GreekRussian (CIS)
Επιστολές Παύλου

Κεφάλαιο 6

Ἡ ἕνωσις μὲ τὸν Χριστὸν ἀσυμβίβαστη μὲ τὴν ἁμαρτίαν

1 Τί θὰ ποῦμε λοιπόν; Θὰ ἐπιμένωμεν εἰς τὴν ἁμαρτίαν διὰ νὰ πλεονάσῃ ἡ χάρις; Μὴ γένοιτο.

2 Ἐμεῖς ποὺ ἐπεθάναμε ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτίαν, πῶς μποροῦμε νὰ ζοῦμε ἀκόμη μέσα σ’ αὐτήν;

3 Ἢ δὲν ξέρετε ὅτι ὅλοι ἐμεῖς ποὺ βαπτισθήκαμε εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, βαπτισθήκαμε εἰς τὸν θάνατόν του;

4 Ἔχομεν ταφῆ λοιπὸν μαζί του διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον ὥστε, ὅπως ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν μὲ τὴν δόξαν τοῦ Πατέρα, ἔτσι καὶ ἐμεῖς νὰ ζήσωμεν μία νέα ζωή.

5 Διότι ἐὰν ἑνωθήκαμε μαζί του σὲ ἕνα θάνατον σὰν τὸν δικό του, τότε θὰ ἑνωθοῦμε μαζί του καὶ σὲ μία ἀνάστασι σὰν τὴν δική του,

6 διότι γνωρίζομεν ὅτι ὁ παλαιὸς ἑαυτός μας ἐσταυρώθηκε μὲ τὸν Χριστόν, διὰ νὰ καταστραφῇ τὸ ἁμαρτωλὸν σῶμα, ὥστε νὰ μὴ εἴμεθα πλέον δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας,

7 διότι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει πεθάνει ἔχει ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν.

8 Ἀλλ’ ἐὰν ἐπεθάναμε μαζὶ μὲ τὸν Χριστόν, πιστεύομεν ὅτι καὶ θὰ ζήσωμεν μαζί του.

9 Γνωρίζομεν ὅτι ὁ Χριστός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν, δὲν θὰ πεθάνῃ πλέον, ὁ θάνατος δὲν ἔχει πλέον ἐξουσίαν ἐπάνω του.

10 Διότι τὸν θάνατον ποὺ ὑπέστη, τὸν ὑπέστη μιὰ γιὰ πάντα ἀναφορικῶς πρὸς τὴν ἁμαρτίαν, τὴν ζωὴν δὲ ποὺ ζῆ, τὴν ζῆ διὰ τὸν Θεόν.

11 Ἔτσι καὶ σεῖς νὰ θεωρῆτε τοὺς ἑαυτούς σας ὅτι εἶσθε νεκροὶ ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτίαν ἀλλὰ ζωντανοὶ διὰ τὸν Θεόν, ἑνωμένοι μὲ τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν τὸν Κύριόν μας.

12 Ἂς μὴ βασιλεύῃ λοιπὸν ἡ ἁμαρτία εἰς τὸ θνητόν σας σῶμα, διὰ νὰ σᾶς κάνῃ νὰ ὑπακούετε εἰς τὰς ἐπιθυμίας του.

13 Οὔτε νὰ ἔχετε τὰ μέλη σας εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ἁμαρτίας, σὰν ὄργανα διὰ τὸ κακόν, ἀλλὰ νὰ προσφέρετε τοὺς ἑαυτούς σας εἰς τὸν Θεόν, σὰν ἄνθρωποι ποὺ ἀνέζησαν ἐκ νεκρῶν, καὶ τὰ μέλη σας εἰς αὐτόν, σὰν ὄργανα διὰ νὰ κάνουν τὸ καλόν.

14 Διότι ἡ ἁμαρτία δὲν θὰ σᾶς ἐξουσιάζῃ, ἀφοῦ δὲν εἶσθε κάτω ἀπὸ τὸν νόμον ἀλλὰ κάτω ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ.

Παράδειγμα ἀπὸ τὴν δουλείαν

15 Τί λοιπόν; Θὰ ἁμαρτήσωμεν ἐπειδὴ δὲν εἴμεθα κάτω ἀπὸ τὸν νόμον ἀλλὰ κάτω ἀπὸ τὴν χάριν; Μὴ γένοιτο.

16 Δὲν ξέρετε ὅτι ὅταν προσφέρετε τοὺς ἑαυτούς σας δούλους σὲ κάποιον διὰ νὰ τὸν ὑπακούετε, εἶσθε δοῦλοι ἐκείνου ποὺ ὑπακούετε, ἢ δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας ποὺ καταλήγει εἰς θάνατον ἢ τῆς ὑπακοῆς ποὺ φέρει δικαίωσιν;

17 Ἀλλὰ δόξα εἰς τὸν Θεόν, διότι σεῖς ποὺ ἤσαστε δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, ὑπακούσατε μὲ τὴν καρδιά σας εἰς τὸν τύπον τῆς διδασκαλίας, εἰς τὸν ὁποῖον παραδοθήκατε, καί,

18 ἀφοῦ ἐλευθερωθήκατε ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ἐγίνατε δοῦλοι τῆς δικαιοσύνης.

19 Μιλῶ κατὰ ἀνθρώπινον τρόπον ἕνεκα τῆς φυσικῆς σας ἀδυναμίας. Ὅπως δηλαδὴ παραδώσατε ἄλλοτε τὰ μέλη σας ὑπόδουλα εἰς τὴν ἀκαθαρσίαν καὶ τὴν ἀνομίαν, ποὺ συνετέλεσε εἰς τὴν ἀνομίαν σας, ἔτσι τώρα νὰ παραδώσετε τὰ μέλη σας ὑπόδουλα εἰς τὴν δικαιοσύνην, ποὺ θὰ συντελέσῃ εἰς τὸν ἁγιασμόν σας.

20 Διότι ὅταν ἤσαστε δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, ἤσαστε ἐλεύθεροι ὡς πρὸς τὴν δικαιοσύνην.

21 Καὶ τί κέρδος εἴχατε τότε ἀπὸ τὰ ἔργα σας διὰ τὰ ὁποῖα τώρα ἐντρέπεσθε; Τὸ τέλος ἐκείνων εἶναι ὁ θάνατος.

22 Ἀλλὰ τώρα ποὺ ἐλευθερωθήκατε ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν καὶ ὑποδουλωθήκατε εἰς τὸν Θεόν, ἔχετε κέρδος ποὺ σᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸν ἁγιασμόν, καὶ τελικὰ εἰς ζωὴν αἰώνιον.

23 Διότι ὁ μισθὸς ποὺ πληρώνει ἡ ἁμαρτία εἶναι θάνατος, ἐνῶ τὸ δῶρον τοῦ Θεοῦ εἶναι ζωὴ αἰώνιος διὰ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου μας.

Στη γλώσσα που γράφτηκε

1 Τὶ οὖν ἐροῦμεν; ἐπιμενοῦμεν τῇ ἁμαρτίᾳ ἵνα ἡ χάρις πλεονάσῃ;

2 Μὴ γένοιτο. οἵτινες ἀπεθάνομεν τῇ ἁμαρτίᾳ, πῶς ἔτι ζήσομεν ἐν αὐτῇ;

3 Ἢ ἀγνοεῖτε ὅτι ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν, εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν;

4 Συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν.

5 Εἰ γὰρ σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναστάσεως ἐσόμεθα,

6 τοῦτο γινώσκοντες, ὅτι ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος συνεσταυρώθη ἵνα καταργηθῇ τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας, τοῦ μηκέτι δουλεύειν ἡμᾶς τῇ ἁμαρτίᾳ·

7 ὁ γὰρ ἀποθανὼν δεδικαίωται ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας.

8 Εἰ δὲ ἀπεθάνομεν σὺν Χριστῷ, πιστεύομεν ὅτι καὶ συζήσομεν αὐτῷ,

9 εἰδότες ὅτι Χριστὸς ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν οὐκέτι ἀποθνήσκει, θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει. 10 ὃ γὰρ ἀπέθανε, τῇ ἁμαρτίᾳ ἀπέθανεν ἐφάπαξ, ὃ δὲ ζῇ, ζῇ τῷ Θεῷ.

11 Οὕτω καὶ ὑμεῖς λογίζεσθε ἑαυτοὺς νεκροὺς μὲν εἶναι τῇ ἁμαρτίᾳ, ζῶντας δὲ τῷ Θεῷ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.

12 Μὴ οὖν βασιλευέτω ἡ ἁμαρτία ἐν τῷ θνητῷ ὑμῶν σώματι εἰς τὸ ὑπακούειν αὐτῇ ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις αὐτοῦ,

13 μηδὲ παριστάνετε τὰ μέλη ὑμῶν ὅπλα ἀδικίας τῇ ἁμαρτίᾳ, ἀλλὰ παραστήσατε ἑαυτοὺς τῷ Θεῷ ὡς ἐκ νεκρῶν ζῶντας καὶ τὰ μέλη ὑμῶν ὅπλα δικαιοσύνης τῷ Θεῷ.

14 Ἁμαρτία γὰρ ὑμῶν οὐ κυριεύσει· οὐ γάρ ἐστε ὑπὸ νόμον, ἀλλ᾿ ὑπὸ χάριν.

15 Τί οὖν; ἁμαρτήσομεν ὅτι οὐκ ἐσμὲν ὑπὸ νόμον, ἀλλ᾿ ὑπὸ χάριν; Μὴ γένοιτο.

16 Οὐκ οἴδατε ὅτι ᾧ παριστάνετε ἑαυτοὺς δούλους εἰς ὑπακοήν, δοῦλοί ἐστε ᾧ ὑπακούετε, ἤτοι ἁμαρτίας εἰς θάνατον ἢ ὑπακοῆς εἰς δικαιοσύνην;

17 Χάρις δὲ τῷ Θεῷ ὅτι ἦτε δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, ὑπηκούσατε δὲ ἐκ καρδίας εἰς ὃν παρεδόθητε τύπον διδαχῆς,

18 ἐλευθερωθέντες δὲ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας ἐδουλώθητε τῇ δικαιοσύνῃ.

19 Ἀνθρώπινον λέγω διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς ὑμῶν. ὥσπερ γὰρ παρεστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ ἀκαθαρσίᾳ καὶ τῇ ἀνομίᾳ εἰς τὴν ἀνομίαν, οὕτω νῦν παραστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ δικαιοσύνῃ εἰς ἁγιασμόν.

20 Ὅτε γὰρ δοῦλοι ἦτε τῆς ἁμαρτίας, ἐλεύθεροι ἦτε τῇ δικαιοσύνῃ.

21 Τίνα οὖν καρπὸν εἴχετε τότε ἐφ᾿ οἷς νῦν ἐπαισχύνεσθε; τὸ γὰρ τέλος ἐκείνων θάνατος.

22 Νυνὶ δὲ ἐλευθερωθέντες ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας δουλωθέντες δὲ τῷ Θεῷ ἔχετε τὸν καρπὸν ὑμῶν εἰς ἁγιασμόν, τὸ δὲ τέλος ζωὴν αἰώνιον.

23 Τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος, τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.

Για εβδομαδιαία ενημέρωση με τα κυριότερα θέματα:
Τρίτη
5
Οκτωβρίου
Ανατ.: 06.29
Δύση: 18.04
Σελήνη
27 ημερών
Χαριτίνης και Μαμέλχθης των μαρτύρων
1821
Η αγγλική διοίκηση επιβάλλει στρατιωτικό νόμο σε όλες τις νήσους του Ιονίου.
1912
Η Ελλάς κηρύσσει τον πόλεμο κατά της Τουρκίας και ο Ελληνικός Στρατός διέρχεται την ελληνοτουρκική μεθόριο στη Θεσσαλία.
1944
Ένοπλα τμήματα Καρπαθίων υποχρεώνουν τις γερμανικές και ιταλικές δυνάμεις σε παράδοση.
1951
Το Ελληνικό Εκστρατευτικό Σώμα Κορέας καταλαμβάνει το ύψωμα 313 (Σκοτς) κοντά στον ποταμό Ιμτζίν.
Πότε πιστεύετε ότι θα εμφανιστεί ο αντίχριστος;
 
Ὁ Ἅγιος Ἐρμογένης ὁ Ἱερομάρτυρας καὶ Θαυματουργὸς (5 Οκτωβρίου)
Γιορτές

Δόξα καὶ τιμὴ στὸ σμαραγδένιο μας νησί. Χαρὰ καὶ εὐλογία στὴν Κύπρο μας.

Ποιὸς θὰ τὸ ἔλεγε ποτέ, πὼς στὸν τόπο τοῦτο, ποὺ κάθε κορφὴ καὶ ρεματιά, μὰ καὶ κάθε σπηλιὰ καὶ βράχος εἶχε γιὰ στολίδι τὸ εἴδωλο κάποιου θεοῦ, θὰ ἔφτανε μιὰ μέρα, ποὺ ὅλα αὐτὰ θὰ γκρεμίζονταν καὶ θὰ χάνονταν;

Ποιὸς θὰ περίμενε ἀκόμη πὼς καὶ ἡ Ἀφροδίτη, τοῦ ἔρωτος ἡ θεὰ καὶ τῆς διαφθορᾶς ἡ προστάτισσα μὲ τὰ τόσα ἀγάλματά της,

θὰ ἐξοστρακιζόταν ἀπὸ τὸν τόπο, ποὺ πιστευόταν πὼς τὴν γέννησε, καὶ τὴν θέση της μὰ καὶ τὴν θέση ὅλων θὰ ἔπαιρνε ὁ γλυκὺς Ἰησοῦς, τῆς Γαλιλαῖος ὁ ταπεινὸς καὶ πρᾶος Διδάσκαλος;

Κι ὅμως αὐτὸ ἔγινε.

«Ὅπου ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις».

Ἡ Κύπρος μας, ποὺ μὲ τὴν λατρεία τῆς Ἀφροδίτης εἶχε ἐξυψώσει τὴν ἀκολασία σὲ τρόπο ζωῆς, πρώτη, ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη τοῦ γνωστοῦ τότε κόσμου, δέχτηκε τὸ κήρυγμα τῆς σωτηρίας.

Δύο ἀπόστολοι, ὁ Παῦλος κι ὁ Βαρνάβας μὲ συνοδό τους καὶ τὸν ἀνεψιὸ τοῦ Βαρνάβα, τὸν μετέπειτα Εὐαγγελιστὴ Μᾶρκο, ξεκίνησαν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας καὶ κάποια μέρα τοῦ 45 μ.Χ. φτάσανε στὸ νησί μας. Τὸ κήρυγμά τους βρῆκε εὐνοϊκὴ ἀνταπόκριση. Πολλοὶ ἔσπευσαν ν’ ἀσπασθοῦν τὴν καινούργια θρησκεία.

Στὴν Πάφο ποὺ ἦταν τότε καὶ ἡ ἕδρα τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας ἔγινε χριστιανὸς καὶ ὁ διοικητὴς τῆς Κύπρου, ὁ Σέργιος Παῦλος. Καὶ εἶναι ὁ πρῶτος ἄρχοντας, ὁ πρῶτος ἐπίσημος, ποὺ ἀποδέχτηκε τὸ εὐαγγέλιο τῆς νέας ζωῆς. Τὸ παράδειγμά του ἀκολούθησαν σὲ λίγο καὶ ἄλλοι.

Ἔτσι ἡ νῆσος μας ἀπὸ νωρὶς ἐγκατέλειψε ὄχι μονάχα τὴν εἰδωλολατρία μὲ ὅλα τὰ θλιβερὰ γνωρίσματά της, ἀλλὰ καὶ ἄρχισε νὰ παρουσιάζει ἕνα νέο τρόπο ζωῆς. Τρόπο ζηλευτό, ὥστε μὲ τὸν καιρὸ νὰ τῆς δοθεῖ καὶ τὸ τόσο τιμητικὸ προσωνύμιο «Νῆσος τῶν Ἁγίων».

Ναί! «Νῆσος τῶν Ἁγίων».

Ἐδῶ ὄχι μονάχα γεννήθηκαν καὶ ἔζησαν καὶ διακρίθηκαν ἕνα μεγάλο ποσοστὸ ἁγίων προσώπων, ἀλλὰ καὶ τὴν Κύπρο μας διάλεξαν ὡς τόπο κατοικίας πολλοὶ ἀπὸ διάφορες χῶρες, ποὺ πόθησαν νὰ ζήσουν μία ἐνάρετη καὶ ἅγια ζωή. Κάτι περισσότερο. Πολλὰ λείψανα ἁγίων καὶ μαρτύρων τῆς πίστεως ποὺ ρίχτηκαν στὴν θάλασσα μὲ τὸν σκοπὸ ν’ ἀφανιστοῦν, τὸ πανάγιο χέρι τῆς Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ στὸ νησί μας τὸ ὁδήγησε νὰ φτάσουν καὶ νὰ βροῦν φιλοξενία καὶ σεβασμό.

Ἕνας τέτοιος ἅγιος καὶ ἱερομάρτυρας, πού μας ᾖρθε σὲ μία κάσα μέσα, εἶναι καὶ ὁ μακάριος ἐπίσκοπός τῆς Σάμου, ὁ Ἐρμογένης.

Γεννήθηκε σὲ μία παράλια κωμόπολη τοῦ νόμου Ἀττάλειας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τὴ Φοινικούντα. Πότε ἀκριβῶς, δὲν γνωρίζουμε. Ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζουμε εἶναι, πὼς οἱ γονεῖς του ἦταν χριστιανοὶ καὶ μάλιστα εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεοι. Αὐτοὶ φρόντισαν νὰ ρίξουν στὴν ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ τους, ἀπ’ αὐτὴν τὴν περίοδο τῆς βρεφικῆς του ἡλικίας, τὰ σπέρματα τῆς εὐσέβειας καὶ τῆς ἀγάπης στὸν Θεό. Κι ἡ προσπάθειά τους εὐλογήθηκε πλούσια ἀπὸ τὸν Ἐπουράνιο Γεωργό.

Ὁ νεαρὸς Ἐρμογένης στὸ περιεχόμενο τῆς Ἁγίας Γραφῆς βρῆκε ὅτι ζητοῦσε. Τὴν ψυχαγωγία, τὴν ἀληθινὴ μόρφωση, τὴν ἀρετή, τὴν ἀνώτερη ζωή. Στὰ συνομήλικά του παιδιὰ ποὺ ἔρχονταν νὰ τὸν καλέσουν νὰ βγοῦνε ἔξω, γιὰ νὰ πᾶνε νὰ παίξουν, ὁ φιλόθρησκος νέος φρόντιζε πάντα κάτι νὰ βρεῖ, γιὰ νὰ μὴ διακόψει τὴν μελέτη καὶ τὴν ἀπασχόλησή του μὲ τὰ ἱερὰ γράμματα.

Ἔτσι, μαζὶ μὲ τὴν σωματική του πρόοδο ἀναπτυσσόταν παράλληλα καὶ διακρινόταν καὶ ἡ ἀρετή του. Ἡ καρδιά του εἶχε πυρποληθεῖ κυριολεκτικὰ ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ τὶς ἀρχές του τὶς χριστιανικές, τὶς ἀρχὲς ποὺ ἀπέκτησε τόσο ἀπὸ τὶς συμβουλὲς καὶ τὸ καλὸ καὶ ζωντανὸ παράδειγμα τῶν εὐσεβῶν γονιῶν του, ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν ὅλη μόρφωσή του, τὶς κράτησε σταθερὰ σὰν τὸν πιὸ πολύτιμο θησαυρό. Καὶ τὸ ἔδειξε ἀπὸ νωρίς.

Νέος ἀκόμη στὴν πιὸ κρίσιμη καμπὴ τῆς ζωῆς του ἔχασε καὶ τοὺς δυὸ γονεῖς του. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τοὺς κάλεσε κοντά Του. Μόνος καὶ εὐκατάστατος κι εὐπαρουσίαστος καθὼς ἦταν, δοκίμασε τότε δεινοὺς πειρασμούς. Ὅμως ἐπειδὴ θεμελίωσε τὴν ζωή του πάνω στὸν αἰώνιο βράχο, στὴν διδασκαλία καὶ τὸν νόμο τοῦ Εὐαγγελίου, ἔμεινε ἀπρόσβλητος. Συνέβη καὶ μὲ τὸν ἁγνὸ καὶ πιστὸ νέο, ἐκεῖνο ποὺ τονίζει ὁ Κύριος στὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία του σχετικὰ μὲ τὴν οἰκία τὴ στερεή: «Καὶ κατέβει ἡ βροχὴ καὶ ἦλθον οἱ ποταμοὶ καὶ ἔπνευσαν οἱ ἄνεμοι καὶ προσέπεσον τῇ οἰκίᾳ ἐκείνη καὶ οὐκ ἔπεσε, τεθεμελίωτο γὰρ ἐπὶ τὴν πέτραν». (Ματθ. ζ’ 25).

Δηλαδὴ ᾖρθε ἡ βροχὴ καὶ ξεχύθηκαν οἱ ποταμοὶ τῆς νεροποντῆς καὶ φύσηξαν οἱ δυνατοὶ ἄνεμοι καὶ πέσανε μὲ ὁρμὴ πάνω στὸ σπίτι καὶ αὐτὸ δὲν κρημνίστηκε. Δὲν σάλεψε καθόλου, γιατί θεμελιώθηκε στερεὰ πάνω στὴν πέτρα.

Ὦ! ὅση ἀξία ἔχουν τὰ γερὰ θεμέλια σὲ μία οἰκοδομή, ἄλλη τόση καὶ μεγαλύτερη ἀξία ἔχει ἡ γερὴ θεμελίωση τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὴν παιδικὴ καὶ νεανική του ἡλικία. Καὶ ἡ κατάλληλη θεμελίωση τοῦ χαρακτῆρα ἐνὸς ἀνθρώπου ἐπιτυγχάνεται, ἂν στηριχτεῖ αὐτὸς στὶς αἰώνιες ἀλήθειες τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Τὸ «ὃ ἐὰν σπείρει ἄνθρωπος, τοῦτο καὶ θερίσει» ἔχει πλήρη τὴν ἐφαρμογή του σὲ τούτη τὴν περίπτωση.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος στὴν παιδικὴ καὶ νεανική του ἡλικία δεχθεῖ στὴν ψυχὴ τὰ σπέρματα μιᾶς ἐνάρετης ζωῆς, τότε ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς στὶς δύσκολες ἡμέρες ποὺ θὰ συναντήσει δὲν θὰ κινδυνεύει νὰ λιποψυχήσει καὶ νὰ παρασυρθεῖ καὶ νὰ καταστραφεῖ. Γιατί εἶναι φυσικὸ στὴν ζωή μας νὰ δοκιμάσουμε οἱ ἄνθρωποι πειρασμοὺς καὶ θλίψεις καὶ παραγνωρίσεις καὶ διωγμοὺς καὶ δοκιμασίες. Εἶναι ἡ βροχὴ καὶ οἱ νεροποντὲς καὶ οἱ ἄνεμοι ποὺ προσβάλλουν ἕνα σπίτι. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἔβαλε γερὰ θεμέλια, καὶ στήριξε τὸν χαρακτῆρα του στὴ στερεὴ πέτρα τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἔχει νὰ πάθει τίποτα. Αὐτὸ γίνεται μὲ τὸν καθένα. Αὐτὸ γίνηκε καὶ μὲ τὸν ἁγνὸ κι ἐνάρετο νέο, τὸν Ἐρμογένη.

Στοὺς ποικίλους πειρασμοὺς ποὺ ἀντιμετωπίζει μὲ τὴν ἀφάνειά του ὁ θεοφιλὴς νέος ἀντιτάσσει τὸ ἠθικό του παράστημα καὶ νικᾷ. Διαμοιράζει τὴν περιουσία ποὺ τοῦ ἄφησαν οἱ στοργικοὶ καὶ πλούσιοι γονεῖς του στοὺς πτωχούς, στοὺς ἀδελφούς του Χριστοῦ καὶ κυρίους του, ὅπως τοὺς ὀνόμαζε, καὶ φεύγει.

Ἡ ζωὴ τῶν ἱερῶν ἀγωνιστῶν καὶ μοναστῶν τῆς Αἰγύπτου γιὰ τοὺς ὁποίους εἶχε ἀκούσει τόσα πολλά, τὸν ὁδηγεῖ στὴ χώρα τοῦ Νείλου. Πάει ἐκεῖ νὰ τοὺς γνωρίσει καὶ νὰ διδαχθεῖ ἀπ’ τὸ παράδειγμα καὶ τοὺς ἀγῶνες τους. Πόσο καιρὸ ἔμεινε κοντά τους δὲν ξέρουμε. Ἐκεῖνο ποὺ ἀναφέρει ὁ Συναξαριστής, εἶναι πὼς ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, ἐπισκέφθηκε ἀργότερα τὶς Ἀθῆνες καὶ μετὰ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ ὥριμος πιὰ καὶ ὑπόδειγμα ζηλωτοὺ καὶ χρηστοῦ καὶ ἐναρέτου ἀνδρός, κλήθηκε ἀπὸ τὸν ἐκεῖ ἀρχιεπίσκοπο νὰ ἀναλάβει τὸ Ἱερατικὸ ἀξίωμα.

Ὁ θεοφιλὴς ἀσκητὴς θέλησε νὰ ἀρνηθεῖ. Τὸ βάρος τοῦ Ἱερατικοῦ ἀξιώματος καὶ οἱ εὐθύνες μιᾶς ζωῆς ἀφιερωμένης τὸν κάμνουν νὰ δειλιάζει. Ἡ ἐπιμονὴ ὅμως τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου τῆς ἱστορικῆς πόλεως, τὸν πείθει στὸ τέλος. Ὁ ταπεινὸς ἐργάτης τοῦ Χριστοῦ θεωρεῖ τὴν ἐπιμονὴ τοῦ πνευματικοῦ πατέρα τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας σὰν ἐντολὴ Θεοῦ καὶ ἀποδέχεται νὰ ἀναλάβει τὴν παρακαταθήκη τῆς Ἱερωσύνης.

Σὲ μικρὸ σχετικὸ διάστημα χειροτονεῖται ἐπίσκοπος καὶ στέλλεται νὰ ποιμάνει τὴν Ἐκκλησία τῆς Σάμου. Ὁ λύχνος εἶχε τεθεῖ πιὰ «ἐπὶ τὴν λυχνίαν».

Ὁ ψυχικὸς πλοῦτος, ἡ πλούσια μόρφωση καὶ ἡ δοκιμασμένη ἀρετὴ τοῦ ἱεροῦ ποιμένα ἔκαμαν, ὥστε σύντομα ὁ Ἐρμογένης νὰ ἀναδειχθεῖ ἀντάξιος τῆς μεγάλης τιμῆς, μὰ καὶ τῆς βαριᾶς εὐθύνης τῆς ἱερωσύνης.

Στὸ πρόσωπό του οἱ χριστιανοὶ τῆς Σάμου βρῆκαν ὅτι ζητοῦσαν. Τὸν φιλόστοργο πατέρα, τὸν φλογερὸ διδάσκαλο, τὸν πρᾶο καὶ ἡσύχιο σύμβουλο, τὸν πιστὸ οἰκονόμο τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ. Νύκτα καὶ ἡμέρα μοχθοῦσε ὁ ἱερὸς πατὴρ στὸ ἔργο τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας καὶ τῆς φιλανθρωπίας. Μὲ λόγια ζωντανὰ δίδασκε τὸν λαό του καὶ πρόβαλλε παντοῦ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Πολλοὶ προσέρχονταν στὴ νέα πίστη. Καὶ ὅλους τοὺς κατεύθυνε μὲ ὑπομονὴ καὶ πραότητα κι ἀνεξικακία. Πολλὰ θαύματα ἀναφέρεται πὼς ἔκαμε, μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσει καὶ παρηγορήσει τὸν πονεμένο λαό του. Πολλὰ συγγράμματα ἀκόμη ἔγραψε, συγγράμματα ἀξιομνημόνευτα, γιὰ νὰ διαφωτίσει καὶ νὰ στηρίξει, μὰ καὶ νὰ ὑπερασπίσει τὴν χριστιανικὴ ἀλήθεια ἀπὸ τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρείου καὶ τῶν ἄλλων αἱρετικῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία, ἡ ὁποία εἶχε ἀκόμη πολλοὺς ὀπαδούς. Σὲ ἀξιοζήλευτο βαθμὸ ὁ ἅγιος ἐπίσκοπος ὀργάνωσε καὶ τὴν φιλανθρωπία.

Ἔτσι ἀναδείχθηκε κατὰ τὸν ἱερὸ ὑμνογράφο «σκεῦος ἐκλεκτὸν ἅγιον τῷ Κυρίῳ, ἱερωσύνης κανών, τῆς ἐγκράτειας ἀληθὲς καταγώγιον, στάθμη τῆς σωφροσύνης, τῶν ἀρετῶν θησαυρός, ἐλεημοσύνης πηγὴ βρύουσα» ἀλλὰ καὶ «ὁ στηρίζων τοὺς πιστοὺς πρὸς εὐσέβειαν καὶ ὁ ἐπακούων ἀσθενῶν ταὶς δεήσεσι καὶ ὁ παρέχων πᾶσι τὴν ὑγείαν καὶ ρώσιν καὶ χάριν πάντοτε».

Ἔτσι ὁ «λύχνος ὁ διαυγέστατος» λάμπρυνε τὴν ἱερὴ στολὴ καὶ ἀναδείχθηκε διαπρύσιος κήρυκας τῶν διαταγμάτων τοῦ Χριστοῦ.

Στὰ μάτια του μπροστὰ εἶχε πάντοτε τὴν σύσταση τοῦ θείου Παύλου, πρὸς τὸν Τιμόθεο: «Τὴν παρακαταθήκην φύλαξον» (Α’ Τιμοθ. δ’ 20).

Φύλαξε, Τιμόθεε, τὴν παρακαταθήκη τῶν ἀληθειῶν τοῦ Εὐαγγελίου.

Φύλαξέ την ἀνόθευτη καὶ ἀκέραιη.

Καὶ τὴν φύλαξε ὁ Τιμόθεος.

Τὴν φύλαξε ὅμως κι ὁ ἱερὸς Ἐρμογένης. Τὴν φύλαξε μέχρι θανάτου. Στὴν σκέψη του ὁ μακάριος πατὴρ ἔφερνε συχνά, πολὺ συχνὰ, τοῦ Κυρίου τὰ λόγια: «Ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβὰτων (Ἰωάν. ι’ 11). Καὶ τὴν θυσίασε τὴν ζωή του, γιὰ νὰ σώσει καὶ νὰ διαφυλάξει τὰ πρόβατά του. Τὰ χρόνια ἐκεῖνα ἦταν χρόνια πολὺ δύσκολα.

Ἀπὸ τὴν μία οἱ αἱρετικοί, καὶ μάλιστα τοῦ Ἀρείου οἱ ὀπαδοί, ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ Ἰουδαῖοι καὶ οἱ εἰδωλολάτρες δίωκαν ἄγρια τοὺς πιστοὺς χριστιανούς. Δὲν τοὺς ἐμπόδιζαν μόνο ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιτελέσουν τὰ Θρησκευτικά τους καθήκοντα, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἔπιαναν καὶ σὰν ἄκακα ἀρνία τοὺς ὁδηγοῦσαν στὴν σφαγὴ καὶ τὸν μαρτυρικὸ θάνατο.

Γι' αὐτὸ καὶ πολὺ κακοπαθοῦσαν ἐκεῖνο τὸν καιρὸ οἱ πραγματικοὶ ποιμένες.

Κάθε μέρα ἔβλεπαν «τὴν ζωήν των κρεμαμένην κατέναντι τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν».

Μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς τους ἔπρεπε νὰ τρέχουν παντοῦ γιὰ νὰ ἐνθαρρύνουν, νὰ στηρίζουν, νὰ παρηγορήσουν, νὰ συγκρατήσουν. Αὐτὸ ἔκαμε καὶ ὁ ἀληθινὸς ποιμήν, ὁ θεόπεμπτος Ἐρμογένης.

Ἐνθουσιώδης καὶ φλογερὸς καὶ ἀκούραστος κινεῖται μὲ ζῆλο ὅπου τὸν καλοῦσε τὸ καθῆκον, γιὰ νὰ φυλάξει καὶ ἐνισχύσει τὰ πνευματικά του παιδιά. Νύκτες ξαγρυπνᾷ γιὰ νὰ ἐμφυσήσει στὶς καρδιὲς τὸ θάρρος καὶ τὴν ἐμμονὴ στὰ πνευματικά τους βιώματα. Μὲ ὑπομονὴ καὶ γενναιοψυχία τοὺς τονίζει κάθε στιγμὴ τὴν χαρὰ ποὺ θὰ ἀπολαμβάνουν οἱ ψυχὲς τῶν πιστῶν στὴν οὐράνια καὶ αἰώνια βασιλεία τοῦ Θεοῦ. «Οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς" (Ρωμ. η’ 18).

Παιδιά μου, τοὺς ἔλεγε, αὐτὰ ποὺ θὰ ὑποφέρουμε κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τῆς ζωῆς τῆς ἐπιγείας, δὲν εἶναι ἄξια κατὰ κανένα τρόπο νὰ συγκριθοῦν πρὸς τὴν δόξα, ποὺ μέλλει ν’ ἀποκαλυφθεῖ καὶ νὰ δοθεῖ βραβεῖο σ’ ἐμᾶς. Πιστοὶ στὸν οὐράνιο Ἀρχηγό μας, ἃς μείνουμε μέχρι θανάτου. Κι ἔμεινε πρῶτος αὐτός.

Γιατί, ὅπως ἦταν φυσικό, ἡ δράση του δὲν μποροῦσε νὰ μὴ γίνει γνωστή. Φανατικοὶ εἰδωλολάτρες ἔσπευσαν νὰ καταγγείλουν τὸν ζηλωτὴ ἐπίσκοπο στὸν ἡγεμόνα τῆς Σάμου Σαντορνῖνο.

Κι αὐτὸς μανιώδης διώκτης τῆς νέας πίστεως ἅρπαξε τὴν εὐκαιρία νὰ καλέσει τὸν ἅγιο μπροστά του σὲ ἀπολογία.

Πληροφορημένος γιὰ τὴ μόρφωση καὶ τὴν φιλανθρωπία του δοκίμασε στὴν ἀρχὴ νὰ τοῦ δείξει κάποια καλοσύνη μὲ τὴν ἐλπίδα, πὼς μποροῦσε νὰ τὸν φιλοτιμήσει καὶ τὸν παρασύρει στὴν εἰδωλολατρία.

- Ἔμαθα, τοῦ εἶπε, πὼς ἐσὺ ἕνας τόσο μορφωμένος ἄνθρωπος ἔπαψες νὰ ἀποδίδεις τιμὴ καὶ σεβασμὸ στοὺς μεγάλους θεοὺς ποὺ δεχόμαστε ὅλοι καὶ πιστεύεις καὶ διδάσκεις καὶ ἄλλους νὰ πιστεύουν γιὰ Θεὸ κάποιο Ἰουδαῖο Ἰησοῦ, ποὺ τὸν σταύρωσαν οἱ συμπατριῶτες του.

Ἔμαθα ἀκόμη πὼς εἶσαι καὶ διδάσκαλος τῶν χριστιανῶν καὶ ἀρχιερέας τους. Δυσκολεύτηκα νὰ τὸ πιστέψω. Γι’ αὐτὸ καὶ σὲ κάλεσα νὰ μάθω ἀπὸ σένα τὸν ἴδιο τὴν ἀλήθεια. Τί λές;

- Ναί! Ἄρχοντά μου. Εἶμαι χριστιανός. Γιατί θεοί, δὲν μποροῦν νὰ εἶναι οἱ πέτρες καὶ τὰ ξύλα, ποὺ λατρεύετε. Αὐτὰ εἶναι ἀνθρώπινα κατασκευάσματα. Ἔχουν μάτια καὶ δὲν βλέπουν. Ἔχουν αὐτιά, μὰ δὲν ἀκούουν. Δὲν καταλαβαίνουν. Δὲν αἰσθάνονται. Ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν καὶ Θεός μου εἶναι Αὐτὸς ποὺ δημιούργησε ὅλον τὸν κόσμο καὶ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὸς γιὰ τὴ δική μας τὴν σωτηρία, ἐπειδὴ ξεφύγαμε ἀπὸ τὸν δρόμο ποὺ μᾶς χάραξε, γιὰ νὰ εἴμαστε εὐτυχισμένοι, ἔστειλε στὸν κόσμο τὸν Μονογενὴ Υἱό του, γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσει καὶ πάλι στὸν ἴσιο δρόμο.

Ἦλθε ὁ Χριστὸς καὶ μᾶς δίδαξε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ μᾶς ἔδωκε τὰ μέσα νὰ σωθοῦμε.

- Πάψε, Ἐρμογένη. Ἄφησε τὰ παραμύθια καὶ ἔλα νὰ θυσιάσεις στοὺς μεγάλους θεούς, γιὰ νὰ γλιτώσεις τὴν περιουσία σου καὶ τὴ ζωή σου.
- Περιουσία δὲν ἔχω ἄρχοντά μου. Οἱ βοήθειες ποὺ δίνω στοὺς φτωχοὺς καὶ πεινασμένους δὲν εἶναι δικά μου πλούτη. Ὅσο γιὰ τὴν ζωή μου, ἀνήκει στὸν Κύριό μου.

Μανιασμένος ὁ τύραννος ἀπὸ τὸ ψυχικὸ μεγαλεῖο τοῦ χριστιανοῦ ἐπισκόπου νόμισε, πὼς μόνο μὲ τὴ βία θὰ μποροῦσε νὰ τὸν καταβάλει. Ἡ ἀδυναμία του στὰ ἐπιχειρήματα τὸν ἔκαμε ἀκόμη πιὸ ἀδύνατο στὴν καρδία. Γι’ αὐτὸ καὶ διέταξε νὰ βασανίσουν τὸν ὁμολογητὴ μέχρι ποὺ νὰ μετανιώσει καὶ νὰ ζητήσει συγγνώμη. Δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει ὁ δυστυχισμένος, πὼς ἡ ἄρνηση καὶ ἡ προδοσία δὲν ἔχουν θέση στὴν καρδιὰ τῶν γνήσιων χριστιανῶν.

Οἱ στρατιῶτες ποὺ στέκονταν ἐκεῖ, στὴν προσταγὴ τοῦ ἄρχοντά τους ἅρπαξαν ἀμέσως τὸν γέροντα ἐπίσκοπο, τοῦ ἔδεσαν τὰ χέρια πίσω, τὸν ἔριξαν κάτω στὴ γῆ καὶ ἄρχισαν νὰ τὸν κτυποῦν μὲ δερμάτινα μαστίγια. Οἱ σάρκες τοῦ ἱεροῦ ἀθλητῆ ξεσχίζονταν. Τὰ αἵματα τρέχουν καὶ ποτίζουν τὴν γῆ. Μὰ αὐτὸς ἀλύγιστος καὶ ἄφοβος δέχεται τὴν κάκωση μὲ προσευχὴ καὶ δοξολογία τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ.

Κάποια στιγμὴ σ’ ἕνα νεῦμα τοῦ ἡγεμόνα οἱ στρατιῶτες σταμάτησαν. Κι αὐτὸς μὲ ὑποκριτικὴ στενοχώρια ἀπευθύνεται στὸν ἅγιο καὶ τὸν ρωτᾷ:
- Τί λὲς ἐπίσκοπε; Σωφρονίστηκες ἢ ἀκόμη;
Κι ὁ ἅγιος μὲ θάρρος καὶ γενναιότητα ψυχῆς τοῦ ἁπαντά:
- Ἄρχοντα, τὰ μέσα ποὺ χρησιμοποιεῖς, δὲν μὲ πονοῦν, οὔτε καὶ μὲ τρομάζουν. Ὁ Χριστός μου, μᾶς παραγγέλλει νὰ μὴ δειλιάζουμε ἀπὸ ἐκείνους ποὺ θανατώνουν τὸ κορμί μας, ἀλλὰ εἶναι ἀδύνατοι νὰ βλάψουν τὴν ψυχή μας. Συνέχισε τὰ βασανιστήρια ποὺ ἔχεις στὴ διάθεσή σου. Θαρρῶ, πὼς οἱ ἄνθρωποί σου θὰ κουραστοῦν νὰ βασανίζουν, παρὰ ἐγὼ νὰ ὑπομένω.

Τὰ λόγια του Μάρτυρος προκάλεσαν ἀκόμη περισσότερο τὴν ὀργὴ τοῦ ἡγεμόνα, ποὺ πρόσταξε νὰ κρεμάσουν τὸν ἅγιο ψηλὰ σ’ ἕνα ξύλο καὶ μὲ νύχια σιδερένια νὰ τοῦ σχίζουν τὶς πλευρὲς καὶ ὕστερα μὲ λαμπάδες ἀναμμένες νὰ τοῦ καῖνε τὶς σάρκες.

Καὶ τὸ νέο μαρτύριο τὸ δέχτηκε ὁ ἐπίσκοπος μὲ τὴν ἴδια παρρησία καὶ ὑπομονή.

Στὸ τέλος ὁ ἄρχοντας γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὴν ἀδυναμία του, διατάζει νὰ ρίψουν τὸν ἱερομάρτυρα στὴν φυλακὴ καὶ ν’ ἀσφαλίσουν τὰ πόδια του στὸ ξύλο, στὸν τράχηλό του δὲ νὰ βάλουν μία βαριὰ ἁλυσίδα. Οἱ δήμιοι ἐξετέλεσαν πιστὰ τὴν προσταγὴ τοῦ κυρίου τους καὶ ἔφυγαν. Διπλὴ φρουρὰ ἀνέλαβε νὰ προσέχει τὸν καταπληγωμένο ἀθλητή.

Μέσα στὸ πηκτὸ σκοτάδι καὶ τὴν ἀποπνικτικὴ ἀτμόσφαιρα τοῦ κελιοῦ στὸ ὁποῖο ρίχτηκε ὁ ἅγιος, μιὰ γλυκιὰ φωνὴ ἀκούγεται σὲ λίγο:

«Ὁ Θεός μου, μὴ μακρύνης ἀπ’ ἐμοῦ· ὁ Θεός μου, εἰς τὴν βοήθειάν μου πρόσχες, αἰσχυνθήτωσαν καὶ ἐκλιπέτωσαν οἱ ἐνδιαβάλλοντες τὴν ψυχήν μου, περιβαλέσθωσαν αἰσχύνην καὶ ἐντροπὴν οἱ ζητοῦντες τὰ κακά μοι". (Ψαλμ. ο’ 12 – 13).

Τὸ μεσονύκτιο ἐκεῖ ποὺ ὁ ἅγιος ἔψαλε καὶ προσευχόταν, δυνατὸς σεισμὸς συνεκλόνισε τὴ φυλακή.

Τὰ δεσμὰ τοῦ μάρτυρος λύθηκαν καὶ ἕνα φῶς ἔλαμψε καὶ φώτισε τὰ γύρω. Μέσα στὸ φῶς μία γλυκιὰ μορφὴ πρόβαλε, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ μορφὴ ἀνάμεσα σὲ πλῆθος ἀπὸ ἀγγέλους καὶ μία φωνὴ δυνατὴ ἀκούστηκε νὰ λέγει:

«Χαῖρε, ἱερομάρτυς Ἐρμόγενες· ἀνδρίζου καὶ δυναμώνου καὶ μὴ φοβᾶσαι. Δὲν σὲ ἐγκαταλείπω. Κοντά σου θὰ εἶμαι πάντα».

Μετὰ τὰ λόγια αὐτὰ ἡ μορφὴ τοῦ Κυρίου χάθηκε, ἐνῷ μία εὐωδία πλήρωσε ὅλα τὰ κελιὰ καὶ ὁ ἅγιος θεραπεύτηκε ἀπὸ τὶς πληγές, ὥστε νὰ μὴ φαίνεται σημάδι ἀπὸ τὶς κακώσεις.

Τὴν ἄλλη μέρα οἱ στρατιῶτες ποὺ ᾖρθαν νὰ πάρουν τὸν ἅγιο δὲν πίστευαν στὰ μάτια τους. Τὸ κελὶ ἀνοικτό, οἱ φρουροὶ ἀπ’ ἔξω τρομαγμένοι καὶ ὁ ἐπίσκοπος τελείως καλά.

Ὅταν ὁ ἄρχοντας τὸν εἶδε ταράχθηκε, καθὼς καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἦταν γύρω του.

Ἔκρυψε ὅμως τὴν ταραχή του καὶ μὲ προσποιητὴ λύπη προσπάθησε νὰ δικαιολογηθεῖ γιὰ τὰ βασανιστήρια στὰ ὁποῖα τὸν ὑπέβαλε τὴν προηγούμενη μέρα.

- Ἔλα, τοῦ λέγει, Ἐρμογένη. Μετανόησε ἔστω καὶ τώρα, γιὰ νὰ πάρεις τὴν ἐλευθερία σου. Ἀλλιῶς...

Στὴ νέα ἀπειλὴ τοῦ ἄρχοντα μὲ φανερὴ ἀηδία καὶ περιφρόνηση, ἀπήντησε ὁ δοῦλος τοῦ Χριστοῦ:

- Πάψε, ἀλιτήριε, νὰ μὲ κολακεύεις καὶ νὰ μὲ ἀπειλεῖς. Οἱ κολακεῖες καὶ οἱ ἀπειλές σου δὲν μὲ συγκινοῦν. Οὔτε καὶ μὲ τρομάζουν. Καὶ ἔπρεπε νὰ τὸ καταλάβεις. Καὶ ὁ θάνατος τὸν ὁποῖο μοῦ προβάλλεις σὰν ἐπιστέγασμα τῶν κακώσεών μου, δὲν μὲ ταράζει. Ὁ θάνατος εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς χριστιανοὺς λύτρωση καὶ εὐεργεσία, γιατὶ μᾶς ὁδηγεῖ μία ὥρα πιὸ γρήγορα κοντὰ στὸν Κύριο καὶ Θεό μας. «Οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». Εἶμαι χριστιανὸς καὶ θὰ μείνω χριστιανός.

Ὁ Σαντορνῖνος σηκώθηκε ἀμέσως ἐξαγριωμένος καὶ ἔδωσε ἐντολὴ γιὰ νέα βασανιστήρια. Οἱ δήμιοι ἔφεραν στὴν στιγμὴ ἄγρια ἀλόγα καὶ ἔδεσαν τὸν γέροντα ἐπίσκοπο σ’ αὐτά, γιὰ νὰ τὸν σύρουν στὴν γῆ μέχρι ποὺ νὰ διαλυθοῦν τὰ μέλη του. Τὰ ἄλογα ὅμως σὰν ἔνοιωσαν πίσω τους τὸ θῦμα ἡμέρεψαν καὶ στάθηκαν.

- Μέγας ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν, φωνάζουν τὰ πλήθη. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός.
Καὶ ὁ ἅγιος μὲ θρησκευτικὴ κατάνυξη σηκώνει τὰ χέρια του καὶ ψάλλει: «Κύριος ἐμοὶ Βοηθὸς καὶ οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος; Οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σὺ Κύριε, μετ’ ἐμοῦ εἰ».

Ἡ προσευχὴ καὶ ἡ ψαλμῳδία δίνει δύναμη στὴν ψυχὴ τοῦ μάρτυρα. Ἕτοιμος εἶναι νὰ δεχθεῖ τὰ πάντα γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Μιὰ μυστικὴ καὶ ἀνεξήγητη, ἀπὸ πλευρᾶς ἀνθρωπίνης, γαλήνη ἔχει πλημμυρίσει τὸν ψυχικό του κόσμο, ποὺ τὸν κάνει νὰ μὴν ὑπολογίζει καὶ νὰ μὴ φοβᾶται τίποτα.

Τὸ βλέπει ὁ τύραννος. Δὲν ἔχει χορτάσει ὅμως ἀπὸ αἷμα. Μὲ λύσσα ποθεῖ νὰ ξεσχίσει τὸ θῦμα του καὶ νὰ τὸ κάμει χίλια κομμάτια καὶ τὸ ὑποβάλλει σὲ νέα βασανιστήρια. Τὸν τρυποῦν μὲ πυρωμένες σοῦβλες. Τὸν ρίχνουν κάτω ἀπὸ ἕνα γκρεμὸ καὶ στὸ τέλος τὸν ἀποκεφαλίζουν.

Προτοῦ ἀποθάνει ὁ μακάριος ἀθλητὴς ἐκεῖ στὸν τόπο τῆς καταδίκης του γονάτισε. Ἀνέπεμψε θερμὴ μία προσευχή. Εὐχαρίστησε τὸν Κύριο ποὺ τὸν βοήθησε καὶ τὸν ἀξίωσε νὰ πεθάνει γιὰ τὴ δόξα του. Δεήθηκε νὰ συγχωρήσει τοὺς δήμιούς του καὶ νὰ χαρίσει στὴν Ἐκκλησία του τὴν εἰρήνη καὶ στοὺς πιστοὺς ἀγάπη καὶ παρρησία καὶ πίστη.

Ὕστερα ἔκλινε τὰ κεφάλι. Ἡ μάχαιρα τοῦ δημίου ἔπεσε βαριὰ καὶ χώρισε τὸ σῶμα σὲ δυό.

Τὴ νύχτα θαρραλέοι χριστιανοὶ πῆγαν στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου, πῆραν τὸ ἅγιο λείψανο καὶ ἀφοῦ τὸ ἔπλυναν μὲ τὰ μύρα τῆς ἀγάπης τους, τὸ ἕντυσαν καὶ τὸ ἔβαλαν μέσα σὲ μιὰ κάσα μαζὶ μὲ τὴν ἁγία κάρα.

Ἔπειτα ἀφοῦ τὸ ἀσφάλισαν, τὸ ἐμπιστεύτηκαν στὴ θάλασσα. Τὸ ἔρριψαν σ’ αὐτή, γιὰ νὰ μὴ τὸ ἀφανίσουν οἱ ἐχθροί.

Καὶ ἡ θάλασσα σὰν στοργικὴ μάνα φύλαξε τὸ ἅγιο σκήνωμα τοῦ ἱερομάρτυρος καὶ μετὰ ἀπὸ καιρὸ τὸ ἔφερε μὲ τὰ κύματά της καὶ τὸ ἐναποθέτησε ἁπαλὰ στὴν ἀκρογιαλιὰ τοῦ Κουρίου.

Ἐδῶ τὸ βρῆκαν οἱ χριστιανοὶ τῆς πόλεως. Μὲ δάκρυα καὶ τιμὲς τὸ σήκωσαν καὶ μὲ ἐξόδιους ὕμνους τὸ πήρανε καὶ τὸ θάψανε ἐκεῖ στὴν Ἐπισκοπή.

Δίπλα στὸν τάφο ἡ ἀγάπη τους ἀνήγειρε μετὰ ἀπὸ καιρὸ ἕνα ὄμορφο ναό, ποὺ ὑπάρχει ὡς τὰ σήμερα. Τὰ θαύματα τοῦ καλοῦ ποιμένος συνεχίζονται σὲ ὅσους μὲ εὐλάβεια καὶ πίστη προσφεύγουνε στὴ χάρη του καὶ ζητᾶνε τὴ μεσιτεία του.

Προνομιοῦχο τὸ νησί μας.

Εὐλογημένοι καὶ οἱ κάτοικοί του.

Εὐλογημένοι ποὺ ἔχουν τόσους ἁγίους φρουροὺς καὶ πρεσβευτές.

Στὶς ἱερὲς καὶ μακάριες αὐτὲς μορφὲς ἂς καταφεύγει κάθε πονεμένη ψυχή.

Σ' αὐτὲς ἂς καταφεύγουμε τοῦτο τὸν καιρὸ ἰδιαίτερα καὶ ὅλοι ἐμεῖς.

Μὲ πίστη φλογερὴ ἂς καταφεύγουμε κι ἂς τοὺς ζητᾶμε νὰ δέονται θερμότερα γιὰ μᾶς, γιὰ νὰ λυτρωθοῦμε ἀπὸ τὶς ποικίλες δοκιμασίες καὶ τοὺς φοβεροὺς ἐχθροὺς ποὺ μᾶς κυκλώνουν.

Ἂς προσπαθοῦμε ν’ ἀντλοῦμε συχνὰ ἀπὸ τὴ ζωή τους παρηγοριὰ κι ἐνίσχυση στὶς θλίψεις ποὺ μᾶς βρῆκαν.

Στ’ αὐτιά μας ἂς βοᾷ πάντα δυνατὰ καὶ τοῦ θείου Ἀποστόλου ἡ σύσταση:

«Τοιγαροῦν καὶ ἡμεῖς, τοσούτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθεμένοι πάντα καὶ τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι’ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν» (Ἑβρ. ιβ’ 1 – 2).

 Δηλαδή, καὶ ἐμεῖς, ἀφοῦ ἔχουμε γύρω μας ἕνα τόσο μεγάλο σύννεφο ἀπὸ μάρτυρες, ἂς ἀποτινάξουμε μακριά μας κάθε βάρος ἀπὸ τὶς καταθλιπτικὲς μέριμνες τῆς ζωῆς καὶ προπαντὸς τὴν ἁμαρτία, ποὺ εὔκολα μᾶς ἐμπλέκει στὰ δίχτυα της.

Ναί! ἂς ἀποτινάξουμε τὴν ἁμαρτία καὶ ἂς τρέχουμε τὸ ἀγώνισμα τοῦ δρόμου ποὺ εἶναι μπροστά μας, μὲ τὰ μάτια προσηλωμένα στὸν ἀρχηγὸ καὶ ἱδρυτὴ τῆς πίστεώς μας, τὸν Χριστό. Τὸν Χριστὸ ποὺ μὲ τὴ χάρη Του μᾶς προστατεύει καὶ μᾶς χειραγωγεῖ στὸν δρόμο τῆς τελειότητας.

Σὲ τοῦτο τὸ νέφος τῶν μαρτύρων καὶ τῶν ἁγίων τῆς Κύπρου μας, ἰδιαίτερη ἀκτινοβολία καὶ λάμψη σκορπᾷ μὲ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴ θυσία του ὁ μακάριος Ἐρμογένης.

Καὶ αὐτός, μαζὶ μὲ τοὺς τόσους ἄλλους ἁγίους, ποὺ περίλαμπρα κοσμοῦν τὸ χριστιανικὸ Πάνθεο, μὲ ξέχωρη ἀγάπη καὶ στοργὴ μᾶς καλεῖ καὶ μᾶς τονίζει καὶ μᾶς συνιστᾷ νὰ σταθοῦμε ἀλύγιστοι καὶ ἀνυποχώρητοι νὰ συνεχίσουμε πιστοὶ μέχρι θανάτου τὸν ἀγῶνα μας. Τὸν ἱερὸ καὶ ὑπέροχο ἀγῶνα μας γιὰ τὴν ἐπικράτηση στὸν κόσμο τοῦ θησαυροῦ τῆς Ὀρθοδοξίας μας καὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Πόσοι ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς Κυπρίους δὲν θ’ ἀνοίξουν τ’ αὐτιά τους σὲ μιὰ τόσο ὡραία πρόσκληση, μὰ καὶ τόσο τιμητικὴ ἀποστολή;
Αλήθεια! Πόσοι;

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τοῦ Φοίνικος ὁ κλάδος, καὶ Σαμίων τὸ στήριγμα, φύλαξ καὶ φρουρὸς τῶν Κυπρίων, Ἐρμόγενες Πατὴρ ἡμῶν ἀναδειχθεὶς τὴν Θάλασσαν διῆλθες ὥσπερ ζῶν, καὶ ταύτης τρικυμίας χαλινῶν, θαυμασίως λάρνακά σου Ἐπισκοπῇ τῇ πόλει κατεστήριξας, δόξα τῷ οὕτως εὐδοκήσαντι Θεῷ, δόξα τῷ σὲ ὁδηγήσαντι. Δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τῶν Σαμίων καύχημα καὶ τῶν Κυπρίων τὸ κλέος, Ἐρμογένη ἅπαντες ἀνευφημήσωμεν ὕμνοις οὗτος γὰρ τὴν τῆς Τριάδος ἔλαβεν αἴγλην, καὶ ὡς ἥλιος φωτίσας τὴν Οἰκουμένην ὃν προθύμως ἀνυμνοῦμεν καὶ προσκυνοῦμεν, λέγοντες χαῖρε, θαυματοφόρε Ἐρμόγενες Ὅσιε.

synaxarion.gr