Follow @pistosgr

Βρίσκεστε εδώ:

Επιστολές Παύλου

  • Α Προς Κορινθίους Επιστολή 11 (Το κάλυμμα τῶν γυναικῶν εἰς τὰς ἐκκλησιαστικὰς συναθροίσεις - Ὁδηγίαι διὰ τὸ δεῖπνον τοῦ Κυρίου)

    1 Μιμηταί μου γίνεσθε, ὅπως εἶμαι καὶ ἐγὼ τοῦ Χριστοῦ.

    Το κάλυμμα τῶν γυναικῶν εἰς τὰς ἐκκλησιαστικὰς συναθροίσεις

    2 Σᾶς ἐπαινῶ, ἀδελφοί, ὅπως σᾶς τὰ παρέδωκα.

    3 Ἀλλὰ θέλω νὰ ξέρετε ὅτι ἡ κεφαλὴ κάθε ἀνδρὸς εἶναι ὁ Χριστός, κεφαλὴ δὲ τῆς γυναίκας ὁ ἄνδρας, κεφαλὴ δὲ τοῦ Χριστοῦ ὁ Θεός.

    4 Κάθε ἄνδρας ποὺ προσεύχεται ἢ προφητεύει μὲ σκεπασμένην τὴν κεφαλήν του, ντροπιάζει τὴν κεφαλήν του.

    5 Καὶ κάθε γυναῖκα ποὺ προσεύχεται ἢ προφητεύει μὲ ἀκάλυπτη τὴν κεφαλήν, ντροπιάζει τὴν κεφαλήν της· αὐτὴ εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα μὲ μίαν ξυρισμένην.

    6 Ἐὰν μία γυναῖκα δὲν ἔχῃ κάλυμμα, τότε ἂς κόψῃ καὶ τὰ μαλλιά της. Ἀλλ’ ἐὰν εἶναι ἀτιμωτικὸν διὰ τὴν γυναῖκα νὰ κόψῃ τὰ μαλλιά της ἢ νὰ ξυρισθῇ, τότε ἂς ἔχῃ κάλυμμα.

    7 Ὁ ἄνδρας δὲν πρέπει νὰ σκεπάζῃ τὴν κεφαλήν του, ἐπειδὴ εἶναι εἰκόνα καὶ δόξα τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ ἡ γυναῖκα εἶναι ἡ δόξα τοῦ ἀνδρός.

    8 Διότι δὲν ἔγινε ὁ ἄνδρας ἀπὸ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ ἡ γυναῖκα ἀπὸ τὸν ἄνδρα.

    9 Καὶ δὲν ἐδημιουργήθηκε ὁ ἄνδρας διὰ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ ἡ γυναῖκα διὰ τὸν ἄνδρα.

    10 Διὰ τοῦτο πρέπει ἡ γυναῖκα νὰ ἔχῃ ἐπάνω εἰς τὴν κεφαλήν της κάποιο σύμβολον ὅτι τελεῖ ὑπὸ ἐξουσίαν, καὶ τοῦτο διὰ τοὺς ἀγγέλους.

    11 Καὶ ὅμως, ἐν Κυρίῳ οὔτε ὁ ἀνδρας εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴν γυναῖκα, οὔτε ἡ γυναῖκα ἀπὸ τὸν ἄνδρα.

    12 Διότι ὅπως ἡ γυναῖκα ἔγινε ἀπὸ τὸν ἄνδρα, ἔτσι καὶ ὁ ἄνδρας γεννᾶται διὰ τῆς γυναίκας, τὰ πάντα δὲ προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεόν.

    13 Κρίνατε μόνοι σας. Εἶναι πρέπον νὰ προσεύχεται πρὸς τὸν Θεὸν γυναῖκα χωρὶς κάλυμμα;

    14 Καὶ αὐτὴ ἡ φύσις δὲν σᾶς διδάσκει ὅτι ἐὰν ὁ ἄνδρας ἔχῃ μακρυὰ μαλλιά, δὲν εἶναι τιμητικὸν γι’ αὐτόν,

    15 ἐνῷ ἐὰν ἡ γυναῖκα ἔχῃ μακρυὰ μαλλιά, αὐτὸ εἶναι δόξα γι’ αὐτήν; Διότι τὰ μακρυὰ μαλλιὰ τῆς ἔχουν δοθῆ γιὰ κάλυμμα.

    16 Ἐὰν θέλῃ κανεὶς νὰ εἶναι φιλόνεικος, ἐμεῖς τέτοιαν συνήθειαν δὲν ἔχομεν, οὔτε αἱ ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ.

    Ὁδηγίαι διὰ τὸ δεῖπνον τοῦ Κυρίου

    17 Δίδοντας τὰς ἀκολούθους ὁδηγίας δὲν σᾶς ἐπαινῶ, διότι μαζεύεσθε ὄχι πρὸς τὸ καλύτερον ἀλλὰ πρὸς τὸ χειρότερον.

    18 Πρῶτον, ἀκούω ὅτι ὅταν μαζεύεσθε ὡς ἐκκλησία, ὑπάρχουν μεταξύ σας διαιρέσεις καὶ ἕνα μέρος τὸ πιστεύω,

    19 διότι πρέπει νὰ ὑπάρχουν καὶ διχογνωμίαι μεταξύ σας διὰ νὰ γίνουν φανεροὶ μεταξύ σας οἱ γνήσιοι.

    20 Ὅταν λοιπὸν μαζεύεσθε ὅλοι μαζί, δὲν τρώγετε κυριακὸν δεῖπνον,

    21 διότι ὁ καθένας σπεύδει νὰ προλάβῃ νὰ φάγῃ τὸ δικό του φαγητὸν καὶ ὁ ἕνας πεινάει καὶ ὁ ἄλλος μεθάει.

    22 Δὲν ἔχετε σπίτια, διὰ νὰ τρῶτε καὶ νὰ πίνετε; Ἢ καταφρονεῖτε τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ντοπιάζετε ἐκείνους ποὺ δὲν ἔχουν φαγητά; Τί νὰ σᾶς πῶ; Νὰ σᾶς ἐπαινέσω γι’ αὐτό; Δὲν σᾶς ἐπαινῶ.

    23 Διότι ἐγὼ παρέλαβα ἀπὸ τὸν Κύριον ὅ,τι καὶ σᾶς παρέδωκα. Ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς κατὰ τὴν νύχτα ποὺ θὰ παρεδίδετο, ἔλαβε ἄρτον καὶ ἀφοῦ ἀνέπεμψε εὐχαριστίας,

    24 τὸν ἔκοψε καὶ εἶπε, «Λάβετε φάγετε, τοῦτο εἶναι τὸ σῶμά μου, τὸ ὁποῖον τεμαχίζεται γιὰ σᾶς. Τοῦτο κάνετε εἰς τὴν ἀνάμνησίν μου».

    25 Ἐπίσης ἐπῆρε καὶ τὸ ποτήριον, μετὰ τὸ δεῖπνον, καὶ εἶπε: «Τοῦτο τὸ ποτήριον εἶναι ἡ νέα διαθήκη σφραγισμένη μὲ τὸ αἷμά μου. Τοῦτο νὰ κάνετε ὁσάκις τὸ πίνετε, εἰς τὴν ἀνάμνησίν μου».

    26 Διότι κάθε φορὰν ποὺ τρώγετε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ πίνετε ἀπὸ τὸ ποτήριον τοῦτο, διακηρύσσετε τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου ἕως ὅτου ἔλθῃ.

    27 Ὥστε ὅποιος τρώγει τὸν ἄρτον τοῦτον ἢ πίνει ἀπὸ τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου χωρὶς νὰ εἶναι ἄξιος, θὰ εἶναι ἔνοχος ἔναντι τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου.

    28 Ἂς ἐξετάζῃ ὁ ἄνθρωπος τὸν ἑαυτόν του καὶ ἔτσι ἂς τρώγῃ ἀπὸ τὸν ἄρτον καὶ ἂς πίνῃ ἀπὸ τὸ ποτήριον,

    29 διότι ἐκεῖνος ποὺ τρώγει καὶ πίνει κατὰ τρόπον ἀνάξιον, τρώγει καὶ πίνει τὴν καταδίκην τοῦ ἑαυτοῦ του, ἐπειδὴ δὲν διακρίνει τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου.

    30 Διὰ τοῦτο μεταξύ σας ὑπάρχουν πολλοὶ ἀδύνατοι καὶ ἄρρωστοι καὶ ἀρκετοὶ ἐπέθαναν.

    31 Ἐὰν ὅμως ἐκρίναμεν τοὺς ἑαυτούς μας ὅπως πρέπει, δὲν θὰ ἐκρινόμεθα.

    32 Ἀλλ’ ὅταν κρινώμεθα ὑπὸ τοῦ Κυρίου, παιδαγωγούμεθα, διὰ νὰ μὴ κατακριθοῦμε μαζὶ μὲ τὸν κόσμον.

    33 Ὥστε, ἀδελφοί μου, ὅταν μαζεύεσθε διὰ νὰ φάγετε, περιμένετε ὁ ενας τὸν ἄλλον,

    34 καὶ ἐὰν κανεὶς πεινᾷ, ἂς τρώγῃ εἰς τὸ σπίτι του, διὰ νὰ μὴ καταλήξῃ ἡ συγκέντρωσίς σας εἰς καταδίκην. Τὰ λοιπὰ θὰ τὰ κανονίσω, ὅταν ἔλθω.

    Το αρχαίο κείμενο

    1 Μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ.

    2 Ἐπαινῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, ὅτι πάντα μου μέμνησθε καὶ καθὼς παρέδωκα ὑμῖν τὰς παραδόσεις κατέχετε.

    3 θέλω δὲ ὑμᾶς εἰδέναι ὅτι παντὸς ἀνδρὸς ἡ κεφαλὴ ὁ Χριστός ἐστι, κεφαλὴ δὲ γυναικὸς ὁ ἀνήρ, κεφαλὴ δὲ Χριστοῦ ὁ Θεός.

    4 πᾶς ἀνὴρ προσευχόμενος ἢ προφητεύων κατὰ κεφαλῆς ἔχων καταισχύνει τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ.

    5 πᾶσα δὲ γυνὴ προσευχομένη ἢ προφητεύουσα ἀκατακαλύπτῳ τῇ κεφαλῇ καταισχύνει τὴν κεφαλὴν ἑαυτῆς· ἓν γάρ ἐστι καὶ τὸ αὐτὸ τῇ ἐξυρημένῃ.

    6 εἰ γὰρ οὐ κατακαλύπτεται γυνή, καὶ κειράσθω· εἰ δὲ αἰσχρὸν γυναικὶ τὸ κείρασθαι ἢ ξυρᾶσθαι, κατακαλυπτέσθω.

    7 ἀνὴρ μὲν γὰρ οὐκ ὀφείλει κατακαλύπτεσθαι τὴν κεφαλήν, εἰκὼν καὶ δόξα Θεοῦ ὑπάρχων· ἡ γυνὴ δὲ δόξα ἀνδρός ἐστιν.

    8 οὐ γάρ ἐστιν ἀνὴρ ἐκ γυναικός, ἀλλὰ γυνὴ ἐξ ἀνδρός·

    9 καὶ γὰρ οὐκ ἐκτίσθη ἀνὴρ διὰ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ γυνὴ διὰ τὸν ἄνδρα.

    10 διὰ τοῦτο ὀφείλει ἡ γυνὴ ἐξουσίαν ἔχειν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς διὰ τοὺς ἀγγέλους.

    11 πλὴν οὔτε ἀνὴρ χωρὶς γυναικὸς οὔτε γυνὴ χωρὶς ἀνδρὸς ἐν Κυρίῳ·

    12 ὥσπερ γὰρ ἡ γυνὴ ἐκ τοῦ ἀνδρός, οὕτω καὶ ὁ ἀνὴρ διὰ τῆς γυναικός, τὰ δὲ πάντα ἐκ τοῦ Θεοῦ. 13 ἐν ὑμῖν αὐτοῖς κρίνατε· πρέπον ἐστὶ γυναῖκα ἀκατακάλυπτον τῷ Θεῷ προσεύχεσθαι;

    14 ἢ οὐδὲ αὐτὴ ἡ φύσις διδάσκει ὑμᾶς ὅτι ἀνὴρ μὲν ἐὰν κομᾷ, ἀτιμία αὐτῷ ἐστι,

    15 γυνὴ δὲ ἐὰν κομᾷ δόξα αὐτῇ ἐστιν; ὅτι ἡ κόμη ἀντὶ περιβολαίου δέδοται αὐτῇ.

    16 Εἰ δέ τις δοκεῖ φιλόνεικος εἶναι, ἡμεῖς τοιαύτην συνήθειαν οὐκ ἔχομεν, οὐδὲ αἱ ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ.

    17 Τοῦτο δὲ παραγγέλλων οὐκ ἐπαινῶ, ὅτι οὐκ εἰς τὸ κρεῖττον, ἀλλ' εἰς τὸ ἧττον συνέρχεσθε.

    18 πρῶτον μὲν γὰρ συνερχομένων ὑμῶν ἐν ἐκκλησίᾳ ἀκούω σχίσματα ἐν ὑμῖν ὑπάρχειν καὶ μέρος τι πιστεύω·

    19 δεῖ γὰρ καὶ αἱρέσεις ἐν ὑμῖν εἶναι, ἵνα οἱ δόκιμοι φανεροὶ γένωνται ἐν ὑμῖν. 20 συνερχομένων οὖν ὑμῶν ἐπὶ τὸ αὐτὸ οὐκ ἔστι κυριακὸν δεῖπνον φαγεῖν·

    21 ἕκαστος γὰρ τὸ ἴδιον δεῖπνον προσλαμβάνει ἐν τῷ φαγεῖν, καὶ ὃς μὲν πεινᾷ, ὃς δὲ μεθύει.

    22 μὴ γὰρ οἰκίας οὐκ ἔχετε εἰς τὸ ἐσθίειν καὶ πίνειν; ἢ τῆς ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ καταφρονεῖτε, καὶ καταισχύνετε τοὺς μὴ ἔχοντας; τί ὑμῖν εἴπω; ἐπαινέσω ὑμᾶς ἐν τούτῳ; οὐκ ἐπαινῶ.

    23 Ἐγὼ γὰρ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ Κυρίου, ὃ καὶ παρέδωκα ὑμῖν, ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐν τῇ νυκτὶ ᾗ παρεδίδοτο ἔλαβεν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ εἶπε·

    24 λάβετε, φάγετε· τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν.

    25 ὡσαύτως καὶ τὸ ποτήριον μετὰ τὸ δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τὸ ποτήριον ἡ καινὴ διαθήκη ἐστὶν ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι· τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἂν πίνητε, εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν.

    26 ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνητε, τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἂν ἔλθῃ.

    27 ὥστε ὃς ἂν ἐσθίῃ τὸν ἄρτον τοῦτον ἢ πίνῃ τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου ἀναξίως, ἔνοχος ἔσται τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου.

    28 δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω·

    29 ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει, μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου.

    30 διὰ τοῦτο ἐν ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄρρωστοι καὶ κοιμῶνται ἱκανοί.

    31 εἰ γὰρ ἑαυτοὺς διεκρίνομεν, οὐκ ἂν ἐκρινόμεθα·

    32 κρινόμενοι δὲ ὑπὸ τοῦ Κυρίου παιδευόμεθα, ἵνα μὴ σὺν τῷ κόσμῳ κατακριθῶμεν.

    33 Ὥστε, ἀδελφοί μου, συνερχόμενοι εἰς τὸ φαγεῖν ἀλλήλους ἐκδέχεσθε·

    34 εἰ δέ τις πεινᾷ, ἐν οἴκῳ ἐσθιέτω, ἵνα μὴ εἰς κρῖμα συνέρχησθε. Τὰ δὲ λοιπὰ ὡς ἂν ἔλθω διατάξομαι.

    Α Προς Κορινθίους Επιστολή 12 (Ποικιλία καὶ ἑνότης τῶν πνευματικῶν χαρισμάτων - Παράδειγμα ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινον σῶμα)


Δημοφιλη αρθρα

Λογοι