Follow @pistosgr

Βρίσκεστε εδώ:

Επιστολές Παύλου

  • Προς Φιληππήσιους επιστολή 2 (Ἔκκλησις πρὸς ἑνότητα - Ἔκκλησις πρὸς ταπεινοφροσύνην - Τὸ παράδειγμα τῆς ταπεινοφροσύνης καὶ αὐτοθυσίας τοῦ Χριστοῦ - Ἡ σωτηρία νὰ διαμορφώνῃ τὸν χαρακτῆρα - Ὁ Τιμόθεος - Ὁ Ἐπαφρόδιτος)

    Ἔκκλησις πρὸς ἑνότητα

    1 Ἐὰν λοιπόν, ὑπάρχῃ κάποια χριστιανικὴ ἐνθάρρυνσις, κάποια παρηγορία ἀγάπης, κάποια συμμετοχὴ εἰς τὸ Πνεῦμα, κάποια εὐσπλαγχνία καὶ ἔλεος,

    2 κάνετε τὴν χαράν μου πλήρη μὲ τὸ νὰ ἔχετε τὸ ἴδιο φρόνημα, τὴν ἴδια ἀγάπη, μιὰ ψυχή, ἕνα φρόνημα.

    Ἔκκλησις πρὸς ταπεινοφροσύνην

    3 Χωρὶς νὰ κάνετε τίποτε ἀπὸ διάθεσιν φιλονεικίας ἢ ματαιοδοξίας, ἀλλὰ μὲ ταπεινοφροσύνην ὁ ἕνας νὰ θεωρῇ τὸν ἄλλον ἀνώτερόν του.

    4 Ἂς μὴ φροντίζῃ ὁ καθένας μόνον διὰ τὰ δικά του συμφέροντα ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων.

    Τὸ παράδειγμα τῆς ταπεινοφροσύνης καὶ αὐτοθυσίας τοῦ Χριστοῦ

    5 Ἂς ἐπικρατῇ μεταξύ σας τὸ ἴδιο φρόνημα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν,

    6 ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ εἶχεν θεϊκὴν ὕπαρξιν, δὲν ἐθεώρησε τὸ ὅτι ἦτο ἴσος πρὸς τὸν Θεὸν σὰν κάτι πρὸς ἁρπαγμόν,

    7 ἀλλ’ ἐκένωσε τὸν ἑαυτόν του λαβὼν μορφὴν δούλου, γενόμενος ὅμοιος πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, καί, ἀφοῦ κατὰ τὸ σχῆμα εὑρέθηκε ὡς ἄνθρωπος,

    8 ἐταπείνωσε τὸν ἑαυτόν του γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου καὶ μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ.

    9 Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Θεὸς τὸν ὑπερήψωσε καὶ τοῦ ἐχάρισε ὄνομα τὸ ἀνώτερον ἀπὸ κάθε ὄνομα, ὥστε,

    10 εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, νὰ κάμψῃ κάθε γόνυ τῶν ἐπουρανίων καὶ τῶν ἐπιγείων καὶ τῶν καταχθονίων,

    11 καὶ κάθε γλῶσσα νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι Κύριος εἰς δόξαν τοῦ Θεοῦ Πατρός.

    Ἡ σωτηρία νὰ διαμορφώνῃ τὸν χαρακτῆρα

    12 Ὥστε, ἀγαπητοί μου, καθὼς πάντοτε ἐδείξατε ὑπακοήν, ὄχι μόνον ἐπειδὴ ἤμουν παρών, ἀλλὰ καὶ τώρα πολὺ περισσότερον ἐπειδὴ εἶμαι ἀπών, μὲ φόβον καὶ τρόμον νὰ κατεργάζεσθε τὴν σωτηρίαν σας,

    13 διότι ὁ Θεὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἐργάζεται μέσα σας καὶ τὸ νὰ θέλετε καὶ τὸ νὰ ἐνεργῆτε κατὰ τὴν θέλησίν του.

    14 Ὅλα νὰ τὰ κάνετε χωρὶς γογγυσμοὺς καὶ ἀμφισβητήσεις,

    15 διὰ νὰ γίνετε ἄψογοι καὶ ἀκέραιοι, παιδιὰ τοῦ Θεοῦ ἄψογα μέσα σὲ μιὰ γενεὰ διεφθαρμένη καὶ διεστραμμένη, μεταξὺ τῶν ὁποίων λάμπετε εἰς τὸν κόσμον σὰν ἀστέρια,

    16 κρατοῦντες στερεὰ τὸν λόγον τῆς ζωῆς, διὰ νὰ μπορῶ νὰ καυχηθῶ κατὰ τὴν Ἡμέραν τοῦ Χριστοῦ, ὅτι δὲν ἔτρεξα ματαίως οὔτε ἐκοπίασα ματαίως.

    17 Ἀλλ’ ἂν καὶ προσφέρωμαι σὰν σπονδὴ ἐπάνω εἰς τὴν θυσίαν καὶ ἐξυπηρέτησιν τῆς πίστεώς σας, χαίρω καὶ συμμετέχω εἰς τὴν χαρὰν ὅλων σας.

    18 Τὸ ἴδιο καὶ σεῖς νὰ χαίρετε καὶ νὰ συμμετέχετε εἰς τὴν χαράν μου.

    Ὁ Τιμόθεος

    19 Ἐλπίζω δὲ εἰς τὸν Κύριον Ἰησοῦν νὰ σᾶς στείλω γρήγορα τὸν Τιμόθεον, διὰ νὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ ἥσυχος ὅταν μάθω νέα σας.

    20 Δὲν ἔχω κανένα ἄλλον ἰσόψυχον, ὁ ὁποῖος εἰλικρινὰ θὰ φροντίσῃ γιὰ σᾶς,

    21 διότι ὅλοι φροντίζουν γιὰ τὰ δικά τους συμφέροντα καὶ ὄχι τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ.

    22 Ξέρετε τὴν δοκιμασμένην ἀξίαν του, διότι σὰν παιδὶ μὲ τὸν πατέρα του ὑπηρέτησε μαζί μου εἰς τὸ εὐαγγέλιον.

    23 Αὐτὸν λοιπόν, ἐλπίζω νὰ στείλω, ἀμέσως μόλις ἰδῶ τὴν ἔκβασιν τῆς ὑποθέσεώς μου,

    24 ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν Κύριον ὅτι καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος γρήγορα θὰ ἔλθω.

    Ὁ Ἐπαφρόδιτος

    25 Ἀλλ’ ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ στείλω σ’ ἐσᾶς τὸν Ἐπαφρόδιτον, τὸν ἀδελφὸν καὶ συνεργάτην καὶ συστρατιώτην μου, δικόν σας δὲ ἀπεσταλμένον καὶ βοηθὸν εἰς τὰς ἀνάγκας μου,

    26 ἐπειδὴ ὅλους σᾶς ἐποθοῦσε πάρα πολὺ καὶ ἦτο καταστεναχωρημένος, διότι ἀκούσατε ὅτι εἶχε ἀσθενήσει.

    27 Πραγματικά, εἶχε ἀσθενήσει καὶ ἐκινδύνευσε νὰ πεθάνῃ ἀλλ’ ὁ Θεὸς τὸν ἐλέησε, καὶ ὄχι μόνον αὐτὸν ἀλλὰ καὶ ἐμὲ διὰ νὰ μὴ ἔχω μίαν λύπην ἐπάνω σὲ ἄλλην.

    28 Τὸν στέλλω λοιπὸν, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, διὰ νὰ χαρῆτε ποὺ θὰ τὸν ἰδῆτε πάλιν,

    29 καὶ ἡ δική μου λύπη νὰ ἐλαττωθῇ. Δεχθῆτέ τον λοιπὸν ἐν Κυρίῳ μὲ μεγάλην χαράν, καὶ νὰ τιμᾶτε τέτοιους ἀνθρώπους,

    30 διότι διὰ τὸ ἔργον τοῦ Χριστοῦ ἐπλησίασε μέχρι θανάτου, ριψοκινδυνεύσας τὴν ζωήν του, διὰ νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἔλλειψιν τῆς ὑπηρεσίας σας πρὸς ἐμέ.

    Το αρχαίο κείμενο

    1 Εἴ τις οὖν παράκλησις ἐν Χριστῷ, εἴ τι παραμύθιον ἀγάπης, εἴ τις κοινωνία Πνεύματος, εἴ τις σπλάγχνα καὶ οἰκτιρμοί,

    2 πληρώσατέ μου τὴν χαρὰν ἵνα τὸ αὐτὸ φρονῆτε, τὴν αὐτὴν ἀγάπην ἔχοντες, σύμψυχοι, τὸ ἓν φρονοῦντες,

    3 μηδὲν κατὰ ἐριθείαν ἢ κενοδοξίαν, ἀλλὰ τῇ ταπεινοφροσύνῃ ἀλλήλους ἡγούμενοι ὑπερέχοντας ἑαυτῶν.

    4 μὴ τὰ ἑαυτῶν ἕκαστος σκοπεῖτε, ἀλλὰ καὶ τὰ ἑτέρων ἕκαστος.

    5 τοῦτο φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὃ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ,

    6 ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ,

    7 ἀλλ' ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος,

    8 καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ.

    9 διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα,

    10 ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων,

    11 καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός.

    12 Ὥστε, ἀγαπητοί μου, καθὼς πάντοτε ὑπηκούσατε, μὴ ὡς ἐν τῇ παρουσίᾳ μου μόνον, ἀλλὰ νῦν πολλῷ μᾶλλον ἐν τῇ ἀπουσίᾳ μου, μετὰ φόβου καὶ τρόμου τὴν ἑαυτῶν σωτηρίαν κατεργάζεσθε·

    13 ὁ Θεὸς γάρ ἐστιν ὁ ἐνεργῶν ἐν ὑμῖν καὶ τὸ θέλειν καὶ τὸ ἐνεργεῖν ὑπὲρ τῆς εὐδοκίας.

    14 πάντα ποιεῖτε χωρὶς γογγυσμῶν καὶ διαλογισμῶν,

    15 ἵνα γένησθε ἄμεμπτοι καὶ ἀκέραιοι, τέκνα Θεοῦ ἀμώμητα ἐν μέσῳ γενεᾶς σκολιᾶς καὶ διεστραμμένης, ἐν οἷς φαίνεσθε ὡς φωστῆρες ἐν κόσμῳ,

    16 λόγον ζωῆς ἐπέχοντες, εἰς καύχημα ἐμοὶ εἰς ἡμέραν Χριστοῦ, ὅτι οὐκ εἰς κενὸν ἔδραμον οὐδὲ εἰς κενὸν ἐκοπίασα.

    17 Ἀλλ' εἰ καὶ σπένδομαι ἐπὶ τῇ θυσίᾳ καὶ λειτουργίᾳ τῆς πίστεως ὑμῶν, χαίρω καὶ συγχαίρω πᾶσιν ὑμῖν·

    18 τὸ δ' αὐτὸ καὶ ὑμεῖς χαίρετε καὶ συγχαίρετέ μοι.

    19 Ἐλπίζω δὲ ἐν Κυρίῳ Ἰησοῦ Τιμόθεον ταχέως πέμψαι ὑμῖν, ἵνα κἀγὼ εὐψυχῶ γνοὺς τὰ περὶ ὑμῶν·

    20 οὐδένα γὰρ ἔχω ἰσόψυχον, ὅστις γνησίως τὰ περὶ ὑμῶν μεριμνήσει·

    21 οἱ πάντες γὰρ τὰ ἑαυτῶν ζητοῦσιν, οὐ τὰ Χριστοῦ Ἰησοῦ.

    22 τὴν δὲ δοκιμὴν αὐτοῦ γινώσκετε, ὅτι ὡς πατρὶ τέκνον σὺν ἐμοὶ ἐδούλευσεν εἰς τὸ εὐαγγέλιον.

    23 τοῦτον μὲν οὖν ἐλπίζω πέμψαι ὡς ἂν ἀπίδω τὰ περὶ ἐμὲ ἐξαυτῆς·

    24 πέποιθα δὲ ἐν Κυρίῳ ὅτι καὶ αὐτὸς ταχέως ἐλεύσομαι.

    25 Ἀναγκαῖον δὲ ἡγησάμην Ἐπαφρόδιτον τὸν ἀδελφὸν καὶ συνεργὸν καὶ συστρατιώτην μου, ὑμῶν δὲ ἀπόστολον καὶ λειτουργὸν τῆς χρείας μου, πέμψαι πρὸς ὑμᾶς,

    26 ἐπειδὴ ἐπιποθῶν ἦν πάντας ὑμᾶς, καὶ ἀδημονῶν διότι ἠκούσατε ὅτι ἠσθένησε.

    27 καὶ γὰρ ἠσθένησε παραπλήσιον θανάτου· ἀλλ' ὁ Θεὸς αὐτὸν ἠλέησεν, οὐκ αὐτὸν δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐμέ, ἵνα μὴ λύπην ἐπὶ λύπην σχῶ.

    28 σπουδαιοτέρως οὖν ἔπεμψα αὐτὸν, ἵνα ἰδόντες αὐτὸν πάλιν χαρῆτε, κἀγὼ ἀλυπότερος ὦ.

    29 προσδέχεσθε οὖν αὐτὸν ἐν Κυρίῳ μετὰ πάσης χαρᾶς, καὶ τοὺς τοιούτους ἐντίμους ἔχετε,

    30 ὅτι διὰ τὸ ἔργον Χριστοῦ μέχρι θανάτου ἤγγισε, παραβουλευσάμενος τῇ ψυχῇ ἵνα ἀναπληρώσῃ τὸ ὑμῶν ὑστέρημα τῆς πρός με λειτουργίας.

    Προς Φιληππήσιους επιστολή 3 (Μικρὴ ἀξία τῶν ἐξωτερικῶν προνομίων - Ὁ πόθος τοῦ Παύλου νὰ εἶναι ἕνα μὲ τὸν Χριστόν - Τὸ παράδειγμα τοῦ Παύλου πρὸς μίμησιν - Οἱ ἐχθροὶ τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ)


Δημοφιλη αρθρα

Λογοι