GreekRussian (CIS)
Επιστολές Παύλου

Κεφάλαιο 6

Ἡ ἕνωσις μὲ τὸν Χριστὸν ἀσυμβίβαστη μὲ τὴν ἁμαρτίαν

1 Τί θὰ ποῦμε λοιπόν; Θὰ ἐπιμένωμεν εἰς τὴν ἁμαρτίαν διὰ νὰ πλεονάσῃ ἡ χάρις; Μὴ γένοιτο.

2 Ἐμεῖς ποὺ ἐπεθάναμε ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτίαν, πῶς μποροῦμε νὰ ζοῦμε ἀκόμη μέσα σ’ αὐτήν;

3 Ἢ δὲν ξέρετε ὅτι ὅλοι ἐμεῖς ποὺ βαπτισθήκαμε εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, βαπτισθήκαμε εἰς τὸν θάνατόν του;

4 Ἔχομεν ταφῆ λοιπὸν μαζί του διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον ὥστε, ὅπως ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν μὲ τὴν δόξαν τοῦ Πατέρα, ἔτσι καὶ ἐμεῖς νὰ ζήσωμεν μία νέα ζωή.

5 Διότι ἐὰν ἑνωθήκαμε μαζί του σὲ ἕνα θάνατον σὰν τὸν δικό του, τότε θὰ ἑνωθοῦμε μαζί του καὶ σὲ μία ἀνάστασι σὰν τὴν δική του,

6 διότι γνωρίζομεν ὅτι ὁ παλαιὸς ἑαυτός μας ἐσταυρώθηκε μὲ τὸν Χριστόν, διὰ νὰ καταστραφῇ τὸ ἁμαρτωλὸν σῶμα, ὥστε νὰ μὴ εἴμεθα πλέον δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας,

7 διότι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει πεθάνει ἔχει ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν.

8 Ἀλλ’ ἐὰν ἐπεθάναμε μαζὶ μὲ τὸν Χριστόν, πιστεύομεν ὅτι καὶ θὰ ζήσωμεν μαζί του.

9 Γνωρίζομεν ὅτι ὁ Χριστός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν, δὲν θὰ πεθάνῃ πλέον, ὁ θάνατος δὲν ἔχει πλέον ἐξουσίαν ἐπάνω του.

10 Διότι τὸν θάνατον ποὺ ὑπέστη, τὸν ὑπέστη μιὰ γιὰ πάντα ἀναφορικῶς πρὸς τὴν ἁμαρτίαν, τὴν ζωὴν δὲ ποὺ ζῆ, τὴν ζῆ διὰ τὸν Θεόν.

11 Ἔτσι καὶ σεῖς νὰ θεωρῆτε τοὺς ἑαυτούς σας ὅτι εἶσθε νεκροὶ ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτίαν ἀλλὰ ζωντανοὶ διὰ τὸν Θεόν, ἑνωμένοι μὲ τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν τὸν Κύριόν μας.

12 Ἂς μὴ βασιλεύῃ λοιπὸν ἡ ἁμαρτία εἰς τὸ θνητόν σας σῶμα, διὰ νὰ σᾶς κάνῃ νὰ ὑπακούετε εἰς τὰς ἐπιθυμίας του.

13 Οὔτε νὰ ἔχετε τὰ μέλη σας εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ἁμαρτίας, σὰν ὄργανα διὰ τὸ κακόν, ἀλλὰ νὰ προσφέρετε τοὺς ἑαυτούς σας εἰς τὸν Θεόν, σὰν ἄνθρωποι ποὺ ἀνέζησαν ἐκ νεκρῶν, καὶ τὰ μέλη σας εἰς αὐτόν, σὰν ὄργανα διὰ νὰ κάνουν τὸ καλόν.

14 Διότι ἡ ἁμαρτία δὲν θὰ σᾶς ἐξουσιάζῃ, ἀφοῦ δὲν εἶσθε κάτω ἀπὸ τὸν νόμον ἀλλὰ κάτω ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ.

Παράδειγμα ἀπὸ τὴν δουλείαν

15 Τί λοιπόν; Θὰ ἁμαρτήσωμεν ἐπειδὴ δὲν εἴμεθα κάτω ἀπὸ τὸν νόμον ἀλλὰ κάτω ἀπὸ τὴν χάριν; Μὴ γένοιτο.

16 Δὲν ξέρετε ὅτι ὅταν προσφέρετε τοὺς ἑαυτούς σας δούλους σὲ κάποιον διὰ νὰ τὸν ὑπακούετε, εἶσθε δοῦλοι ἐκείνου ποὺ ὑπακούετε, ἢ δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας ποὺ καταλήγει εἰς θάνατον ἢ τῆς ὑπακοῆς ποὺ φέρει δικαίωσιν;

17 Ἀλλὰ δόξα εἰς τὸν Θεόν, διότι σεῖς ποὺ ἤσαστε δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, ὑπακούσατε μὲ τὴν καρδιά σας εἰς τὸν τύπον τῆς διδασκαλίας, εἰς τὸν ὁποῖον παραδοθήκατε, καί,

18 ἀφοῦ ἐλευθερωθήκατε ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ἐγίνατε δοῦλοι τῆς δικαιοσύνης.

19 Μιλῶ κατὰ ἀνθρώπινον τρόπον ἕνεκα τῆς φυσικῆς σας ἀδυναμίας. Ὅπως δηλαδὴ παραδώσατε ἄλλοτε τὰ μέλη σας ὑπόδουλα εἰς τὴν ἀκαθαρσίαν καὶ τὴν ἀνομίαν, ποὺ συνετέλεσε εἰς τὴν ἀνομίαν σας, ἔτσι τώρα νὰ παραδώσετε τὰ μέλη σας ὑπόδουλα εἰς τὴν δικαιοσύνην, ποὺ θὰ συντελέσῃ εἰς τὸν ἁγιασμόν σας.

20 Διότι ὅταν ἤσαστε δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, ἤσαστε ἐλεύθεροι ὡς πρὸς τὴν δικαιοσύνην.

21 Καὶ τί κέρδος εἴχατε τότε ἀπὸ τὰ ἔργα σας διὰ τὰ ὁποῖα τώρα ἐντρέπεσθε; Τὸ τέλος ἐκείνων εἶναι ὁ θάνατος.

22 Ἀλλὰ τώρα ποὺ ἐλευθερωθήκατε ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν καὶ ὑποδουλωθήκατε εἰς τὸν Θεόν, ἔχετε κέρδος ποὺ σᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸν ἁγιασμόν, καὶ τελικὰ εἰς ζωὴν αἰώνιον.

23 Διότι ὁ μισθὸς ποὺ πληρώνει ἡ ἁμαρτία εἶναι θάνατος, ἐνῶ τὸ δῶρον τοῦ Θεοῦ εἶναι ζωὴ αἰώνιος διὰ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου μας.

Στη γλώσσα που γράφτηκε

1 Τὶ οὖν ἐροῦμεν; ἐπιμενοῦμεν τῇ ἁμαρτίᾳ ἵνα ἡ χάρις πλεονάσῃ;

2 Μὴ γένοιτο. οἵτινες ἀπεθάνομεν τῇ ἁμαρτίᾳ, πῶς ἔτι ζήσομεν ἐν αὐτῇ;

3 Ἢ ἀγνοεῖτε ὅτι ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν, εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν;

4 Συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν.

5 Εἰ γὰρ σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναστάσεως ἐσόμεθα,

6 τοῦτο γινώσκοντες, ὅτι ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος συνεσταυρώθη ἵνα καταργηθῇ τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας, τοῦ μηκέτι δουλεύειν ἡμᾶς τῇ ἁμαρτίᾳ·

7 ὁ γὰρ ἀποθανὼν δεδικαίωται ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας.

8 Εἰ δὲ ἀπεθάνομεν σὺν Χριστῷ, πιστεύομεν ὅτι καὶ συζήσομεν αὐτῷ,

9 εἰδότες ὅτι Χριστὸς ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν οὐκέτι ἀποθνήσκει, θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει. 10 ὃ γὰρ ἀπέθανε, τῇ ἁμαρτίᾳ ἀπέθανεν ἐφάπαξ, ὃ δὲ ζῇ, ζῇ τῷ Θεῷ.

11 Οὕτω καὶ ὑμεῖς λογίζεσθε ἑαυτοὺς νεκροὺς μὲν εἶναι τῇ ἁμαρτίᾳ, ζῶντας δὲ τῷ Θεῷ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.

12 Μὴ οὖν βασιλευέτω ἡ ἁμαρτία ἐν τῷ θνητῷ ὑμῶν σώματι εἰς τὸ ὑπακούειν αὐτῇ ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις αὐτοῦ,

13 μηδὲ παριστάνετε τὰ μέλη ὑμῶν ὅπλα ἀδικίας τῇ ἁμαρτίᾳ, ἀλλὰ παραστήσατε ἑαυτοὺς τῷ Θεῷ ὡς ἐκ νεκρῶν ζῶντας καὶ τὰ μέλη ὑμῶν ὅπλα δικαιοσύνης τῷ Θεῷ.

14 Ἁμαρτία γὰρ ὑμῶν οὐ κυριεύσει· οὐ γάρ ἐστε ὑπὸ νόμον, ἀλλ᾿ ὑπὸ χάριν.

15 Τί οὖν; ἁμαρτήσομεν ὅτι οὐκ ἐσμὲν ὑπὸ νόμον, ἀλλ᾿ ὑπὸ χάριν; Μὴ γένοιτο.

16 Οὐκ οἴδατε ὅτι ᾧ παριστάνετε ἑαυτοὺς δούλους εἰς ὑπακοήν, δοῦλοί ἐστε ᾧ ὑπακούετε, ἤτοι ἁμαρτίας εἰς θάνατον ἢ ὑπακοῆς εἰς δικαιοσύνην;

17 Χάρις δὲ τῷ Θεῷ ὅτι ἦτε δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, ὑπηκούσατε δὲ ἐκ καρδίας εἰς ὃν παρεδόθητε τύπον διδαχῆς,

18 ἐλευθερωθέντες δὲ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας ἐδουλώθητε τῇ δικαιοσύνῃ.

19 Ἀνθρώπινον λέγω διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς ὑμῶν. ὥσπερ γὰρ παρεστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ ἀκαθαρσίᾳ καὶ τῇ ἀνομίᾳ εἰς τὴν ἀνομίαν, οὕτω νῦν παραστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ δικαιοσύνῃ εἰς ἁγιασμόν.

20 Ὅτε γὰρ δοῦλοι ἦτε τῆς ἁμαρτίας, ἐλεύθεροι ἦτε τῇ δικαιοσύνῃ.

21 Τίνα οὖν καρπὸν εἴχετε τότε ἐφ᾿ οἷς νῦν ἐπαισχύνεσθε; τὸ γὰρ τέλος ἐκείνων θάνατος.

22 Νυνὶ δὲ ἐλευθερωθέντες ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας δουλωθέντες δὲ τῷ Θεῷ ἔχετε τὸν καρπὸν ὑμῶν εἰς ἁγιασμόν, τὸ δὲ τέλος ζωὴν αἰώνιον.

23 Τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος, τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.

Κήρυγμα επί του Ευαγγελίου της Κυριακής (περί των συμφερόντων)
Λόγοι

 «Καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως».
 
Ονόμασαν τα λόγια αυτά του Χριστού «χρυσούν κανόνα της ηθικής» και είπαν, πολύ σωστά, πως αν οι άνθρωποι τον εφάρμωζαν στη ζωή τους δεν θα είχαν λόγο ύπαρξης οι νόμοι και τα δικαστήρια. Αφού ο καθένας θα έκαμνε για τον άλλον εκείνο που θα ανέμενε απ’ αυτόν, στον κόσμο θα βασίλευαν η ειρήνη και η δικαιοσύνη.

            Είχε διαγνώσει, ο Χριστός, πως αιτία όλων των συγκρούσεων που αναστατώνουν τη ζωή των ανθρώπων είναι η τάση του καθενός να παραγνωρίζει όλους του άλλους και να θέτει το προσωπικό του συμφέρον πάνω από το συμφέρον των άλλων.

Έρχεται, λοιπόν, σήμερα και προβάλλει ως κανόνα και νόμο της κοινωνικής ζωής την αγάπη. Κι επειδή δεν υπάρχει μεγαλύτερη αγάπη από την αγάπη που τρέφει ο καθένας προς τον εαυτό του, βάση της σχέσης των ανθρώπων τίθεται, σήμερα, από τον Χριστό, ο εαυτός μας.

            Μέσα από τη σημερινή Ευαγγελική περικοπή φαίνονται τα κύρια χαρακτηριστικά της αγάπης όπως ο Χριστός επανειλημμένα την δίδαξε και όπως καλεί τον καθένα μας να την εφαρμόσει:
            Πρώτο χαρακτηριστικό της αγάπης είναι ότι δεν έχει όρια, επεκτείνεται προς όλους. Στην Παλαιά Διαθήκη αυτή η διάσταση της αγάπης είναι άγνωστη. Ένας Ιουδαίος όφειλε να αγαπά τους άλλους Ιουδαίους, δεν είχε όμως τέτοια υποχρέωση προς τους ξένους. Κάποια κείμενά τους, μάλιστα, έλεγαν «αγαπήσεις τον πλησίον σου και μισήσεις τον εχθρό σου». Ο Χριστός, όμως, σήμερα διευρύνει τα όρια της αγάπης: «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών», λέγει. Είναι φυσικό η αγάπη να αρχίσει από τα πρόσωπα του οικογενειακού μας περιβάλλοντος. Θα προχωρήσει, ύστερα, στους γνωστούς, θα επεκταθεί στους ομοεθνείς και ομόπιστους, θα φτάσει, όμως, και στους ξένους, ακόμα και τους εχθρούς. Όλοι αυτοί είναι αδελφοί μας γιατί έχουμε τον ίδιο Θεό και πατέρα, έχουμε την ίδια καταγωγή από τον Αδάμ και την Εύα.
            Δεν ισχυρίζεται κανείς ότι η αγάπη προς όλους είναι εύκολη υπόθεση. Είναι, όμως, εντολή του Θεού: «Ταύτην την εντολήν έχομεν απ’ αυτού, ίνα ο αγαπών τον Θεόν αγαπά και τον αδελφόν αυτού». Και κατά τη διάρκεια του Μυστικού Δείπνου έδωσε ο Χριστός ως χαρακτηριστικό γνώρισμα των οπαδών του την μεταξύ τους αγάπη: «Εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστέ, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις».
            Δεύτερο χαρακτηριστικό της αγάπης είναι η ανιδιοτέλεια. Το τόνισε ξεκάθαρα σήμερα ο Χριστός. Αν αγαπάτε μόνον εκείνους που σας αγαπούν κι αν υπηρετείτε μόνον εκείνους που θα σας ανταποδώσουν τις εξυπηρετήσεις, ποιαν ιδιαίτερη αμοιβή περιμένετε να έχετε; Κι οι αμαρτωλοί, κι οι μη Χριστιανοί, κάνουν ακριβώς το ίδιο.
            Χωρίς το στοιχείο της ανιδιοτέλειας κι οι πιο θερμές και έμπρακτες εκδηλώσεις αγάπης χάνουν τη σημασία τους. Η μόνη ικανοποίηση του ανθρώπου που προσφέρει την αγάπη του, πρέπει να είναι η μαρτυρία της συνείδησής του ότι κάμνει το καθήκον του.
            Παράδειγμα συγκλονιστικής ανιδιοτελούς αγάπης είναι η αγάπη του Θεού προς τον αμαρτωλό άνθρωπο. Χωρίς να αναμένει κανενός είδους ανταπόδοση από τους ανθρώπους, στέλλει στη γη τον Μονογενή Υιό Του ο οποίος και υφίσταται τον επονείδιστο σταυρικό θάνατο.
            Τρίτο γνώρισμα της αγάπης, όπως μας την παρουσίασε σήμερα ο Χριστός, είναι το ξεπέρασμα, η υπέρβαση, της ανθρώπινης δικαιοσύνης. Αρχή της δικαιοσύνης είναι η απόδοση των ίσων: Αν θέλω να με ευεργετούν πρέπει να ευεργετώ. Αν δεν θέλω να με αδικούν, ούτε και εγώ πρέπει να αδικώ. Είναι εξ άλλου γνωστή η πρόνοια του νόμου: «οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος». Ο Χριστός, όμως, δεν περιορίζεται σ’ αυτά. Προχωρεί βαθύτερα. Το να μισούμε αυτόν που μας αγαπά είναι παρά φύσιν κατάσταση. Ακόμα και τα ζώα δεν παρουσιάζουν αυτή τη συμπεριφορά. Το να αγαπούμε αυτόν που μας αγαπά είναι φυσική κατάσταση. Το βλέπουμε και στα ζώα: Περιποιήσου ένα ζώο και θα’ χεις την αγάπη του. Αλλά το να αγαπούμε αυτόν που μας εχθρεύεται και μας καταδιώκει, συνιστά υπέρ φύσιν κατάσταση και σ’ αυτήν τη ζωή επιδιώκει να μας οδηγήσει ο Χριστός. Έτσι η Χριστιανική αγάπη είναι υπέρβαση της ανθρώπινης δικαιοσύνης. Δεν επιδιώκει την απόδοση στον άλλον της ευθύνης της ενοχής του. Παραγράφει την ενοχή και ανταποδίδει «καλόν αντί κακού».
            Έτσι σκιαγράφησε τα γνωρίσματα της αγάπης ο Χριστός. Σ’ αυτά τα επίπεδα αγάπης μάς καλεί να αναχθούμε. Σε μιαν αγάπη «άνευ όρων και ορίων». Οι Χριστιανοί μόνον με την αγάπη μπορούμε να διακριθούμε μέσα σ’ ένα κόσμο που τον χαρακτηρίζει η ιδιοτέλεια και ο υποκειμενισμός.
            Ο δρόμος της αγάπης είναι ο μόνος που μπορεί να βγάλει την ανθρωπότητα από τα απελπιστικά αδιέξοδά της. Η ανθρωπότητα στράφηκε μέχρι σήμερα σε πολλούς άλλους δρόμους κι απογοητεύτηκε. Ο δρόμος της Επιστήμης δεν της γέμισε το χαίνον ψυχικό κενό. Ο δρόμος της Οικονομίας διηύρυνε το χάσμα μεταξύ των ανθρώπων, κάνοντας τους πλούσιους πλουσιότερους και τους πτωχούς πτωχότερους. Ο δρόμος των υλικών απολαύσεων φόρτωσε την ανθρωπότητα με ποικίλες ασθένειες, ψυχολογικές αλλά και σωματικές. Δεν μας μένει παρά ο δρόμος της αγάπης. Αυτής που μπορεί να δώσει ό,τι υπόσχεται.
† Ο Πάφου Γεώργιος