλούμενον ἐσθίετε μηδὲν ἀνακρίνοντες διὰ τὴν συνείδησιν·

26 τοῦ γὰρ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς.

27 Εἰ δέ τις καλεῖ ὑμᾶς τῶν ἀπίστων καὶ θέλετε πορεύεσθαι, πᾶν τὸ παρατιθέμενον ὑμῖν ἐσθίετε μηδὲν ἀνακρίνοντες διὰ τὴν συνείδησιν.

28 Ἐὰν δέ τις ὑμῖν εἴπῃ, τοῦτο εἰδωλόθυτόν ἐστι, μὴ ἐσθίετε δι᾿ ἐκεῖνον τὸν μηνύσαντα καὶ τὴν συνείδησιν· τοῦ γὰρ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς.

29 Συνείδησιν δὲ λέγω οὐχὶ τὴν ἑαυτοῦ, ἀλλὰ τὴν τοῦ ἑτέρου. Ἱνατί γὰρ ἡ ἐλευθερία μου κρίνεται ὑπὸ ἄλλης συνειδήσεως;

30 Εἰ ἐγὼ χάριτι μετέχω, τί βλασφημοῦμαι ὑπὲρ οὗ ἐγὼ εὐχαριστῷ;

31 Εἴτε οὖν ἐσθίετε εἴτε πίνετε εἴτε τι ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε.

32 Ἀπρόσκοπτοι γίνεσθε καὶ Ἰουδαίοις καὶ Ἕλλησι καὶ τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ,

33 καθὼς κἀγὼ πάντα πᾶσιν ἀρέσκω, μὴ ζητῶν τὸ ἐμαυτοῦ συμφέρον, ἀλλὰ τὸ τῶν πολλῶν, ἵνα σωθῶσι.

Για εβδομαδιαία ενημέρωση με τα κυριότερα θέματα:
Κυριακή
28
Νοεμβρίου
Ανατ.: 07.30
Δύση: 17.01
Τελευταίο Τέταρτο
Στεφάνου οσιομάρτ., Ειρηνάρχου
1915
Μετά την προέλαση των Γερμανών, ο βασιλιάς των Σέρβων Πέτρος με τα λείψανα του σερβικού στρατού καταφεύγει στην Κέρκυρα.
Πότε πιστεύετε ότι θα εμφανιστεί ο αντίχριστος;
 
Σώθηκε η ψυχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου ή όχι;
Ιστορία

Την απάντηση αποκάλυψε στον Μέγα ασκητή Σισώη, που την μνήμη του τιμάει η εκκλησία μας στις 6 Ιουλίου, ο ίδιος ο Θεός με θαυματουργικό τρόπο.

Ακολουθεί απόσπασμα από ξενάγηση στις εικόνες της Ιεράς μονής Αγίου Ιωάννου της Πάτμου όπου ο πατέρας Συμεών αναφέρεται στον Άγιο Σισώη και στην πνευματική σωτηρία του Μεγάλου Αλεξάνδρου που αποκαλύφθηκε δια θαύματος στον μέγα ασκητή.

Dim lights

Διαβάστε επίσης Ὁ Ὅσιος Σισώης ὁ Μέγας (6 Ιουλίου)