Κατά Ιωάννην

Κεφάλαιον 5

Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς θεραπεύει τὸν ἀσθενῆ τῆς δεξαμενῆς Βηθεσδά

1 Ὕστερα ἀπὸ αὐτὰ ἦτο ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων καὶ ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα.

2 Ὑπάρχει δὲ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα κοντὰ εἰς τὴν πύλην τῶν Προβάτων μία δεξαμενή, ἡ ὁποία ὀνομάζεται Ἑβραϊστὶ Βηθεσδὰ καὶ ἡ ὁποία ἔχει πέντε στοές.

3 [Σ’ αὐτὲς ἤτανε ξαπλωμένος μεγάλος ἀριθμὸς ἀσθενῶν, τυφλῶν, χωλῶν, παραλυτικῶν, οἱ ὁποῖοι περίμεναν νὰ κινηθῇ τὸ νερό.

4 Διότι ἕνας ἄγγελος κατέβαινε πότε – πότε εἰς τὴν δεξαμενὴν καὶ ἐτάρασσε τὸ νερό. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ ἔμπαινε πρῶτος, μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ νεροῦ, ἐθεραπεύετο ἀπὸ οἱονδήποτε νόσημα καὶ ἂν ὑπέφερε.]

5 Ὑπῆρχε ἐκεῖ ἕνας, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τριάντα ὀκτὼ χρόνια ἤτανε ἄρρωστος.

6 Ὅταν ὁ Ἰησοῦς τὸν εἶδε κατάκοιτον καὶ κατάλαβε ὅτι εἶχε ἤδη πολὺν χρόνον ἐκεῖ, τοῦ λέγει, «Θέλεις νὰ γίνῃς ὑγιής;».

7 Ἐπεκρίθη εἰς αὐτὸν ὁ ἀσθενής, «Κύριε, δὲν ἔχω ἄνθρωπον νὰ μὲ βάλῃ εἰς τὴν δεξαμενήν. Ὅταν τὸ νερὸ ταραχθῇ, καὶ ἐνῶ ἔρχομαι κατεβαίνει ἄλλος πρὶν ἀπὸ ἐμέ».

8 Ὁ Ἰησοῦς τοῦ λέγει, «Σήκω ἐπάνω, σήκωσε τὸ κρεββάτι σου καὶ περπάτησε».

9 Καὶ ἀμέσως ἔγινε ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος καὶ ἐσήκωσε τὸ κρεββάτι του καὶ περπατοῦσε. Ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἦτο Σάββατον.

10 Γι’ αὐτὸ ἔλεγαν οἱ Ἰουδαῖοι εἰς τὸν θεραπευθέντα, «Εἶναι Σάββατον, δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ σηκώσῃς τὸ κρεββάτι σου».

11 Αὐτὸς τοὺς ἀπεκρίθη, «Εκεῖνος ποὺ μὲ ἔκανε ὑγιῆ ἐκεῖνος μοῦ εἶπε, «Σήκωσε τὸ κρεββάτι σου καὶ περπάτησε».

12 Τότε τὸν ρώτησαν, «Ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ σοῦ εἶπε, «Σήκωσε τὸ κρεββάτι σου καὶ περπάτησε;»

13 Αλλ’ ὁ θεραπευθεὶς δὲν ἤξερε ποιός εἶναι, διότι ὑπῆρχε πολὺς κόσμος εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο καὶ ὁ Ἰησοῦς ἐξέφυγε.

14 Ὕστερα τὸν εὑρῆκε ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν ναὸν καὶ τοῦ εἶπε, «Ἰδές, ἔγινες ὑγιής, μὴ ἁμαρτάνῃς πλέον, διὰ νὰ μὴ σοῦ συμβῇ κάτι χειρότερον».

15 Ἔφυγε ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπε εἰς τοὺς Ἰουδαίους ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι αὐτὸς ποὺ τὸν ἔκανε ὑγιῆ.

16 Διὰ τοῦτο κατεδίωκαν οἱ Ἰουδαῖοι τὸν Ἰησοῦν καὶ ἐζητοῦσαν νὰ τὸν σκοτώσουν, διότι ἔκανε τὰ ἔργα αὐτὰ τὸ Σάββατον.

17 Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς τοὺς ἀπεκρίθη, «Ὁ Πατέρας μου ἐργάζεται πάντοτε καὶ ἐγὼ ἐπίσης ἐργάζομαι».

18 Διὰ τοῦτο ἐζητοῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι ἀκόμη περισσότερον νὰ τὸν σκοτώσουν, διότι ὄχι μόνον καταργοῦσε τὸ Σάββατον, ἀλλὰ καὶ διότι ἔλεγε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας δικός του καὶ ἔτσι ἔκανε τὸν ἑαυτόν του ἴσον μὲ τὸν Θεόν.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς μιλεῖ διὰ τὴν ἐξάρτησίν του ἀπὸ τὸν Πατέρα

19 Ἔλαβε τότε ὁ Ἰησοῦς τὸν λόγον καὶ τοὺς εἶπε, «Ἀλήθεια, ἀλήθεια σᾶς λέγω, δὲν μπορεῖ ὁ Υἱὸς νὰ κάνῃ ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του τίποτε, παρὰ μόνον ὅ,τι βλέπει τὸν Πατέρα νὰ κἀνῃ, διότι ἐκεῖνα ποὺ κάνει ἐκεῖνος, αὐτὰ ὁμοίως κάνει καὶ ὁ Υἱός.

20 Διότι ὁ Πατέρας ἀγαπᾶ τὸν Υἱὸν καὶ τοῦ δείχνει ὅλα ὅσα αὐτὸς κάνει καὶ θὰ τοῦ δείξῃ μεγαλύτερα ἔργα ἀπὸ αὐτὰ διὰ νὰ θαυμάζετε.

21 Ὅπως ὁ Πατέρας ἀνασταίνει τοὺς νεκροὺς καὶ τοὺς ζωοποιεῖ, ἔτσι καὶ ὁ Υἱὸς ἐκείνους ποὺ θέλει τοὺς ζωοποιεῖ.

22 Οὔτε δικάζει ὁ Πατέρας κανένα, ἀλλὰ ὅλην τὴν κρίσιν ἔδωκε εἰς τὸν Υἱὸν διὰ νὰ τιμοῦν ὅλοι τὸν Υἱόν, καθὼς τιμοῦν τὸν Πατέρα.

23 Ἐκεῖνος ποὺ δὲν τιμᾶ τὸν Υἱόν, δὲν τιμᾶ τὸν Πατέρα ποὺ τὸν ἔστειλε.

24 Ἀλήθεια, ἀλήθεια σᾶς λέγω, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ ἀκούει τὸν λόγον μου καὶ πιστεύει εἰς ἐκεῖνον ποὺ μὲ ἔστειλε ἔχει ζωὴν αἰώνιον καὶ δὲν μέλλει νὰ περάσῃ ἀπὸ κρίσιν ἀλλὰ ἔχει μεταβῆ ἀπὸ τὸν θάνατον εἰς τὴν ζωήν.

25 Ἀλήθεια, ἀλήθεια σᾶς λέγω, ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ ἤδη ἦλθε, ποὺ οἱ νεκροὶ θὰ ἀκούσουν τὴν φωνὴν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐκεῖνοι ποὺ θὰ ἀκούσουν θὰ ζήσουν.

26 Διότι ὅπως ὁ Πατέρας ἔχει μέσα του ζωήν, ἔτσι ἔδωκε καὶ εἰς τὸν Υἱὸν νὰ ἔχῃ μέσα του ζωήν.

27 Καὶ ἔδωκε εἰς αὐτὸν ἐξουσίαν καὶ νὰ δικάζῃ, διότι εἶναι Υἱὸς ἀνθρώπου.

28 Μὴ ἐκπλήττεσθε γι’ αὐτό, διότι ἔρχεται ὥρα, ποὺ ὅλοι, ὅσοι θὰ βρίσκωνται εἰς τὰ μνημεῖα θὰ ἀκούσουν τὴν φωνήν του καὶ θὰ βγοῦν ἔξω,

29 ἐκεῖνοι μὲν ποὺ ἔκαναν τὸ καλὸ θὰ ἀναστηθοῦν διὰ ζωήν, ἐκεῖνοι δὲ ποὺ ἔκαναν τὸ κακὸ θὰ ἀναστηθοῦν διὰ καταδίκην».

Ἡ μαρτυρία περὶ τοῦ Χριστοῦ

30 «Ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ κάνω τίποτε ἀπὸ τὸν ἑαυτόν μου. Καθὼς ἀκούω κρίνω καὶ ἡ δική μου κρίσις εἶναι δικαία, διότι δὲν ἐπιδιώκω τὸ θέλημά μου, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα ποὺ μὲ ἔστειλε.

31 Ἐὰν ἐγὼ δίδω μαρτυρίαν διὰ τὸν ἑαυτόν μου, ἡ μαρτυρία μου δὲν ισχύει.

32 Ἄλλος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δίνει μαρτυρίαν δι’ ἐμὲ καὶ γνωρίζω ὅτι εἶναι ἀληθινὴ ἡ μαρτυρία, ποὺ δίδει δι’ ἐμέ.

33 Σεῖς στείλατε ἀνθρώπους εἰς τὸν Ἰωάννην καὶ ἔδωσε μαρτυρίαν διὰ τὴν ἀλήθειαν.

34 Ἐγὼ ὅμως δὲν λαβαίνω τὴν μαρτυρίαν ἀπὸ ἄνθρωπον ἀλλὰ τὰ λέγω αὐτὰ διὰ νὰ σωθῆτε.

35 Ἐκεῖνος ἦτο τὸ λυχνάρι ποὺ ἔκαιε καὶ φώτιζε καὶ ἠθέλατε νὰ χαρῆτε ὀλίγον εἰς τὸ φῶς του.

36 Ἐγὼ ὅμως ἔχω μεγαλυτέραν μαρτυρίαν παρὰ ὁ Ἰωάννης, διότι τὰ ἔργα ποὺ μοῦ ἔδωσε ὁ Πατέρας νὰ τελειώσω, αὐτὰ τὰ ἔργα ποὺ κάνω, μαρτυροῦν δι’ ἐμὲ ὅτι ὁ Πατέρας μὲ ἔχει στείλει.

37 Καὶ ὁ Πατέρας ποὺ μὲ ἔστειλε, αὐτὸς ἔχει δώσει μαρτυρίαν δι’ ἐμέ. Οὔτε τὴν φωνήν του ἔχετε ἀκούσει ποτὲ οὔτε τὴν μορφήν του ἔχετε ἰδῆ.

38 Καὶ ὁ λόγος του δὲν μένει μέσα σας διότι δὲν πιστεύετε εἰς αὐτὸν ποὺ ἔστειλε ἐκεῖνος.

39 Σεῖς ἐρευνᾶτε τὰς γραφάς, διότι νομίζετε ὅτι δι’ αὐτῶν θὰ ἔχετε ζωὴν αἰώνιον· ἐκεῖναι μαρτυροῦν δι’ ἐμὲ καὶ ὅμως, δὲν θέλετε νὰ ἔλθετε σ’ ἐμέ, διὰ νὰ ἔχετε ζωήν.

40 Τιμὰς ἐκ μέρους ἀνθρώπων δὲν δέχομαι,

41 ἐξ ἄλλου σᾶς ξέρω,

42 ὅτι δὲν ἔχετε μέσα σας ἀγάπην διὰ τὸν Θεόν.

43 Ἐγὼ ἔχω ἔλθει ἐξ ὀνόματος τοῦ Πατέρα μου καὶ δὲν μὲ δέχεσθε· ἐὰν ἔλθῃ ἄλλος ἐξ ὀνόματος τοῦ ἑαυτοῦ του ἐκεῖνον θὰ τὸν δεχθῆτε.

44 Πῶς μπορεῖτε σεῖς νὰ ἔχετε πίστιν, ἀφοῦ δέχεσθε τιμὰς ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον καὶ δὲν ζητᾶτε τὴν τιμὴν ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν μόνον Θεόν;

45 Μὴ φαντασθῆτε ὅτι ἐγὼ θὰ σᾶς κατηγορήσω εἰς τὸν Πατέρα· ἐκεῖνος ποὺ σᾶς κατηγορεῖ εἶναι ὁ Μωϋσῆς, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχετε στηρίξει τὶς ἐλπίδες σας.

46 Ἐὰν ἐπιστεύατε εἰς τὸν Μωϋσῆν, θὰ ἐπιστεύατε καὶ εἰς ἐμέ, διότι δι’ ἐμὲ ἔγραψε ἐκεῖνος.

47 Ἀλλ’ ἐὰν δὲν πιστεύετε ὅσα ἐκεῖνος ἔγραψε πῶς θὰ πιστέψετε εἰς τὰ λόγια τὰ δικά μου;».

Στη γλώσσα που γράφτηκε

Κεφάλαιο 5

1 Μετὰ ταῦτα ἦν ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα.

2 ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρα, ἡ ἐπιλεγομένη Ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα.

3 ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν.

4 ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι.

5 ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ.

6 τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;

7 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγὼ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει.

8 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει.

9 καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ.

10 ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· Σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον.

11 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει.

12 ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· Τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει;

13 ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ.

14 μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται.

15 ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ.

16 Καὶ διὰ τοῦτο ἐδίωκον τὸν Ἰησοῦν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ ἐζήτουν αὐτὸν ἀποκτεῖναι, ὅτι ταῦτα ἐποίει ἐν σαββάτῳ.

17 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς· Ὁ πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι.

18 διὰ τοῦτο οὖν μᾶλλον ἐζήτουν αὐτὸν οἱ Ἰουδαῖοι ἀποκτεῖναι, ὅτι οὐ μόνον ἔλυε τὸ σάββατον, ἀλλὰ καὶ πατέρα ἴδιον ἔλεγε τὸν Θεόν, ἴσον ἑαυτὸν ποιῶν τῷ Θεῷ.

19 ἀπεκρίνατο οὖν ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ δύναται ὁ υἱὸς ποιεῖν ἀφ' ἑαυτοῦ οὐδὲν, ἐὰν μή τι βλέπῃ τὸν πατέρα ποιοῦντα· ἃ γὰρ ἂν ἐκεῖνος ποιῇ, ταῦτα καὶ ὁ υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ.

20 ὁ γὰρ πατὴρ φιλεῖ τὸν υἱὸν καὶ πάντα δείκνυσιν αὐτῷ ἃ αὐτὸς ποιεῖ, καὶ μείζονα τούτων δείξει αὐτῷ ἔργα, ἵνα ὑμεῖς θαυμάζητε.

21 ὥσπερ γὰρ ὁ πατὴρ ἐγείρει τοὺς νεκροὺς καὶ ζῳοποιεῖ, οὕτω καὶ ὁ υἱὸς οὓς θέλει ζῳοποιεῖ.

22 οὐδὲ γὰρ ὁ πατὴρ κρίνει οὐδένα, ἀλλὰ τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ υἱῷ,

23 ἵνα πάντες τιμῶσι τὸν υἱὸν καθὼς τιμῶσι τὸν πατέρα. ὁ μὴ τιμῶν τὸν υἱὸν οὐ τιμᾷ τὸν πατέρα τὸν πέμψαντα αὐτόν.

24 ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν.

25 ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ νεκροὶ ἀκούσονται τῆς φωνῆς τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται·

26 ὥσπερ γὰρ ὁ πατὴρ ἔχει ζωὴν ἐν ἑαυτῷ, οὕτως ἔδωκε καὶ τῷ υἱῷ ζωὴν ἔχειν ἐν ἑαυτῷ·

27 καὶ ἐξουσίαν ἔδωκεν αὐτῷ καὶ κρίσιν ποιεῖν, ὅτι υἱὸς ἀνθρώπου ἐστί.

28 μὴ θαυμάζετε τοῦτο· ὅτι ἔρχεται ὥρα ἐν ᾗ πάντες οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσονται τῆς φωνῆς αὐτοῦ,

29 καὶ ἐκπορεύσονται οἱ τὰ ἀγαθὰ ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δὲ τὰ φαῦλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως.

30 οὐ δύναμαι ἐγὼ ποιεῖν ἀπ ἐμαυτοῦ οὐδέν. καθὼς ἀκούω κρίνω, καὶ ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ δικαία ἐστίν· ὅτι οὐ ζητῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμὸν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με πατρός.

31 Ἐὰν ἐγὼ μαρτυρῶ περὶ ἐμαυτοῦ, ἡ μαρτυρία μου οὐκ ἔστιν ἀληθής.

32 ἄλλος ἐστὶν ὁ μαρτυρῶν περὶ ἐμοῦ, καὶ οἶδα ὅτι ἀληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία ἣν μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ.

33 ὑμεῖς ἀπεστάλκατε πρὸς Ἰωάννην, καὶ μεμαρτύρηκε τῇ ἀληθείᾳ·

34 ἐγὼ δὲ οὐ παρὰ ἀνθρώπου τὴν μαρτυρίαν λαμβάνω, ἀλλὰ ταῦτα λέγω ἵνα ὑμεῖς σωθῆτε.

35 ἐκεῖνος ἦν ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καὶ φαίνων, ὑμεῖς δὲ ἠθελήσατε ἀγαλλιαθῆναι πρὸς ὥραν ἐν τῷ φωτὶ αὐτοῦ.

36 ἐγὼ δὲ ἔχω τὴν μαρτυρίαν μείζω τοῦ Ἰωάννου· τὰ γὰρ ἔργα ἃ ἔδωκέ μοι ὁ πατὴρ ἵνα τελειώσω αὐτά, αὐτὰ τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ, μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ ὅτι ὁ πατήρ με ἀπέσταλκε.

37 καὶ ὁ πέμψας με πατὴρ, αὐτὸς μεμαρτύρηκε περὶ ἐμοῦ. οὔτε φωνὴν αὐτοῦ ἀκηκόατε πώποτε οὔτε εἶδος αὐτοῦ ἑωράκατε,

38 καὶ τὸν λόγον αὐτοῦ οὐκ ἔχετε μένοντα ἐν ὑμῖν, ὅτι ὃν ἀπέστειλεν ἐκεῖνος, τούτῳ ὑμεῖς οὐ πιστεύετε.

39 ἐρευνᾶτε τὰς γραφάς, ὅτι ὑμεῖς δοκεῖτε ἐν αὐταῖς ζωὴν αἰώνιον ἔχειν· καὶ ἐκεῖναί εἰσιν αἱ μαρτυροῦσαι περὶ ἐμοῦ·

40 καὶ οὐ θέλετε ἐλθεῖν πρός με ἵνα ζωὴν ἔχητε.

41 δόξαν παρὰ ἀνθρώπων οὐ λαμβάνω·

42 ἀλλ' ἔγνωκα ὑμᾶς ὅτι τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔχετε ἐν ἑαυτοῖς.

43 ἐγὼ ἐλήλυθα ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ πατρός μου, καὶ οὐ λαμβάνετέ με· ἐὰν ἄλλος ἔλθῃ ἐν τῷ ὀνόματι τῷ ἰδίῳ, ἐκεῖνον λήψεσθε.

44 πῶς δύνασθε ὑμεῖς πιστεῦσαι, δόξαν παρὰ ἀλλήλων λαμβάνοντες, καὶ τὴν δόξαν τὴν παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ οὐ ζητεῖτε;

45 μὴ δοκεῖτε ὅτι ἐγὼ κατηγορήσω ὑμῶν πρὸς τὸν πατέρα· ἔστιν ὁ κατηγορῶν ὑμῶν Μωϋσῆς, εἰς ὃν ὑμεῖς ἠλπίκατε.

46 εἰ γὰρ ἐπιστεύετε Μωϋσεῖ, ἐπιστεύετε ἂν ἐμοί· περὶ γὰρ ἐμοῦ ἐκεῖνος ἔγραψεν.

47 εἰ δὲ τοῖς ἐκείνου γράμμασιν οὐ πιστεύετε, πῶς τοῖς ἐμοῖς ῥήμασι πιστεύσετε;

Για εβδομαδιαία ενημέρωση με τα κυριότερα θέματα:
Τρίτη
3
Αυγούστου
Ανατ.: 05.27
Δύση: 19.41
Τελευταίο Τέταρτο
Ισαακίου, Δαλμάτου και Φαύστου μαρτύρων, Σαλώμης μυροφόρου
1582
Οι Μανιάτες ζητούν τη βοήθεια του Πάπα της Ρώμης για να διώξουν τους Τούρκους.
1770
Ο Λάμπρος Κατσώνης πλήττει τον τουρκικό στόλο έξω από την Ύδρα.
1824
Δύναμη 600 Τούρκων ιππέων επιτίθεται κατά των Ελλήνων στην Αθήνα.
1826
Δύναμη 5.000 Τούρκων επιτίθεται εναντίον των 800 Ελλήνων υπερασπιστών των Αθηνών, οι οποίοι συμπτύσσονται στην Ακρόπολη.
1877
Πεθαίνει ο ηρωικός ναύαρχος της Επαναστάσεως Κωνσταντίνος Κανάρης.
1946
Η Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων παραπέμπει το θέμα της Βορείου Ηπείρου στο Συμβούλιο των Υπουργών Εξωτερικών.
Πότε πιστεύετε ότι θα εμφανιστεί ο αντίχριστος;
 
Παρακλητικός Κανών επι τη Κοίμηση της Θεοτόκου
Ψαλμωδίες

Ευλογήσαντος του ιερέως λέγομεν τον Ψαλμόν ΡΜΒ΄ (142)

Κύριε εισάκουσον της προσευχής μου, ενώτισαι την δέησίν μου εν τη αληθεία σου, εισάκουσόν μου εν τη δικαιοσύνη σου.
Και μη εισέλθεις εις κρίσιν μετά του δούλου σου, ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πας ζων.

Ότι κατεδίωξεν ο εχθρός την ψυχήν μου. εταπείνωσεν εις γην την ζωήν μου.

Εκάθισέ με εν σκοτεινοίς, ως νεκρούς αιώνος. Και ηκηδίασεν επ’ εμέ το πνεύμα μου, εν εμοί εταράχθη η καρδία μου.

Εμνήσθην ημερών αρχαίων, εμελέτησα εν πάσι τοις έργοις σου, εν ποιήμασι των χειρών σου εμελέτων. Διεπέτασα προς σε τα χείρας μου. η ψυχή μου ως γη άνυδρός σοι.
Ταχύ εισάκουσόν μου, Κύριε, εξέλιπε το πνεύμα μου.
Μη αποστρέψεις το πρόσωπόν σου απ’ εμού, και ομοιωθήσομαι τοις καταβαίνουσιν εις λάκκον.
Ακουστόν ποίησον μοι το πρωί το έλεός σου, ότι επί σοι ήλπισα.
Γνώρισόν μοι, Κύριε, οδόν, εν η πορεύσομαι, ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου
Εξελού με εκ των εχθρών μου, Κύριε. προς σε κατέφυγον, δίδαξόν με του ποιείν το θέλημά σου, ότι συ ει ο Θεός μου.
Το Πνεύμα σου το αγαθόν οδηγήσει με εν γη ευθεία. ένεκεν του ονόματός σου, Κύριε, ζήσεις με.
Εν τη δικαιοσύνη σου εξάξεις εκ θλίψεως την ψυχήν μου, και εν τω ελέει σου εξολοθρεύσεις τους εχθρούς μου. και απολείς πάντας τους θλίβοντας την ψυχήν μου, ότι εγώ δούλός σού ειμί.

Ήχος δ΄

Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν. ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.
Στιχ. α΄. Εξομολογείσθε τω Κυρίω, και επικαλείσθε το όνομα το άγιον αυτού.

Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν. ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.
Στιχ. β΄. Πάντα τα έθνη εκύκλωσάν με και τω ονόματι Κυρίου ημυνάμην αυτούς.

Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν. ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.
Στιχ. γ΄. Παρά Κυρίου εγένετο αύτη, και έστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών.

Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν. ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.

Είτα τα παρόντα τροπάρια.

Ήχος δ΄. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.

Τους ανυμνούντας σου την Κοίμησον Κόρη, δι’ ης ανήλθες προς ζωήν την αγήρω, και δεξιόθεν του Υιού σου έστηκας, σκέπε και διάσωζε, από πάσης ανάγκης, χάριν τε και έλεος, και πταισμάτων την λύσιν, εξαιτουμένη Δέσποινα ημίν, τοις προσκυνούσι, την άφραστον δόξα σου.

Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι.

Τους ανυμνούντας σου την Κοίμησον Κόρη, δι’ ης ανήλθες προς ζωήν την αγήρω, και δεξιόθεν του Υιού σου έστηκας, σκέπε και διάσωζε, από πάσης ανάγκης, χάριν τε και έλεος, και πταισμάτων την λύσιν, εξαιτουμένη Δέσποινα ημίν, τοις προσκυνούσι, την άφραστον δόξα σου.

Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Εκ των περάτων Αποστόλων ο δήμος, παραγενόμενος Αγνή εν νεφέλαις, τω σω οικήματι αθρόοι έσπευσαν. όθεν και κηδεύσαντες, το σον άχραντο σώμα, ύμνησαν της δόξης σου, το απόρρητον ύψος, ων ταις πρεσβείαις φύλαττε ημάς.

Ο Ν΄ (50) ΨΑΛΜΟΣ

Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεός σου, και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου, εξάλειψον το ανόμημά μου.
Επί πλείον πλύνον με από της ανομίας μου, και από της αμαρτίας μου καθάρισόν με.
Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω και η αμαρτία μου ενώπιόν μού εστί δια παντός.
Σοι μόνω ήμαρτον, και το πονηρόν ενώπιόν σου εποίησα. όπως αν δικαιωθείς εν τοις λόγοις σου, και νικήσεις εν τω κρίνεσθαί σε.
Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην, και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου.
Ιδού γαρ αλήθεια ηγάπησας. τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας σου εδήλωσάς μοι.
Ραντιείς με υσσώπω, και καθαρισθήσομαι. πλυνείς με και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι.
Ακουτιείς μοι αγαλλίασιν και ευφροσύνην. αγαλλιάσονται οστέα τεταπεινωμένα.
Απόστρεψον το πρόσωπόν σουαπό των αμαρτιών μου, και πάσας τας ανομίας μου εξάλειψον.
Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός, και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου.
Μη απορρίψεις με από του προσώπου σου, και το Πνεύμα σου το άγιον μη αντανέλεις απ’ εμού.
Απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου σου, και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με.
Διδάξω ανόμους τας οδούς σου, και ασεβείς επί σε επιστρέψουσι.
Ρύσαι με εξ αιμάτων ο Θεός, ο Θεός της σωτηρίας μου. αγαλλιάσεται η γλώσσα μου την δικαιοσύνην σου.
Κύριε, τα χείλη μου ανοίξεις, και το στόμα μου αναγγελεί την αίνεσίν σου.
Ότι, ει ηθέλησας θυσίαν, έδωκα αν. ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις.
Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον. καρδία συντετριμμένην και τεταπεινωμένην, ο Θεός, ουκ εξουδενώσει.
Αγάθυνον, Κύριε, εν τη ευδοκία σου την Σιών, και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλήμ.
Τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, αναφοράν και ολοκαυτώματα. τότε ανοίσουσιν επί το θυσιαστήριόν σου μόσχους.


Ο Κανών ού η ακροστιχίς.
«Θεογεννήτρια ημάς σκέποις. Γερασίμου.»

Ωδή α΄. Ήχος πλ. δ΄. Υγράν διοδεύσας.

Θεόν η τεκούσα σωματικώς, σωμάτων οδύνης, και κινδύνων επιφοράς, απάλλαξον Πάναγνε Παρθένε, τους ανυμνούντας την θείαν σου Κοίμησιν.

Επήρθης προς δόξαν των ουρανών, και έλιπες πάσι, την σην χάριν την μητρικήν, τοις πίστει Παρθένε ανυμνούσι, την θαυμαστήν σου και θείαν μετάστασιν.

Ολόφωτον σκήνωμα του Θεού, ήδη μεταστάσα, προς σκηνώματα ουρανών, ουράνωσον πάντων τας καρδίας, Θεογεννήτορ των πόθω τιμώντων σε.

Γαλήνην ειρήνην και φωτισμόν, ημίν δίδου Κόρη, τοις υμνούσιν ειλικρινώς, την γήθέν σου άνοδον Παρθένε, ην και αγγέλων δοξάζουσιν τάγματα.

Ωδή γ΄. Ουρανίας αψίδος.

Εκ περάτων συνήλθον, θεαρχικώ νεύματι, και το σον ακήρατον σώμα, Αγνή εκήδευσαν, οι Μαθηταί του Χριστού. ων παρακλήσεσι Κόρη, δίδου ημίν άπασι, την σην βοήθειαν.

Νοσημάτων παντοίων και πειρασμών λύτρωσαι, τους υμνολογούντας Παρθένε, την σην Μετάστασιν, και κατακοίμησον τα δολεράς επιθέσεις, του δολίου δράκοντος, κατά των δούλων σου.

Νάμα ένθεον βλύσον, και γλυκασμόν άϋλον, οία χαριτόβρυτος κρήνη, θείας χρηστότητος, τοις εορτάζουσι, της σης Κοιμήσεως Κόρη, την λαμπράν πανήγυριν, και σε γεραίρουσιν.

Ηλιόμορφε Κόρη, η τον Χριστόν τέξασα, της δικαιοσύνης τον μέγαν, Παρθένε Ήλιον, τον ζόφον σκέδασον, της ταλαιπώρου ψυχής μου, και φωτί με λάμπρυνον, της σης λαμπρότητος.

Την σεπτήν σου και θείαν, και θαυμαστήν Κοίμησιν, ύμνοις ιεροίς ευφημούντες, αναβοώμεν σοι. Έσο ακοίμητος, ημίν προστάτης Παρθένε, άπασαν κοιμίζουσα, εχθρών επίθεση.


Διάσωσον πάσης ανάγκης και θλίψεως Θεοτόκε, τους υμνούντας την παναγίαν σου Κοίμησιν, πάσι παρέχουσα Κόρη παθών την λύσιν.

Επίβλεψον, εν ευμενεία πανύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.

Αίτησις και το Κάθισμα.

Ήχος β΄. Πρεσβεία θερμή.

Μετέστης εκ γης, προς δόξαν υπερκόσμιον, ως Μήτηρ Θεού, και πάντων υπερέχουσα, Παρθένε Παναμώμητε. διά τούτο απαύστως βοώμεν σοι. Τον σον Υιόν και Θεόν εκτενώς, δυσώπει υπέρ των ανυμνούντων σε.

Ωδή δ΄. Εισακήκοα Κύριε.

Ρώσιν δίσου και ίασιν, τοις τετρυχωμένοις νόσοις και πάθεσι, τοις υμνούσι σου την Κοίμησιν, Κεχαριτωμένη Αειπάρθενε.

Ιερώς ανελύληθας, προς τα υπέρ λόγον θεία σκηνώματα, ιλασμόν ημίν παρέχουσα, τοις δοξολογούσί σου την Κοίμησιν.

Αποστόλων ο θίασος, τη ση μεταστάσει Αγνή συνέδραμε, και τα θεία μεγαλεία σου, θεολήπτω γλώσση εμεγάλυνεν.

Η σκηνή η αμόλυντος, της υπερφυούς του Λόγου σαρκώσεως, Θεοτόκε Αειπάρθενε, πάσης αλογίας ημάς λύτρωσαι.

Ωδή ε΄. Φώτισον ημάς.

Μένει σου κενός, του σου σώματος Πανάχραντε, ο σος τάφος και παρέχει τοις πιστοίς, φωτισμόν αγιασμόν και θείον έλεος.

Άλυπον ζωήν, και ειρήνην δίδου άτρεπτον, Παντευλόγητε Παρθένε Μαριάμ, τοις υμνούσι σου την ένδοξον Μετάστασιν.

Σε προς ουρανόν, ανιούσιν τα στρατεύματα, των Αγγέλων ανευφήμουν εν χαρά, ων λιταίς ημάς Παρθένε λύπης λύτρωσαι.

Σύντριψον Αγνή, του εχθρού τα μηχανήματα, α τεκταίνει καθ’ ημών διηνεκώς, Θεοτόκε ανθρώπων καταφύγιον.

Ωδή ς΄. Την δέησιν.

Κυμάτων και χαλεπών καταιγίδων, των του βίου απολύτρωσαι Κόρη, τους εορτάζοντας πίστει και πόθω, την ιεράν σου και θείαν Μετάστασιν, δι’ ης ως πάντων βασιλίς, εις τα άνω ανήλθες βασίλεια.

Επέστη, των Αποστόλων ο δήμος, υπό θείων νεφελών τω σω οίκω, Γεσθημανή δε εν τάφω Παρθένε, το σον ακήρατον σώμα εκήδευσαν. ων ταις δεήσεσι ημάς, φωτισμού ουρανίου αξίωσον.

Πηγάζει, αγιασμόν ο σος τάφος, καταθέσει του αχράντου σου σκήνους, και αγιάζει αεί Θεοτόκε, τους προσιόντας αυτώ μετά πίστεως. Διό αγίασον καμού, και ψυχήν και καρδίαν ση χάριτι.

Ο Λόγος, ο του Πατρός ώσπερ οίδε, σαρκωθείς εκ των αγνών σου αιμάτων, από της γης προς ουράνιον δόξαν, σε Θεογεννήτορ ενδόξως μετέστησεν. Ον καθικέτευε αει, των πταισμάτων διδόναι μοι άφεσιν.

Διάσωσον πάσης ανάγκης και θλίψεως Θεοτόκε, τους υμνούντας την παναγίαν σου Κοίμησιν, πάσι παρέχουσα Κόρη παθών την λύσιν.

Άχραντε, η διά λόγου τον Λόγον ανερμηνεύτως επ’ εσχάτων των ημερών τεκούσα, δυσώπησον ως έχουσα μητρικήν παρρησίαν.

Αίτησις και το Κοντάκιον.

Ήχος β΄. Τοις των αιμάτων σου.

Τη αθανάτω Κοιμήσει σου Άχραντε, ο ουρανός και η γη συναγάλλονται. διό και ημάς νυν απάλλαξον, εξ αθυμίας και πάσης στενώσεως, ως πέλαγος θείας χρηστότητος.

Προκείμενον. Ήχος δ΄.

Μνησθήσομαι του ονόματός σου εν πάση γενεά και γενεά.

Στιχ. Άκουσον θύγατερ και ίδε και κλίνον το ους σου και επιλάθου του λαού σου και του οίκου του πατρός σου και επιθυμήσει ο Βασιλεύς του κάλλους σου.

Ευαγγέλιον εκ του κατά Λουκάν.

Εν ταίς ημέραις εκείναις, αναστάσα Μαριάμ επορεύθη εις την ορεινήν μετά σπουδής εις πόλιν Ιούδα και εισήλθεν εις τόν οίκον Ζαχαρίου και ησπάσατο την Ελισάβετ. Και εγένετο, ως ήκουσεν η Ελισάβετ τόν ασπασμόν τής Μαρίας, εσκίρτησε τό βρέφος εν τή κοιλία αυτής και επλήσθη Πνεύματος αγίου η Ελισάβετ και ανεφώνησε φωνή μεγάλη και είπεν, Ευλογημένη σύ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός τής κοιλίας σου. Και πόθεν μοι τουτο, ίνα έλθη η μήτηρ του Κυρίου μου πρός με; Ιδού γαρ, ως εγένετο η φωνή του ασπασμού σου εις τά ώτά μου, εσκίρτησε τό βρέφος εν αγαλλιάσει εν τή κοιλία μου. Και μακαρία η πιστεύσασα, ότι έσται τελείωσις τοίς λελαλημένοις αυτή παρά Κυρίου. Και είπε Μαριάμ, Μεγαλύνει η ψυχή μου τόν Κύριον και ηγαλλίασε το πvεύμα μου επί τώ Θεώ τώ σωτήρι μου, ότι επέβλεψεν επί τήv ταπείvωσιν τής δούλης αυτου. Ιδού γάρ από του νύv μακαριούσί με πάσαι αι γεvεαί. Ότι εποίησέ μοι μεγαλεία ο Δυvατός και άγιοv τό όvομα αυτου. Έμεινε δέ Μαριάμ σύv αυτή ωσεί μήvας τρείς και υπέστρεψεν εις τόν οίκοv αυτής.


Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι.

Ταις της Θεοτόκου πρεσβείαις ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη των εμών εγκλημάτων.

Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

Ταις της Παναχράντου πρεσβείαις ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη των εμών εγκλημάτων.

Προσόμοιον.

Ήχος πλ. β΄. Όλην αποθέμενοι.
Στίχ. Ελέησόν με ο Θεός...

Γήθεν ανελήλυθας, προς την ουράνιον δόξαν, ως πάντων βασίλισσα, και δεξιά έστηκας του Παντάνακτος, φωτισμόν νέμουσα, και χαράν και λύσιν, τοις την θείαν σου Μετάστασιν, ύμνοις γεραίρουσι, και πανευλαβώς εκβοώσι σοι. Παρθένε Παναμώμητε, μη ελλίπης πάντοτε σκέπουσα, και περιφρουρούσα, εκ πάσης λυπηράς επαγωγής, και νοσημάτων και θλίψεων, τους σε μεγαλύνοντας.

Σώσον ο Θεός τον λαόν σου....

Ωδή ζ΄. Οι εκ της Ιουδαίας.

Ιλασμόν ημίν αίτει, και παθών πολυτρόπων την απολύτρωσιν, τοις πίστει ανυμνούσι, την Κοίμησίν σου Κόρη, και θερμώς ανακράζουσι. Χαίρε Παρθένε Αγνή, ημών η προστασία.

Συναγάλλονται Κόρη, ουρανός και γη πάσα εν τη Κοιμήσει σου, εν η καμού την θλίψιν, διάλυσον Παρθένε, της ψυχής ίνα ψάλλω σοι. χαίρε Αγγέλων χαρά, και των ανθρώπων σκέπη.

Γήθεν ήρθης εν δόξη, δεξιόθεν δε έστης του σου Υιού και Θεού. διό καμέ Παρθένε, τοις δεξιοίς προβάτοις, συναρίθμησον δέομαι, εν ώρα τη φοβερά, της αδεκάστου δίκης.

Εκ γαστρός σου ετέχθη, ο το παν ουσιώσας Λόγος το πρότερον. αυτόν ουν εκδυσώπει, οικτείραι Θεοτόκε, τους εν πίστει κραυγάζοντας. Ο των Πατέρων ημών Θεός ευλογητός ει.

Ωδή η΄. Τον βασιλέα.

Ρώσιν παράσχου κατά ψυχήν τε και σώμα, τοις προσπίπτουσι τη ιερά Εικόνι, της Κοιμήσεώς σου, Παρθένε Θεοτόκε.

Από περάτων, Χριστού οι μύσται συνήλθον, του κηδεύσαι σου το σώμα Θεοτόκε, μεθ’ ων ανυμνούμεν, την θείαν Κοίμησίν σου.

Σκέπασον Κόρη, εκ των βελών του δολίου, τους προστρέχοντας τη θαυμαστή σου σκέπη, και δοξολογούντας, την θείαν Κοίμησίν σου.

Ισχύν μοι δίδου, κατά παθών ολεθρίων, και απάλλαξον πικράς με συνηθείας, Κεχαριτωμένη, τον σον οικτρόν ικέτην.

Ωδή θ΄. Κυρίως Θεοτόκον.

Μετέστης προς τα άνω, ως Μήτηρ Κυρίου, και ανυψοίς προς ουράνιον έρωτα, τους ανυμνούντας Παρθένε την σην Μετάστασιν.

Ολόφωτε Λυχνία, Κεχαριτωμένη, τους την σεπτήν σου γεραίροντας Κοίμησιν, τω φωτισμώ τη σης χάριτος καταλάμπρυνον.

Υμνούμεν συν Αγγέλοις, Κεχαριτωμένη, την ιεράν σου και θείαν Μετάστασιν, επιβοώμενοι Κόρη την σην βοήθειαν.

Υπέρτερον τον νουν μου, δείξον Θεοτόκε, χαμαιπετών εννοιών τη ση χάριτι, και της μανίας με λύτρωσαι του αλάστορος.

Άξιον εστιν ως αληθώς μακαρίζειν Σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών.

Την τιμιωτέραν των Χερουβίμ, και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σερουφείμ, την αδιαφθόρως, Θεόν Λόγον τεκούσαν. την όντως Θεοτόκον, Σε μεγαλύνομεν.

Και τα παρόντα Μεγαλυνάρια.

Γήθεν μετέθης προς ουρανόν, Κεχαριτωμένη, ως βασίλισσα του παντός, και δεξιά έστης, του σου Υιού Παρθένε, παρέχουσα τω κόσμω, την ευλογίαν σου.

Από των περάτων πάσης της γης, συνήλθον Παρθένε, οι Απόστολοι του Χριστού, Πνεύματος δυνάμει, υπό νεφών αρρήτως, και το σεπτόν σου σώμα, τάφω παρέδωκαν.

Άγγελοι και άνθρωποι εν ωδαίς, την Μετάστασίν σου, ανυμνούσι Μήτερ Θεού. συ γαρ τω σω τόκω, συνήψας παραδόξως, την γην και τα ουράνια, Παναμώμητε.

Εν χωρίω κόρη Γεθσημανή, το ζωαρχικόν σου, μετεκόμισαν εν χαρά, σώμα Θεοτόκε, οι Μαθηταί Κυρίου, και ευλαβώς τω τάφω, τούτο κατέθεντο.

Την σην προστασίαν δίδου αεί, τοις υμνολογούσι, την σην Κοίμησιν την σεπτήν, Κεχαριτωμένη, Παρθένε Θεοτόκε, πταισμάτων αιτουμένη, ημίν συγχώρησιν.

Ως της συμπαθείας θείος κρουνός, επίβλεψον Κόρη, ουρανόθεν νυν εφ’ ημάς, και ειρήνη αίτει, ημίν και σωτηρίαν, τοις ανυμνολογούσι, την σην Μετάστασιν.


Πάσαι των Αγγέλων αι στρατιαί, πρόδρομε Κυρίου, Αποστόλων η δωδεκάς, οι Άγιοι Πάντες, μετά της Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εις το σωθήναι ημάς.

Άγιος ο Θεός, άγιος Ισχυρός, άγιος Αθάνατος ελέησον ημάς (γ΄).

Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι, και νύν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Παναγία Τριάς, ελέησον ημάς. Κύριε, ιλάσθητι ταις αμαρτίαις ημών. Δέσποτα, συγχώρησον τας ανομίας ημίν. Άγιε, επίσκεψαι και ίασαι τας ασθενείας ημών ένεκεν του ονόματός σου. Κύριε, ελέησον. Κύριε ελήσον. Κύριε ελέησον.

Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι. Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς αγιασθήτω το όνομά σου . Ελθέτω η βασιλεία σου. Γεννηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ και επίτης γης. Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον. Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών. Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού.

Ο Ιερεύς.

Ότι σου εστιν η βασιλεία και η δύναμις και η δόξα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος , νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Κατόπιν τα τροπάρια.

Ήχος πλ. β΄.

Ελέησον ημάς, Κύριε, ελέησον ημάς. πάσης γαρ απολογίας απορούντες, ταύτην σοι την ικεσίαν, ως Δεσπότη, οι αμαρτωλοί προσφέρομεν. Ελέησον ημάς.

Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι.

Κύριε ελέησον ημάς, επί σοι γαρ πεποίθαμεν. μη οργισθής ημίν σφόδρα, μηδέ μνησθής των ανομιών ημών. αλλ’ επίβλεψον και νυν ως εύσπλαχνος, και λύτρωσαι ημάς εκ των εχθρών ημών. συ γαρ ει Θεός ημών, και ημείς λαός σου, πάντες έργα χειρών σου, και το όνομά σου επικεκλήμεθα.


Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Της ευσπλαχνίας την πύλην άνοιξον ημίν, ευλογημένη Θεοτόκε. ελπίζοντες εις σε, μη αστοχήσωμεν. ρυσθείημεν δια σου των περιστάσεων. συ γαρ ει η σωτηρία του γένους των χριστιανών.

Η εκτενής παρά του Ιερέως, και απόλυσις. Μετά την «απόλυσιν» ψάλλομεν αργώς το κάτωθι τροπάριο:

Ήχος β΄. Ότε εκ του ξύλου.

Πάντας τους υμνούντας ευλαβώς, την σην Παναγία Παρθένε, θείαν Μετάστασιν, σώζε και απάλλαττε, εκ πάσης θλίψεως, και πταισμάτων συγχώρησιν, και έλεος θείον, οία Μήτηρ αίτησαι, παρά Χριστού του Θεού, πάσι τοις αεί αφορώσι, προς την θερμοτάτην πρεσβείαν, της σης αγαθότητος Πανύμνητε.

Δίστιχον.

Φέρων τη Κοιμήσει σου δέησιν Κόρη
Την σην εξαιτούμαι Γεράσιμος χάριν.