GreekRussian (CIS)
Πράξεις των Αποστόλων
There are no translations available.

Κεφάλαιο 27

Ὁ Παῦλος ἀποπλέει διὰ τὴν Ρώμην. – Εἰς Κρήτην

1 Ὅταν ἀπεφασίσθη νὰ ἀποπλεύσωμεν εἰς τὴν Ἰταλίαν, παρέδωκαν τὸν Παῦλον καὶ μερικοὺς ἄλλους φυλακισμένους εἰς κάποιον ἑκατόνταρχον ὀνομαζόμενον Ἰούλιον, τῆς αὐτοκρατορικῆς φρουρᾶς.

2 Ἐπιβιβασθήκαμε εἰς πλοῖον Ἀδραμυττηνόν, ποὺ θὰ ἔπλεε εἰς λιμένας τῆς Ἀσίας, καὶ ξεκινήσαμε, εἴχαμε δὲ μαζί μας τὸν Ἀρίσταρχον, Μακεδόνα ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκην.

3 Τὴν ἑπομένην ἐφθάσαμεν εἰς τὴν Σιδῶνα καὶ ὁ Ἰούλιος ἐφέρθηκε εὐγενικὰ πρὸς τὸν Παῦλον καὶ τοῦ ἐπέτρεψε νὰ μεταβῇ εἰς τοὺς φίλους του διὰ νὰ τὸν περιποιηθοῦν.

4 Ἀπ’ ἐκεῖ ἐφύγαμεν καὶ ἐπλεύσαμεν πρὸς τὰ ὑπήνεμα μέρη τῆς Κύπρου, διότι οἱ ἄνεμοι ἦσαν ἀντίθετοι,

5 καὶ ἀφοῦ ἐπλεύσαμεν τὸ πέλαγος τῆς Κιλικίας καὶ τῆς Παμφυλίας, ἤλθαμεν εἰς τὰ Μύρα τῆς Λυκίας.

6 Ἐκεῖ ὁ ἑκατόνταρχος εὑρῆκε πλοῖον Ἀλεξανδρινὸν ποὺ προωρίζετο διὰ τὴν Ἰταλίαν καὶ μᾶς ἐπιβίβασεν εἰς αὐτό.

7 Ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐπλέαμεν σιγὰ καὶ μὲ δυσκολίαν ἐφθάσαμεν κοντὰ εἰς τὴν Κνίδον, ἐπειδὴ δὲ ὁ ἄνεμος δὲν μᾶς ἐπέτρεπε νὰ προχωρήσωμεν, ἐπλεύσαμεν, ὅταν ἐπεράσαμε τὴν Σαλμώνην, νοτίως τῆς Κρήτης.

8 Πλέοντες μὲ κόπον πλησίον τῆς ἀκτῆς, ἤλθαμεν σὲ κάποιον τόπον ποὺ ὠνομάζετο Καλοὶ Λιμένες, πλησίον τοῦ ὁποίου ἦτο ἡ πόλις Λασαία.

9 Ἐπειδὴ εἶχε περάσει ἀρκετὸς χρόνος καὶ τὸ ταξίδι ἦτο ἐπικίνδυνον, διότι καὶ ἡ νηστεία εἶχε ἤδη περάσει, ὁ Παῦλος εἶπε, «Ἄνδρες, βλέπω ὅτι τὸ ταξίδι θὰ γίνῃ μὲ κακοπάθειαν καὶ μὲ μεγάλην ζημίαν ὄχι μόνον τοῦ φορτίου καὶ τοῦ πλοίου ἀλλὰ καὶ τῆς ζωῆς μας».

11 Ὁ ἑκατόνταρχοε ἐπείθετο μᾶλλον εἰς τὸν κυβερνήτην καὶ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ πλοίου παρὰ εἰς τὰ λεγόμενα τοῦ Παύλου.

12 Ἐπειδὴ δὲ ὁ λιμὴν δὲν ἦτο κατάλληλος διὰ νὰ παραχειμάσουν, οἱ περισσότεροι ἦσαν τῆς γνώμης ν’ ἀναχωρήσουν ἀπ’ ἐκεῖ, μήπως μπορέσουν νὰ φθάσουν εἰς τὸν Φοίνικα, λιμένα τῆς Κρήτης, ὁ ὁποῖος βλέπει πρὸς τὰ νοτιοδυτικὰ καὶ βορειοδυτικά, καὶ νὰ παραχειμάσουν ἐκεῖ.

Θύελλα καὶ ναυάγιον εἰς Μελίτην (Μάλταν)

13 Ὅταν ἄρχισε νὰ πνέῃ ἐλαφρὸς νότιος ἄνεμος, ἐνόμισαν ὅτι μποροῦν νὰ πραγματοποιήσουν τὸ σχέδιόν τους καί, σηκώσαντες τὴν ἄγκυραν, ἔπλεαν κατὰ μῆκος τῆς Κρήτης, κοντὰ εἰς τὴν ἀκτήν.

14 Ἀλλ’ ὕστερα ἀπὸ λίγο ξέσπασε ἐναντίον της ἕνας ἀνεμοστρόβιλος ποὺ ὀνομάζεται Εὐροκλύδων.

15 Ἐπειδὴ δὲ τὸ πλοῖον συμπαρασύρθηκε καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντισταθῇ, παρεδόθημεν εἰς τὸν ἄνεμον καὶ παρεσυρόμεθα.

16 Ὅταν δὲ ἐπλεύσαμεν κάτω ἀπὸ κάποιο νησάκι ποὺ ὀνομάζεται Κλαύδη, μόλις κατωρθώσαμεν νὰ γίνωμεν κύριοι τῆς λέμβου·

17 ἀφοῦ τὴν ἔσυραν ἐπάνω, ἐχρησιμοποιοῦσαν βοηθητικὰ μέσα καὶ ἔζωναν γύρω τὸ πλοῖον μὲ καραβόσχοινο. Ἐπειδὴ δὲ ἐφοβοῦντο μήπως πέσουν ἔξω εἰς τὴν Σύρτιν, κατέβασαν τὰ πανιὰ καὶ ἐσύροντο ἀπὸ τὸ ρεῦμα.

18 Ἐπειδὴ ὑποφέραμεν πολὺ ἀπὸ τὴν θαλασσοταραχήν,

19 ἔρριξαν τὴν ἑπομένην εἰς τὴν θάλασσαν μέρος τοῦ φορτίου καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἡμέραν, μὲ τὰ χέρια μας ἐρρίξαμε τὸν ἐξοπλισμὸν τοῦ πλοίου.

20 Ἐπειδὴ δὲ οὔτε ἥλιος οὔτε ἄστρα ἐφαίνοντο ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας καὶ μιὰ φοβερὴ θύελλα ἦτο ἐπάνω μας, εἶχε χαθῆ πλέον κάθε ἐλπίδα νὰ σωθοῦμε.

21 Ἐπέρασαν ἀρκεταὶ ἡμέραι χωρὶς νὰ ἔχουν φάγει τίποτε, καὶ τότε ὁ Παῦλος ἐστάθηκε μεταξύ τους καὶ εἶπε, «Ἔπρεπε, ὦ ἄνδρες, νὰ ἀκούσετε ἐμὲ καὶ νὰ μὴ ἀναχωρήσετε ἀπὸ τὴν Κρήτην καὶ ἔτσι θὰ ἀποφεύγατε τὴν ταλαιπωρίαν αὐτὴν καὶ τὴν ζημίαν.

22 Καὶ τώρα σᾶς προτρέπω νὰ ἔχετε θάρρος· κανεὶς ἀπὸ σᾶς δὲν πρόκειται νὰ χαθῇ, παρὰ μόνον τὸ πλοῖο.

23 Διότι μοῦ παρουσιάσθηκε τὴν νύχτα αὐτὴν ἄγγελος τοῦ Θεοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκω καὶ τὸν ὁποῖον λατρεύω,

24 καὶ μοῦ εἶπε, «Μὴ φοβᾶσαι Παῦλε. Πρέπει νὰ παρουσιασθῇς εἰς τὸν Καίσαρα καὶ ἰδού, ὁ Θεὸς σοῦ ἐχάρισε ὅλους τοὺς συνταξιδιώτας σου».

25 Διὰ τοῦτο ἔχετε θάρρος, ὦ ἄνδρες· πιστεύω εἰς τὸν Θεόν, ὅτι ἔτσι θὰ συμβῇ καθὼς μοῦ ἐλέχθη. Πρέπει ὅμως νὰ πέσωμεν ἔξω σὲ κάποιο νησί».

27 Τὴν δεκάτην τετάρτην νύχτα, ἐνῷ ἐφερόμεθα ἀκόμη εἰς τὸ Ἀδριατικὸν πέλαγος, οἱ ναῦται, κατὰ τὰ μεσάνυχτα, ἔνοιωσαν ὅτι κάποια ξηρὰ ἦτο πλησίον.

28 Ἐβυθομέτρησαν, εὑρῆκαν εἴκοσι ὀργυιές, ὅταν δὲ πέρασε ὁλίγον διάστημα καὶ πάλιν ἐβυθομέτρησαν, εὑρῆκαν δέκα πέντε ὀργυιές.

29 Ἐπειδὴ ἐφοβοῦντο μήπως πέσωμεν σὲ πετρώδεις τόπους, ἔρριξαν ἀπὸ τὴν πρύμναν τέσσερις ἄγκυρες καὶ παρακαλοῦσαν νὰ ξημερώσῃ.

30 Ἀλλ’ οἱ ναῦται ἐζητοῦσαν νὰ φύγουν ἀπὸ τὸ πλοῖον καὶ εἶχαν κατεβάσει τὴν λέμβον εἰς τὴν θάλασσαν μὲ τὴν πρόφασιν ὅτι θὰ ρίξουν ἄγκυρες καὶ ἀπὸ τὴν πρώραν.

31 Τότε εἶπε ὁ Παῦλος εἰς τὸν ἑκατόνταρχον καὶ τοὺς στρατιώτας, «Ἐὰν αὐτοὶ δὲν μείνουν εἰς τὸ πλοῖον, δὲν θὰ μπορέσετε σεῖς νὰ σωθῆτε».

32 Οἱ στρατιῶται τότε ἀπέκοψαν τὰ σχοινιὰ τῆς λέμβου καὶ τὴν ἄφησαν νὰ πέσῃ ἔξω.

33 Ἐνῷ ἐπερίμεναν νὰ ξημερώσῃ, ὁ Παῦλος προέτρεπε ὅλους νὰ φάγουν, λέγων, «Σήμερα εἶναι ἡ δεκάτη τετάρτη ἡμέρα ποὺ εἶσθε εἰς ἀναμονὴν καὶ νηστικοί, χωρὶς νὰ ἔχετε πάρει τίποτε.

34 Γι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ νὰ φᾶτε, διότι πρόκειται περὶ τῆς ζωῆς σας· κανενὸς ἀπὸ σᾶς δὲν θὰ πέσῃ οὔτε τρίχα τῆς κεφαλῆς του».

35 Ὅταν εἶπε αὐτά, ἐπῆρε ψωμί, εὐχαρίστησε τὸν Θεὸν ἐνώπιον ὅλων καὶ ἀφοῦ τὸ ἔκοψε ἄρχισε νὰ τρώγῃ.

36 Τότε ἐπῆραν ὅλοι θάρρος καὶ ἔφαγαν καὶ αὐτοί.

37 Εἰς τὸ πλοῖον ἤμεθα ἐν συνόλῳ διακόσια ἑβδομῆντα ἕξη πρόσωπα.

38 Καὶ ὅταν ἐχόρτασαν ἀπὸ τροφήν, ἐξαλάφρωσαν τὸ πλοῖον ρίχνοντες τὸ σιτάρι εἰς τὴν θάλασσαν.

39 Ὅταν ἔγινε ἡμέρα, δὲν μποροῦσαν νὰ ἀναγνωρίσουν τὴν χώραν, ἀλλὰ παρετήρησαν κάποιον κόλπον μὲ ἀκρογιαλιά, εἰς τὴν ὁποίαν ἐσχεδίαζαν, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ προσαράξουν τὸ πλοῖον.

40 Ἔλυσαν λοιπὸν τὶς άγκυρες, τὶς ἔρριξαν εἰς τὴν θάλασσαν, συγχρόνως δὲ ἐχαλάρωσαν τὰ λουριὰ τῶν πηδαλίων, ἐσήκωσαν τὸ πανὶ τῆς πρώρας πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τοῦ ἀνέμου καὶ ἐφέροντο πρὸς τὴν ἀκρογιαλιά.

41 Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔπεσαν σὲ μέρος ποὺ ἐκυκλώνετο εἰς τὰ δύο μέρη ἀπὸ θάλασσαν, ἔρριξαν τὸ πλοῖον εἰς τὴ ξηρὰν καὶ ἡ μὲν πρώρα, ἐπειδὴ ἀκούμπησε εἰς τὴν ἀμμουδιά, ἔμεινε ἀκίνητη, ἐνῷ ἡ πρύμνη ἄρχισε νὰ διαλύεται ἀπὸ τὴν ὁρμὴν τῶν κυμάτων.

42 Τότε οἱ στρατιῶται ἐσκέφθησαν νὰ σκοτώσουν τοὺς φυλακισμένους διὰ νὰ μὴ κολυμπήσῃ κανεὶς καὶ φύγῃ.

43 Ἀλλ’ ὁ ἑκατόνταρχος, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ σώσῃ τὸν Παῦλον, δὲν τοὺς ἄφησε νὰ ἐκτελέσουν τὸ σχέδιόν τους καὶ διέταξε νὰ ριφθοῦν εἰς τὴν θάλασσαν πρῶτοι ὅσοι ἤξεραν νὰ κολυμποῦν καὶ νὰ κατευθυνθοῦν πρὸς τὴν ξηράν,

44 οἱ δὲ λοιποὶ νὰ βγοῦν, ἄλλοι μὲν ἐπάνω σὲ σανίδια, μερικοὶ δὲ ἐπάνω σὲ συντρίμματα τοῦ πλοίου. Καὶ ἔτσι ἐσώθηκαν ὅλοι εἰς τὴν ξηράν.

Στη γλώσσα που γράφτηκε

Ὁ Παῦλος ἀποπλέει διὰ τὴν Ρώμην. Εἰς Κρήτην

1 Ὡς δὲ ἐκρίθη τοῦ ἀποπλεῖν ἡμᾶς εἰς τὴν Ἰταλίαν, παρεδίδουν τόν τε Παῦλον καί τινας ἑτέρους δεσμώτας ἑκατοντάρχῃ ὀνόματι Ἰουλίῳ σπείρης Σεβαστῆς.

2 Ἐπιβάντες δὲ πλοίῳ Ἀδραμυττηνῷ μέλλοντες πλεῖν τοὺς κατὰ τὴν Ἀσίαν τόπους ἀνήχθημεν, ὄντος σὺν ἡμῖν Ἀριστάρχου Μακεδόνος Θεσσαλονικέως,

3 τῇ τε ἑτέρᾳ κατήχθημεν εἰς Σιδῶνα· φιλανθρώπως τε ὁ Ἰούλιος τῷ Παύλῳ χρησάμενος ἐπέτρεψε πρὸς τοὺς φίλους πορευθέντα ἐπιμελείας τυχεῖν.

4 Κἀκεῖθεν ἀναχθέντες ὑπεπλεύσαμεν τὴν Κύπρον διὰ τὸ τοὺς ἀνέμους εἶναι ἐναντίους,

5 τό τε πέλαγος τὸ κατὰ τὴν Κιλικίαν καὶ Παμφυλίαν διαπλεύσαντες κατήλθομεν εἰς Μύρα τῆς Λυκίας.

6 Κἀκεῖ εὑρὼν ὁ ἑκατοντάρχης πλοῖον Ἀλεξανδρῖνον πλέον εἰς τὴν Ἰταλίαν ἐνεβίβασεν ἡμᾶς εἰς αὐτό.

7 Ἐν ἱκαναῖς δὲ ἡμέραις βραδυπλοοῦντες καὶ μόλις γενόμενοι κατὰ τὴν Κνίδον, μὴ προσεῶντος ἡμᾶς τοῦ ἀνέμου, ὑπεπλεύσαμεν τὴν Κρήτην κατὰ Σαλμώνην,

8 μόλις τε παραλεγόμενοι αὐτὴν ἤλθομεν εἰς τόπον τινὰ καλούμενον Καλοὺς λιμένας, ᾧ ἐγγὺς ἦν πόλις Λασαία.

9 Ἱκανοῦ δὲ χρόνου διαγενομένου καὶ ὄντος ἤδη ἐπισφαλοῦς τοῦ πλοὸς διὰ τὸ καὶ τὴν νηστείαν ἤδη παρεληλυθέναι, παρῄνει ὁ Παῦλος

10 λέγων αὐτοῖς· ἄνδρες, θεωρῶ ὅτι μετὰ ὕβρεως καὶ πολλῆς ζημίας οὐ μόνον τοῦ φόρτου καὶ τοῦ πλοίου, ἀλλὰ καὶ τῶν ψυχῶν ἡμῶν μέλλειν ἔσεσθαι τὸν πλοῦν.

11 Ὁ δὲ ἑκατοντάρχης τῷ κυβερνήτῃ καὶ τῷ ναυκλήρῳ ἐπείθετο μᾶλλον ἢ τοῖς ὑπὸ τοῦ Παύλου λεγομένοις.

12 Ἀνευθέτου δὲ τοῦ λιμένος ὑπάρχοντος πρὸς παραχειμασίαν οἱ πλείους ἔθεντο βουλὴν ἀναχθῆναι κἀκεῖθεν, εἴ πως δύναιντο καταντήσαντες εἰς Φοίνικα παραχειμάσαι, λιμένα τῆς Κρήτης βλέποντα κατὰ λίβα καὶ κατὰ χῶρον.

Θύελλα καὶ ναυάγιον εἰς Μελίτην

13 Ὑποπνεύσαντος δὲ νότου δόξαντες τῆς προθέσεως κεκρατηκέναι, ἄραντες ἆσσον παρελέγοντο τὴν Κρήτην.

14 Μετ᾿ οὐ πολὺ δὲ ἔβαλε κατ᾿ αὐτῆς ἄνεμος τυφωνικὸς ὁ καλούμενος Εὐροκλύδων.

15 Συναρπασθέντος δὲ τοῦ πλοίου καὶ μὴ δυναμένου ἀντοφθαλμεῖν τῷ ἀνέμῳ ἐπιδόντες ἐφερόμεθα. 16 νησίον δέ τι ὑποδραμόντες καλούμενον Κλαύδην μόλις ἰσχύσαμεν περικρατεῖς γενέσθαι τῆς σκάφης,

17 ἣν ἄραντες βοηθείας ἐχρῶντο ὑποζωννύντες τὸ πλοῖον· φοβούμενοί τε μὴ εἰς τὴν Σύρτιν ἐκπέσωσι, χαλάσαντες τὸ σκεῦος οὕτως ἐφέροντο.

18 Σφοδρῶς δὲ χειμαζομένων ἡμῶν τῇ ἑξῆς ἐκβολὴν ἐποιοῦντο,

19 καὶ τῇ τρίτῃ αὐτόχειρες τὴν σκευὴν τοῦ πλοίου ἐρρίψαμεν.

20 Μήτε δὲ ἡλίου μήτε ἄστρων ἐπιφαινόντων ἐπὶ πλείονας ἡμέρας, χειμῶνός τε οὐκ ὀλίγου ἐπικειμένου, λοιπὸν περιῃρεῖτο πᾶσα ἐλπὶς τοῦ σῴζεσθαι ἡμᾶς.

21 Πολλῆς δὲ ἀσιτίας ὑπαρχούσης τότε σταθεὶς ὁ Παῦλος ἐν μέσῳ αὐτῶν εἶπεν· ἔδει μέν, ὦ ἄνδρες, πειθαρχήσαντάς μοι μὴ ἀνάγεσθαι ἀπὸ τῆς Κρήτης κερδῆσαί τε τὴν ὕβριν ταύτην καὶ τὴν ζημίαν.

22 Καὶ τὰ νῦν παραινῶ ὑμᾶς εὐθυμεῖν· ἀποβολὴ γὰρ ψυχῆς οὐδεμία ἔσται ἐξ ὑμῶν πλὴν τοῦ πλοίου.

23 Παρέστη γάρ μοι τῇ νυκτὶ ταύτῃ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ οὗ εἰμι, ᾧ καὶ λατρεύω,

24 λέγων· μὴ φοβοῦ, Παῦλε· Καίσαρί σε δεῖ παραστῆναι· καὶ ἰδοὺ κεχάρισταί σοι ὁ Θεὸς πάντας τοὺς πλέοντας μετὰ σοῦ.

25 Διὸ εὐθυμεῖτε, ἄνδρες· πιστεύω γὰρ τῷ Θεῷ ὅτι οὕτως ἔσται καθ᾿ ὃν τρόπον λελάληταί μοι.

26 Εἰς νῆσον δέ τινα δεῖ ἡμᾶς ἐκπεσεῖν.

27 Ὡς δὲ τεσσαρεσκαιδεκάτη νὺξ ἐγένετο διαφερομένων ἡμῶν ἐν τῷ Ἀδρίᾳ, κατὰ μέσον τῆς νυκτὸς ὑπενόουν οἱ ναῦται προσάγειν τινὰ αὐτοῖς χώραν.

28 Καὶ βολίσαντες εὗρον ὀργυιὰς εἴκοσι, βραχὺ δὲ διαστήσαντες καὶ πάλιν βολίσαντες εὗρον ὀργυιὰς δεκαπέντε·

29 φοβούμενοί τε μήπως εἰς τραχεῖς τόπους ἐκπέσωμεν, ἐκ πρύμνης ρίψαντες ἀγκύρας τέσσαρας ηὔχοντο ἡμέραν γενέσθαι.

30 Τῶν δὲ ναυτῶν ζητούντων φυγεῖν ἐκ τοῦ πλοίου καὶ χαλασάντων τὴν σκάφην εἰς τὴν θάλασσαν, προφάσει ὡς ἐκ πρῴρας μελλόντων ἀγκύρας ἐκτείνειν,

31 εἶπεν ὁ Παῦλος τῷ ἑκατοντάρχῃ καὶ τοῖς στρατιώταις· ἐὰν μὴ οὗτοι μείνωσιν ἐν τῷ πλοίῳ, ὑμεῖς σωθῆναι οὐ δύνασθε.

32 Τότε οἱ στρατιῶται ἀπέκοψαν τὰ σχοινία τῆς σκάφης καὶ εἴασαν αὐτὴν ἐκπεσεῖν.

33 Ἄχρι δὲ οὗ ἔμελλεν ἡμέρα γίνεσθαι, παρεκάλει ὁ Παῦλος ἅπαντας μεταλαβεῖν τροφῆς λέγων· τεσσαρεσκαιδεκάτην σήμερον ἡμέραν προσδοκῶντες ἄσιτοι διατελεῖτε, μηδὲν προσλαβόμενοι.

34 Διὸ παρακαλῶ ὑμᾶς μεταλαβεῖν τροφῆς· τοῦτο γὰρ πρὸς τῆς ὑμετέρας σωτηρίας ὑπάρχει· οὐδενὸς γὰρ ὑμῶν θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς πεσεῖται.

35 Εἰπὼν δὲ ταῦτα καὶ λαβὼν ἄρτον εὐχαρίστησε τῷ Θεῷ ἐνώπιον πάντων, καὶ κλάσας ἤρξατο ἐσθίειν.

36 Εὔθυμοι δὲ γενόμενοι πάντες καὶ αὐτοὶ προσελάβοντο τροφῆς·

37 ἦμεν δὲ ἐν τῷ πλοίῳ αἱ πᾶσαι ψυχαὶ διακόσιαι ἑβδομήκοντα ἕξ.

38 Κορεσθέντες δὲ τροφῆς ἐκούφιζον τὸ πλοῖον ἐκβαλλόμενοι τὸν σῖτον εἰς τὴν θάλασσαν.

39 Ὅτε δὲ ἡμέρα ἐγένετο, τὴν γῆν οὐκ ἐπεγίνωσκον, κόλπον δέ τινα κατενόουν ἔχοντα αἰγιαλόν, εἰς ὃν ἐβουλεύσαντο, εἰ δύναιντο, ἐξῶσαι τὸ πλοῖον.

40 Καὶ τὰς ἀγκύρας περιελόντες εἴων εἰς τὴν θάλασσαν ἅμα ἀνέντες τὰς ζευκτηρίας τῶν πηδαλίων, καὶ ἐπάραντες τὸν ἀρτέμωνα τῇ πνεούσῃ κατεῖχον εἰς τὸν αἰγιαλόν.

41 Περιπεσόντες δὲ εἰς τόπον διθάλασσον ἐπώκειλαν τὴν ναῦν, καὶ ἡ μὲν πρῷρα ἐρείσασα ἔμεινεν ἀσάλευτος, ἡ δὲ πρύμνα ἐλύετο ὑπὸ τῆς βίας τῶν κυμάτων.

42 Τῶν δὲ στρατιωτῶν βουλὴ ἐγένετο ἵνα τοὺς δεσμώτας ἀποκτείνωσι, μή τις ἐκκολυμβήσας διαφύγοι.

43 Ὁ δὲ ἑκατοντάρχης βουλόμενος διασῶσαι τὸν Παῦλον ἐκώλυσεν αὐτοὺς τοῦ βουλήματος, ἐκέλευσέ τε τοὺς δυναμένους κολυμβᾶν ἀπορρίψαντας πρώτους ἐπὶ τὴν γῆν ἐξιέναι,

44 καὶ τοὺς λοιποὺς οὓς μὲν ἐπὶ σανίσιν, οὓς δὲ ἐπί τινων τῶν ἀπὸ τοῦ πλοίου. Καὶ οὕτως ἐγένετο πάντας διασωθῆναι ἐπὶ τὴν γῆν.

Η 7σέλιδη προκήρυξη της σέχτας τρομοκρατών
Προπαγάνδα
There are no translations available.

 Άγνωστος τηλεφώνησε στην εφημερίδα «Τα Νέα» και ενημέρωσε τους συντάκτες πως μία προκήρυξη της οργάνωσης «Σέχτα Επαναστατών», βρίσκεται σε συγκεκριμένο σημείο.

Δύο συντάκτες της εφημερίδας πήγαν στο σκουπιδοτενεκέ που τους υπέδειξε ο άγνωστος, εντός πάρκου κοντά στο Αστυνομικό Τμήμα Νίκαιας (ιδιαίτερα γνωστό για την υπόθεση του θανάτου μετανάστη καθώς και για τις προσαγωγές που έγιναν τον περασμένο Δεκέμβριο) όπου επέλεξαν οι τρομοκράτες να αφήσουν  την προκήρυξη με «εξώφυλλο»- αφίσα που ήταν γραμμένη σε υπολογιστή, και πήραν το πτασέλιδο κείμενο.

Μέσα στον κίτρινο φάκελο υπήρχε και μία φωτογραφία με τον οπλισμό των τρομοκρατών σε στυλ 17Ν.

12 πιστόλια, ένα περίστροφο, τρία Καλάσνικοφ και ένα ημιαυτόματο- ενδεχομένως Σκόρπιον αλλά δεν διακρίνεται η αναδιπλούμενη στην κάννη βάση του όπλου- είναι τα όπλα που περιλαμβάνονται στο βαρύ οπλοστάσιο της Σέχτας Επαναστατών.

Διακρίνεται επίσης ένας σουγιάς μία σιδηρογροθιά και αρκετές σφαίρες.

Με τη δημοσιοποίηση της φωτογραφίας του οπλοστασίου της η τρομοκρατική οργάνωση θέλει να δείξει ότι διαθέτει τα μέσα για να υλοποιήσει τις απειλές της.

Πέρα από τη δύναμη πυρός, όμως, οι τρομοκράτες επιδεικνύουν και την ευκολία που έχουν στην εξασφάλιση του οπλισμού. Με διάταξη που θυμίζει τις φωτογραφίες που είχε δώσει κατά το παρελθόν στη δημοσιότητα η 17 Νοέμβρη (φωτογραφία αριστερά), οι τρομοκράτες δείχνουν ότι διαθέτουν πολλά περισσότερα όπλα από τα δύο εννιάρια πιστόλια και το Σκόρπιον που έχουν έως τώρα χρησιμοποιήσει στα τέσσερα χτυπήματά τους.

Aπό τη δημοσίευση της προκύρηξης της τρομοκρατικής οργάνωσης προκύπτει ωστόσο ηθικό ζήτημα καθώς αποτελεί ''βήμα λόγου'' σε επαγγελματίες εγκληματίες και δολοφόνους...

Attachments:
Η προκήρυξη της Σεχτας [Για τη δολοφονία Γκiόλια] 6312 Kb