Follow @pistosgr

Βρίσκεστε εδώ:

Κατά Λουκάν

  • Κεφάλαιο 19 (Ὁ Ζακχαῖος - Ἡ παραβολὴ τῶν μνῶν - Θριαμβευτικὴ εἴσοδος τοῦ Ἰησοῦ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα - Θρῆνος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ διὰ τὴν Ἱερουσαλήμ - Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀποκαθαρίζει τὸν ναόν)

    Ὁ Ζακχαῖος

    1 Ὅταν ἐμπῆκε εἰς τὴν Ἱεριχώ, ἐπερνοῦσε διὰ μέσου τῆς πόλεως.

    2 Ἐκεῖ ἦτο κάποιος ποὺ ὀνωμάζετο Ζακχαῖος· ἦτο ἀρχιτελώνης καὶ πλούσιος,

    3 καὶ ζητοῦσε νὰ ἰδῇ ποιός εἶναι ὁ Ἰησοῦς ἀλλὰ δὲν μποροῦσε ἀπὸ τὸ πλῆθος διότι ἦτο κοντὸς τὸ ἀνάστημα.

    4 Ἔτρεξε λοιπὸν ἐμπρὸς καὶ ἀνέβηκε ἐπάνω σὲ μιὰ μουριά, διὰ νὰ τὸν ἰδῇ, διότι ἀπὸ ἐκεῖ ἐπρόκειτο νὰ περάσῃ.

    5 Ὅταν ἔφθασε ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ μέρος αὐτό, ἀσήκωσε τὰ μάτια του καὶ τὸν εἶδε καὶ τοῦ εἶπε, «Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα, διότι πρέπει νὰ μείνω στὸ σπίτι σου σήμερα».

    6 Καὶ κατέβηκε γρήγορα καὶ τὸν ὑποδέχθηκε μὲ χαράν.

    7 Ὅταν εἶδαν αὐτό, ὅλοι παρεπονοῦντο καὶ ἔλεγαν, «Εἰς τὸ σπίτι ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου πηγαίνει νὰ μείνῃ».

    8 Ὁ Ζακχαῖος ἐστάθηκε καὶ εἶπε εἰς τὸν Κύριον, «Τὸ ἥμισυ τῆς περιουσίας μου δίνω, Κύριε, εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ ἐὰν μὲ δόλιον τρόπον ἐπῆρα ἀπὸ κάποιον τίποτε, θὰ τοῦ τὸ ἀποδώσω τέσσερις φορὲς περισσότερον».

    9 Ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε, «Σήμερα ἔγινε σωτηρία σὲ τοῦτο τὸ σπίτι, διότι καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ,

    10 καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἦλθε νὰ ἀναζητήσῃ καὶ νὰ σώσῃ τὸ ἀπολωλός».

    Ἡ παραβολὴ τῶν μνῶν

    11 Ἐνῷ ἄκουαν αὐτά, τοὺς εἶπεν καὶ μίαν παραβολήν, διότι ἦτο κοντὰ εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ αὐτοὶ ἐνόμιζαν ὅτι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μέλλει νὰ φανερωθῇ ἀμέσως.

    12 Εἶπε λοιπόν, «Κάποιος ἀπὸ εὐγενῆ καταγωγὴν ἐπῆγε σὲ μακρυνὴ χῶρα διὰ νὰ λάβῃ διὰ τὸν ἑαυτόν του βασιλικὴν ἐξουσίαν καὶ ὕστερα νὰ ἐπιστρέψῃ.

    13 Ἀφοῦ ἐκάλεσε δέκα δούλους του, τοὺς ἔδωκε δέκα ἑκατοντάδραχμα καὶ τοὺς εἶπε, «Ἐμπορευθῆτε μὲ αὐτὰ ἕως ὅτου ἐπιστρέψω».

    14 Ἀλλ’ οἱ συμπολῖται του τὸν ἐμισοῦσαν καὶ ἔστειλαν πίσω του πρεσβείαν λέγοντες, «Δὲν θέλομεν νὰ γίνῃ αὐτὸς βασιλεύς μας».

    15 Ὅταν ἐπανῆλθε, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν, εἶπε νὰ κληθοῦν οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς εἶχε δώσει τὰ χρήματα, διὰ νὰ μάθῃ τί εἶχε κερδήσει ὁ καθένας.

    16 Ὁ πρῶτος ἦλθε καὶ εἶπε, «Κύριε, τὸ ἑκατοντάδραχμό σου ἔφερε ἄλλα δέκα ἑκατοντάδραχμα».

    17 Ὁ κύριός του τοῦ εἶπε, «Εὖγε, δοῦλε καλέ, εἰς ἐλάχιστα ἐφάνηκες ἔμπιστος, πάρε ἐξουσίαν ἐπάνω σὲ δέκα πόλεις».

    18 Καὶ ἦλθε καὶ ὁ δεύτερος καὶ εἶπε, «Τὸ ἑκατοντάδραχμό σου, Κύριε, ἔκανε ἄλλα πέντε ἑκατοντάδραχμα».

    19 Εἶπε δὲ εἰς τοῦτον, «Καὶ σὺ ἔχε ἐξουσίαν ἐπάνω σὲ πέντε πόλεις».

    20 Ἦλθε καὶ ἄλλος δοῦλος καὶ εἶπε, «Κύριε, νά τὸ ἑκατοντάδραχμό σου, τὸ ὁποῖον εἶχα φυλάξει σ’ ἕνα μαντῆλι.

    21 Διότι σὲ ἐφοβόμουνα, ἐπειδὴ εἶσαι ἄνθρωπος αὐστηρός· παίρνεις ἐκεῖνο ποὺ δὲν ἔβαλες ἐσὺ καὶ θερίζεις ἐκεῖνο ποὺ δὲν ἔσπειρες».

    22 Ὁ κύριός του τοῦ λέγει, «Πονηρὲ δοῦλε, ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ στόματός σου θὰ σὲ κρίνω. Ἤξερες ὅτι εἶμαι ἄνθρωπος αὐστηρός, καὶ παίρνω ἐκεῖνο ποὺ δὲν ἔβαλα καὶ θερίζω ἐκεῖνο ποὺ δὲν ἔσπειρα.

    23 Γιατὶ λοιπὸν δὲν ἔβαλες τὸ χρῆμα μου εἰς τὴν τράπεζαν, καὶ ὅταν ἐπέστρεφα, θὰ τὸ εἰσέπραττα μαζὶ μὲ τόκον;».

    24 Καὶ εἰς τοὺς παρευρισκομένους εἶπε, «Πάρτε ἀπὸ αὐτὸν τὸ ἑκατοντάδραχμο καὶ δῶστέ το σ’ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει τὰ δέκα ἑκατοντάδραχμα».

    25 Αὐτοὶ τοῦ εἶπαν, «Κύριε, ἔχει δέκα ἑκατοντάδραχμα».

    26 «Σᾶς λέγω, ὅτι εἰς τὸν καθένα ποὺ ἔχει, θὰ δοθοῦν καὶ ἄλλα, ἀπὸ ἐκεῖνον ὅμως ποὺ δὲν ἔχει, θὰ ἀφαιρεθῇ καὶ ἐκεῖνο ποὺ ἔχει.

    27 Ἀλλὰ ὅσον διὰ τοὺς ἐχθρούς μου αὐτούς, ποὺ δὲν ἤθελαν νὰ εἶμαι βασιλεύς τους, φέρτε του ἐδῶ καὶ σφάξτε τους μπροστά μου».

    Θριαμβευτικὴ εἴσοδος τοῦ Ἰησοῦ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα

    28 Ὅταν εἶπε αὐτά, ἐπροχώρησε διὰ νὰ ἀνεβῇ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα.

    29 Ὅταν ἐπλησίασε, εἰς τὴν Βηθφαγὴ καὶ τὴν Βηθανίαν πρὸς τὸ ὄρος ποὺ ὀνομάζεται ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ἔστειλε δύο ἀπὸ τοὺς μαθητάς του

    30 καὶ τοὺς εἶπε, «Πηγαίνετε εἰς τὸ ἀπέναντι χωριό· καθὼς μπαίνετε μέσα, θὰ βρῆτε ἕνα πουλάρι δεμένο, ἐπάνω εἰς τὸ ὁποῖον κανεὶς ἄνθρωπος δὲν ἐκάθησε· λύσατέ το καὶ φέρετέ το ἐδῶ.

    31 Καὶ ἂν σᾶς ρωτήσῃ κανείς, «Γιατὶ τὸ λύνετε;». θὰ ἀπαντήσετε ὡς ἑξῆς: «Ὁ Κύριος τὸ ἔχει ἀνάγκην».

    32 Ἐπῆγαν οἱ ἀπεσταλμένοι καὶ τὸ εὑρῆκαν νὰ στέκεται, ὅπως τοὺς εἶπε.

    33 Τὴν στιγμὴν ποὺ ἔλυναν τὸ πουλάρι, τοὺς εἶπαν οἱ κύριοί του, «Γιατὶ λύνετε τὸ πουλάρι;».

    34 Αὐτοὶ δὲ εἶπαν, «Ὁ Κύριος τὸ ἔχει ἀνάγκην».

    35 Τὸ ἔφεραν εἰς τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀφοῦ έστρωσαν εἰς τὸ πουλάρι τὰ ἐνδύματά τους, ἀνέβασαν ἐπάνω του τὸν Ἰησοῦν.

    36 Καθὼς προχωροῦσε, ἔστρωναν εἰς τὸν δρόμον τὰ ἐνδύματά τους.

    37 Ὅταν δὲ ἐπλησίαζε πλέον πρὸς τὴν κατάβασιν τοῦ ὄρους τῶν Ἐλαιῶν, ἄρχισαν ὅλοι οἱ μαθηταὶ ἀπὸ χαρὰν νὰ δοξολογοῦν τὸν Θεὸν μὲ μεγάλην φωνὴν δι’ ὅλα τὰ θαύματα ποὺ εἶδαν,

    38 καὶ ἔλεγαν, Εὐλογημένος ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος ποὺ ἔρχεται εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Εἰρήνη εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ δόξα ἐν τοῖς ὑψίστοις.

    39 Μερικοὶ Φαρισαῖοι ἀπὸ τὸ πλῆθος τοῦ εἶπαν, «Διδάσκαλε, νὰ ἐπιπλήξῃς τοὺς μαθητάς σου».

    40 Αὐτὸς τοὺς ἀπεκρίθη, «Σᾶς λέγω ὅτι, ἐὰν αὐτοὶ σιωπήσουν, θὰ φωνάξουν οἱ πέτρες».

    Θρῆνος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ διὰ τὴν Ἱερουσαλήμ

    41 Καὶ καθὼς ἐπλησίασε καὶ εἶδε τὴν πόλιν, ἔκλαψε γι’ αὐτὴν

    42 καὶ εἶπε, «Ἐὰν ἤξερες καὶ σὺ κατὰ τὴν ἡμέραν σου αὐτὴν τί εἶναι ὠφέλιμον διὰ τὴν εἰρήνην σου! Ἀλλὰ τώρα εἶναι κρυμμένα ἀπὸ τὰ μάτια σου.

    43 Διότι θὰ ἔλθουν ἡμέρες γιὰ σὲ ποὺ θὰ σὲ περιφράξουν οἱ ἐχθροί σου μὲ χαρακώματα, καὶ θὰ σὲ περικυκλώσουν καὶ θὰ σὲ πιέζουν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη,

    44 καὶ θὰ καταστρέψουν σὲ καὶ τὰ παιδιά σου ποὺ εἶναι μέσα σου καὶ δὲν θὰ σοῦ ἀφήσουν πέτρα ἐπάνω σὲ πέτρα, διότι δὲν ἀντελήφθης τὸν χρόνον τῆς ἐπισκέψεώς σου».

    Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀποκαθαρίζει τὸν ναόν

    45 Καὶ ὅταν ἐμπῆκε εἰς τὸν ναόν, ἄρχισε νὰ βγάζῃ ἔξω ἐκείνους ποὺ ἐπωλοῦσαν καὶ ἀγόραζαν

    46 καὶ τοὺς ἔλεγε, «Εἶναι γραμμένον ὅτι ὁ οἶκος μου εἶναι οἶκος προσευχής, ἀλλὰ σεῖς τὸν ἐκάνατε φωληὰ ληστῶν».

    47 Καὶ κἀθε ἡμέραν ἐδίδασκε εἰς τὸν ναόν, οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ προύχοντες τοῦ λαοῦ ἐζητοῦσαν νὰ τὸν ἐξολοθρεύσουν,

    48 ἀλλὰ δὲν ἤξεραν τί νὰ κάνουν, διότι ὅλος ὁ λαὸς τὸν ἄκουε μὲ μεγάλην προσοχήν.

    Το αρχαίο κείμενο

    1 Καὶ εἰσελθὼν διήρχετο τὴν Ἰεριχώ·

    2 καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος,

    3 καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν.

    4 καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι δι' ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι.

    5 καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτόν καὶ εἶπεν πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι.

    6 καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων.

    7 καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι.

    8 σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· Ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν.

    9 εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν·

    10 ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.

    11 Ἀκουόντων δὲ αὐτῶν ταῦτα προσθεὶς εἶπε παραβολὴν, διὰ τὸ ἐγγὺς αὐτὸν εἶναι Ἱερουσαλὴμ καὶ δοκεῖν αὐτοὺς ὅτι παραχρῆμα μέλλει ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀναφαίνεσθαι·

    12 εἶπεν οὖν· Ἄνθρωπός τις εὐγενὴς ἐπορεύθη εἰς χώραν μακρὰν λαβεῖν ἑαυτῷ βασιλείαν καὶ ὑποστρέψαι.

    13 καλέσας δὲ δέκα δούλους ἑαυτοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς δέκα μνᾶς καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· πραγματεύσασθε ἐν ᾧ ἔρχομαι.

    14 οἱ δὲ πολῖται αὐτοῦ ἐμίσουν αὐτόν, καὶ ἀπέστειλαν πρεσβείαν ὀπίσω αὐτοῦ λέγοντες· οὐ θέλομεν τοῦτον βασιλεῦσαι ἐφ ἡμᾶς.

    15 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐπανελθεῖν αὐτὸν λαβόντα τὴν βασιλείαν, καὶ εἶπε φωνηθῆναι αὐτῷ τοὺς δούλους τούτους οἷς ἔδωκε τὸ ἀργύριον, ἵνα ἐπιγνῷ τίς τί διεπραγματεύσατο.

    16 παρεγένετο δὲ ὁ πρῶτος λέγων· κύριε, ἡ μνᾶ σου προσειργάσατο δέκα μνᾶς.

    17 καὶ εἶπεν αὐτῷ· εὖ, ἀγαθὲ δοῦλε! ὅτι ἐν ἐλαχίστῳ πιστὸς ἐγένου, ἴσθι ἐξουσίαν ἔχων ἐπάνω δέκα πόλεων.

    18 καὶ ἦλθεν ὁ δεύτερος λέγων· κύριε, ἡ μνᾶ σου, ἐποίησε πέντε μνᾶς.

    19 εἶπε δὲ καὶ τούτῳ· καὶ σὺ γίνου ἐπάνω πέντε πόλεων.

    20 καὶ ἕτερος ἦλθε λέγων· κύριε, ἰδοὺ ἡ μνᾶ σου, ἣν εἶχον ἀποκειμένην ἐν σουδαρίῳ.

    21 ἐφοβούμην γάρ σε, ὅτι ἄνθρωπος αὐστηρὸς εἶ· αἴρεις ὃ οὐκ ἔθηκας, καὶ θερίζεις ὃ οὐκ ἔσπειρας, καὶ συνάγεις ὅθεν οὐ διεσκόρπισας.

    22 λέγει αὐτῷ· ἐκ τοῦ στόματός σου κρινῶ σε, πονηρὲ δοῦλε. ᾔδεις ὅτι ἄνθρωπος αὐστηρός εἰμι ἐγὼ, αἴρων ὃ οὐκ ἔθηκα, καὶ θερίζων ὃ οὐκ ἔσπειρα καὶ συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισα.

    23 καὶ διατί οὐκ ἔδωκας τὸ ἀργύριόν μου ἐπὶ τὴν τράπεζαν, καὶ ἐγὼ ἐλθὼν σὺν τόκῳ ἂν ἔπραξα αὐτὸ;

    24 καὶ τοῖς παρεστῶσιν εἶπεν· ἄρατε ἀπ' αὐτοῦ τὴν μνᾶν καὶ δότε τῷ τὰς δέκα μνᾶς ἔχοντι.

    25 καὶ εἶπον αὐτῷ· κύριε, ἔχει δέκα μνᾶς.

    26 λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι παντὶ τῷ ἔχοντι δοθήσεται, ἀπὸ δὲ τοῦ μὴ ἔχοντος καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ' αὐτοῦ.

    27 πλὴν τοὺς ἐχθρούς μου ἐκείνους, τοὺς μὴ θελήσαντάς με βασιλεῦσαι ἐπ' αὐτοὺς, ἀγάγετε ὧδε καὶ κατασφάξατε αὐτοὺς ἔμπροσθέν μου.

    28 Καὶ εἰπὼν ταῦτα ἐπορεύετο ἔμπροσθεν ἀναβαίνων εἰς Ἱεροσόλυμα.

    29 Καὶ ἐγένετο ὡς ἤγγισεν εἰς Βηθσφαγὴ καὶ Βηθανίαν πρὸς τὸ ὄρος τὸ καλούμενον ἐλαιῶν, ἀπέστειλε δύο τῶν μαθητῶν αὐτοῦ

    30 εἰπών· Ὑπάγετε εἰς τὴν κατέναντι κώμην, ἐν ᾗ εἰσπορευόμενοι εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον, ἐφ' ὃν οὐδεὶς πώποτε ἀνθρώπων ἐκάθισε· λύσαντες αὐτὸν ἀγάγετε.

    31 καὶ ἐάν τις ὑμᾶς ἐρωτᾷ, διατί λύετε; οὕτως ἐρεῖτε αὐτῷ, ὅτι ὁ Κύριος αὐτοῦ χρείαν ἔχει.

    32 ἀπελθόντες δὲ οἱ ἀπεσταλμένοι εὗρον καθὼς εἶπεν αὐτοῖς, ἑστῶτα τὸν πῶλον·

    33 λυόντων δὲ αὐτῶν τὸν πῶλον εἶπον οἱ κύριοι αὐτοῦ πρὸς αὐτούς· Τί λύετε τὸν πῶλον;

    34 οἱ δὲ εἶπον ὅτι Ὁ Κύριος αὐτοῦ χρείαν ἔχει.

    35 καὶ ἤγαγον αὐτὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν, καὶ ἐπιρίψαντες ἑαυτῶν τὰ ἱμάτια ἐπὶ τὸν πῶλον ἐπεβίβασαν τὸν Ἰησοῦν.

    36 πορευομένου δὲ αὐτοῦ ὑπεστρώννυον τὰ ἱμάτια αὐτῶν ἐν τῇ ὁδῷ.

    37 ἐγγίζοντος δὲ αὐτοῦ ἤδη πρὸς τῇ καταβάσει τοῦ ὄρους τῶν ἐλαιῶν ἤρξαντο ἅπαν τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν χαίροντες αἰνεῖν τὸν Θεὸν φωνῇ μεγάλῃ περὶ πασῶν ὧν εἶδον δυνάμεων

    38 λέγοντες· Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος βασιλεὺς ἐν ὀνόματι Κυρίου· εἰρήνη ἐν οὐρανῷ καὶ δόξα ἐν ὑψίστοις.

    39 καί τινες τῶν Φαρισαίων ἀπὸ τοῦ ὄχλου εἶπον πρὸς αὐτόν· Διδάσκαλε, ἐπιτίμησον τοῖς μαθηταῖς σου.

    40 καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν· Λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν οὗτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται.

    41 καὶ ὡς ἤγγισεν, ἰδὼν τὴν πόλιν ἔκλαυσεν ἐπ' αὐτῇ, λέγων

    42 ὅτι Εἰ ἔγνως καὶ σὺ καὶ γε ἐν τῇ ἡμέρᾳ σου ταύτῃ, τὰ πρὸς εἰρήνην σου! νῦν δὲ ἐκρύβη ἀπὸ ὀφθαλμῶν σου·

    43 ὅτι ἥξουσιν ἡμέραι ἐπὶ σὲ καὶ περιβαλοῦσιν οἱ ἐχθροί σου χάρακά σοι καὶ περικυκλώσουσί σε καὶ συνέξουσί σε πάντοθεν,

    44 καὶ ἐδαφιοῦσί σε καὶ τὰ τέκνα σου ἐν σοί, καὶ οὐκ ἀφήσουσιν ἐν σοί λίθον ἐπὶ λίθῳ, ἀνθ' ὧν οὐκ ἔγνως τὸν καιρὸν τῆς ἐπισκοπῆς σου.

    45 Καὶ εἰσελθὼν εἰς τὸ ἱερὸν ἤρξατο ἐκβάλλειν τοὺς πωλοῦντας ἐν αὐτῷ καὶ ἀγοράζοντας

    46 λέγων αὐτοῖς· Γέγραπται ὅτι ὁ οἶκός μου οἶκος προσευχῆς ἐστιν· ὑμεῖς δὲ αὐτὸν ἐποιήσατε σπήλαιον λῃστῶν.

    47 Καὶ ἦν διδάσκων τὸ καθ' ἡμέραν ἐν τῷ ἱερῷ· οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς ἐζήτουν αὐτὸν ἀπολέσαι καὶ οἱ πρῶτοι τοῦ λαοῦ,

    48 καὶ οὐχ εὕρισκον τὸ τί ποιήσουσιν· ὁ λαὸς γὰρ ἅπας ἐξεκρέματο αὐτοῦ ἀκούων.

    Κεφάλαιο 20 (Ἡ ἐξουσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀμφισβητεῖται - Ἡ παραβολὴ τοῦ ἀμπελιοῦ - Περὶ καταβολῆς φόρου - Περὶ ἀναστάσεως - Εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς υἱὸς τοῦ Δαυΐδ; - Κατάκρισις τῶν γραμματέων


Δημοφιλη αρθρα

Λογοι