Follow @pistosgr

Βρίσκεστε εδώ:

Πράξεις Αποστόλων

  • Κεφάλαιο 21 (Ἀπὸ Μίλητον εἰς Τύρον - Εἰς Καισάρειαν - Πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα - Ὁ Παῦλος προσπαθεῖ νὰ ἐξευμενίσῃ τοὺς Ἰουδαίους χριστιανούς - Ταραχὴ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ σύλληψις τοῦ Παύλου)

    Ἀπὸ Μίλητον εἰς Τύρον

    1 Ὅταν τοὺς ἀποχωρισθήκαμε καὶ ἀναχωρήσαμε, ἤλθαμεν κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν Κῶ, τὴν δὲ ἑπομένην εἰς τὴν Ρόδον καὶ ἀπ’ ἐκεῖ εἰς τὰ Πάταρα.

    2 Ἐκεῖ εὑρήκαμε πλοῖον ποὺ θὰ ἐπήγαινε εἰς τὴν Φοινίκην, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπιβιβασθήκαμε καὶ ἀναχωρήσαμε.

    3 Ὅταν διακρίναμε τὴν Κύπρον, τὴν ἀφήσαμεν ἀριστερά, καὶ ἐπλέαμε πρὸς τὴν Συρίαν, προσεγγίσαμεν δὲ εἰς τὴν Τύρον, διότι ἐκεῖ τὸ πλοῖον θὰ ξεφόρτωνε.

    4 Ἐπήγαμε καὶ εὑρήκαμε τοὺς μαθητὰς καὶ ἐμείναμεν ἐκεὶ ἑπτὰ ἡμέρες. Οἱ μαθηταὶ αὐτοὶ ὑπὸ τὴν ἔμπνευσιν τοῦ Πνεύματος ἔλεγαν εἰς τὸν Παῦλον νὰ μὴ ἀνεβῇ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα.

    5 Ἀλλ’ ὅταν συμπληρώσαμε τὰς ἡμέρας τῆς διαμονῆς μας, ἐφύγαμεν, ὅλοι δὲ σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις μᾶς συνώδευαν ἕως ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν. Εἰς τὸ ἀκρογιάλι ἐγονατίσαμε καὶ προσευχηθήκαμε, ἀφοῦ δὲ ἀποχαιρετίσαμεν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον,

    6 ἐμπήκαμε εἰς τὸ πλοῖον, ἐνῷ ἐκεῖνοι ἐπέστρεψαν εἰς τὰ σπίτια τους.

    Εἰς Καισάρειαν

    7 Ἐπλεύσαμεν τὸ διάστημα ἀπὸ τὴν Τύρον καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὴν Πτολεμαΐδα, ὅπου ἐχαιρετήσαμεν τοὺς ἀδελφοὺς καὶ ἐμείναμεν μαζί τους μίαν ἡμέραν.

    8 Τὴν ἄλλην ἡμέραν ἀναχωρήσαμεν καὶ ἤλθαμεν εἰς τὴν Καισάρειαν, ἐπήγαμε δὲ εἰς τὸ σπίτι τοῦ Φιλίππου τοῦ εὐαγγελιστοῦ, ὁ ὁποῖος ἦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς ἑπτά, καὶ ἐμείναμεν μαζί του.

    9 Εἶχε τέσσερις θυγατέρες παρθένους, αἱ ὁποῖαι ἐπροφήτευαν.

    10 Εἴχαμε μείνει ἐκεῖ ἀρκετὲς ἡμέρες ὅτε κατέβηκε ἀπὸ τὴν Ἰουδαίαν κάποιος προφήτης ὀνομαζόμενος Ἄγαβος,

    11 ὁ ὁποῖος ὅταν μᾶς ἐπεσκέφθη, ἐπῆρε τὴν ζώνην τοῦ Παύλου, τοῦ ἔδεσε τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια, καὶ εἶπε, «Αὐτὰ λέγει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον: Εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ ἔτσι θὰ δέσουν οἱ Ἰουδαῖοι τὸν ἄνδρα εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει αὐτὴ ἡ ζώνη καὶ θὰ τὸν παραδώσουν εἰς τὰ χέρια τῶν ἐθνικῶν».

    12 Μόλις ἀκούσαμεν αὐτά, ἐμεῖς καὶ οἱ ἐντόπιοι τὸν παρακαλούσαμε νὰ μὴ ἀνεβῇ εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ.

    13 Ἀλλ’ ὁ Παῦλος ἀπεκρίθη, «Τί κερδίζετε μὲ τὸ νὰ κλαῖτε καὶ νὰ μοῦ ραγίζετε τὴν καρδιά; Ἐγὼ εἶμαι πρόθυμος ὄχι μόνον νὰ δεθῶ ἀλλὰ καὶ νὰ πεθάνω εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ».

    14 Ἀφοῦ δὲν ἐπείθετο, ἡσυχάσαμε καὶ εἴπαμε, «Ἂς γίνῃ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου».

    Πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα

    15 Ὕστερα ἀπὸ τὰς ἡμέρας αὐτάς, ἑτοιμασθήκαμε καὶ ἀρχίσαμε νὰ ἀνεβαίνωμεν πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ.

    16 Μαζί μας ἦλθαν καὶ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς μαθητὰς τῆς Καισαρείας καὶ ἔφεραν κάποιον Μνάσωνα Κύπριον, παλαιὸν μαθητήν, εἰς τὸ σπίτι τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ φιλοξενηθοῦμε.

    17 Ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, οἱ ἀδελφοὶ μᾶς ἐδέχθησαν μὲ χαράν.

    Ὁ Παῦλος προσπαθεῖ νὰ ἐξευμενίσῃ τοὺς Ἰουδαίους χριστιανούς

    18 Τὴν ἑπομένην ἡμέραν ὁ Παῦλος ἐπῆγε μαζί μας νὰ ἐπισκεφθῇ τὸν Ἰάκωβον καὶ ἦλθαν καὶ ὅλοι οἱ πρεσβύτεροι.

    19 Ἀφοῦ τοὺς ἐχαιρέτησε, τοὺς διηγήθηκε λεπτομερῶς ὅσα ὁ Θεὸς ἔκανε εἰς τοὺς ἐθνικοὺς διὰ τῆς ὑπηρεσίας του.

    20 Αὐτοὶ ὅταν τὰ ἄκουσαν, ἐδόξαζαν τὸν Κύριον καὶ εἶπαν εἰς τὸν Παῦλον, «Βλέπεις, ἀδελφέ, ὅτι πολλὲς χιλιάδες ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἔχουν πιστέψει καὶ ὅλοι εἶναι ζηλωταὶ τοῦ νόμου.

    21 Ἐπληροφορήθησαν ὅμως γιὰ σένα ὅτι διδάσκεις ὅλους τοὺς Ἰουδαίους, ποὺ ζοῦν μεταξὺ τῶν ἐθνικῶν, ἀποστασίαν ἀπὸ τὸν Μωϋσῆν, διότι τοὺς λέγεις νὰ μὴ περιτέμνουν τὰ παιδιά τους οὔτε νὰ τηροῦν τὰ ἔθιμα.

    22 Τό πρέπει νὰ γίνῃ λοιπόν; Χωρὶς ἄλλο θὰ μαζευθῇ πλῆθος, διότι θὰ ἀκούσουν ὅτι ἦλθες.

    23 Κάνε λοιπὸν ὅ,τι σοῦ ποῦμε. Ἔχομεν τέσσερις ἄνδρες ποὺ ἔχουν ἐπάνω τους τάξιμο.

    24 Πάρε τους μαζί σου, κάνε τὸ τυπικὸν τοῦ καθαρισμοῦ μαζί τους καὶ πλήρωσε τὰ ἔξοδά τους διὰ τὸ ξύρισμα τῆς κεφαλῆς καὶ ἔτσι ὅλοι θὰ μάθουν ὅτι τίποτε ἀπὸ ὅσα ἔχουν πληροφορηθῆ γιὰ σένα δὲν εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ ὅτι καὶ ἐσὺ ὁ ἴδιος ἐξακολουθεῖς νὰ φυλάττῃς τὸν νόμον.

    25 Ὡς πρὸς δὲ τοὺς ἐθνικοὺς ποὺ ἐπίστεψαν, τοὺς ἐγνωστοποιήσαμεν μὲ ἐπιστολὴν τὴν ἀπόφασίν μας νὰ μὴ τηροῦν τίποτε ἀπὸ αὐτὰ παρὰ νὰ ἀπέχουν ἀπὸ κρέας ποὺ ἔχει προσφερθῆ εἰς τὰ εἴδωλα, ἀπὸ αἷμα, ἀπὸ ὅ,τι ἔχει στραγγαλισθῆ καὶ ἀπὸ τὴν πορνείαν».

    26 Τότε ὁ Παῦλος ἐπῆρε τοὺς ἄνδρας, καὶ τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἔκανε τὸ τυπικὸν τοῦ καθαρισμοῦ μαζί τους καὶ ἐμπῆκε εἰς τὸν ναόν, διὰ νὰ δηλώσῃ πότε θὰ ἔχουν συμπληρωθῆ αἱ ἡμέραι τοῦ καθαρισμοῦ καὶ νὰ προσφερθῇ θυσία διὰ τὸν καθένα ἀπὸ αὐτούς.

    Ταραχὴ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ σύλληψις τοῦ Παύλου

    27 Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ συμπληρωθοῦν αἱ ἑπτὰ ἡμέραι, οἱ Ἰουδαῖοι ποὺ ἦσαν ἀπὸ τὴν Ἀσίαν, τὸν εἶδαν εἰς τὸν ναόν, ξεσήκωσαν ὅλον τὸν λαὸν καὶ τὸν συνέλαβαν φωνάζοντες,

    28 «Ἄνδρες Ἰσραηλῖται, βοηθᾶτε! Αὐτὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ παντοῦ διδάσκει ὅλους κατὰ τοῦ λαοῦ, τοῦ νόμου καὶ τοῦ τόπου τούτου, ἀκόμη δὲ καὶ Ἕλληνας ἔμπασε εἰς τὸν ναὸν καὶ ἐμόλυνε τὸν ἅγιον τοῦτον τόπον».

    29 Διότι εἶχαν ἰδῆ προηγουμένως τὸν Τρόφιμον τὸν Ἐφέσιον εἰς τὴν πόλιν μαζί του καὶ ὑπέθεσαν ὅτι ὁ Παῦλος τὸν εἶχε φέρει εἰς τὸν ναόν.

    30 Καὶ ὅλη ἡ πόλις εἶχε ἐξεγερθῆ καὶ εἶχε συρρεύσει λαός. Ἔπιασαν τὸν Παῦλον, τὸν ἔσυραν ἔξω ἀπὸ τὸν ναὸν καὶ ἀμέσως ἔκλεισαν οἱ πόρτες.

    31 Ἐνῷ δὲ ἐζητοῦσαν νὰ τὸν σκοτώσουν, ἔφθασε ἡ εἴδησις εἰς τὸν χιλίαρχον τῆς φρουρᾶς ὅτι ὁλόκληρη ἡ Ἱερουσαλὴμ εἶναι ἀνάστατη.

    32 Αὐτὸς ἐπῆρε ἀμέσως στρατιῶτες καὶ ἑκατοντάρχους καὶ ἔτρεξε ἐναντίον τους. Ὅταν ἐκεῖνοι εἶδαν τὸν χιλίαρχον καὶ τοὺς στρατιῶτες, ἔπαυσαν νὰ κτυποῦν τὸν Παῦλον.

    33 Ὁ χιλίαρχος ἐπλησίασε, τὸν ἔπιασε καὶ διέταξε νὰ δεθῇ μὲ δύο ἀλυσίδες· ὕστερα ἐρώτησε ποιός εἶναι καὶ τί εἶχε κάνει.

    34 Μεταξὺ τοῦ ὄχλου μερικοὶ ἐφώναζαν τοῦτο καὶ ἄλλοι ἐκεῖνο. Ἐπειδὴ δὲ δὲν μποροῦσε νὰ μάθῃ τὴν ἀλήθειαν ἐξ αἰτίας τοῦ θορύβου, διέταξε νὰ ὁδηγηθῇ εἰς τὸν στρατῶνα.

    35 Ὅταν ἔφθασε ὁ Παῦλος εἰς τὰ σκαλιά, ἐδέησε νὰ βασταχθῇ ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες ἐξ αἰτίας τῆς βίας τοῦ ὄχλου,

    36 διότι ἀκολουθοῦσε πλῆθος λαοῦ καὶ ἔκραζε, «Ἐξαφάνισέ τον».

    37 Ἐνῷ ἐπρόκειτο ὁ Παῦλος νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸν στρατῶνα, λέγει εἰς τὸν χιλίαρχον, «Ἐπιτρέπεται νὰ σοῦ πῶ κάτι;». Καὶ ἐκεῖνος εἶπε, «Ὥτε ξέρεις ἑλληνικά;.

    38 Δὲν εἶσαι λοιπὸν σὺ ὁ Αἰγύπτιος ποὺ ἐπαναστάτησε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν καὶ ὡδήγησε εἰς τὴν ἔρημον τέσσερις χιλιάδες τρομοκράτας;».

    39 Ὁ Παῦλος ἀπεκρίθη, «Ἐγὼ εἶμαι Ἰουδαῖος ἀπὸ τὴν Ταρσὸν τῆς Κιλικίας, πολίτης ὄχι ἀσήμου πόλεως. Σὲ παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃς νὰ μιλήσω εἰς τὸν λαόν».

    40 Αὐτὸς τὸ ἐπέτρεψε, καὶ ὁ Παῦλος ἐστάθηκε εἰς τὰ σκαλιὰ καὶ ἔνευσε μὲ τὸ χέρι εἰς τὸν λαόν. Ὅταν ἐπεκράτησε ἡσυχία, τοὺς προσεφώνησε εἰς τὴν Ἑβραϊκὴν διάλεκτον καὶ εἶπε:

    Το αρχαίο κείμενο

    1 Ὡς δὲ ἐγένετο ἀναχθῆναι ἡμᾶς ἀποσπασθέντας ἀπ' αὐτῶν, εὐθυδρομήσαντες ἤλθομεν εἰς τὴν Κῶ, τῇ δὲ ἑξῆς εἰς τὴν Ρόδον, κἀκεῖθεν εἰς Πάταρα.

    2 καὶ εὑρόντες πλοῖον διαπερῶν εἰς Φοινίκην ἐπιβάντες ἀνήχθημεν.

    3 ἀναφάναντες δὲ τὴν Κύπρον καὶ καταλιπόντες αὐτὴν εὐώνυμον ἐπλέομεν εἰς Συρίαν, καὶ κατήχθημεν εἰς Τύρον· ἐκεῖσε γὰρ ἦν τὸ πλοῖον ἀποφορτιζόμενον τὸν γόμον.

    4 καὶ ἀνευρόντες τοὺς μαθητὰς ἐπεμείναμεν αὐτοῦ ἡμέρας ἑπτά· οἵτινες τῷ Παύλῳ ἔλεγον διὰ τοῦ Πνεύματος μὴ ἀναβαίνειν εἰς Ἱεροσόλυμα.

    5 ὅτε δὲ ἐγένετο ἡμᾶς ἐξαρτίσαι τὰς ἡμέρας, ἐξελθόντες ἐπορευόμεθα προπεμπόντων ἡμᾶς πάντων σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις ἕως ἔξω τῆς πόλεως, καὶ θέντες τὰ γόνατα ἐπὶ τὸν αἰγιαλὸν προσηυξάμεθα,

    6 καὶ ἀσπασάμενοι ἀλλήλους ἐπέβημεν εἰς τὸ πλοῖον, ἐκεῖνοι δὲ ὑπέστρεψαν εἰς τὰ ἴδια.

    7 Ἡμεῖς δὲ τὸν πλοῦν διανύσαντες ἀπὸ Τύρου κατηντήσαμεν εἰς Πτολεμαΐδα, καὶ ἀσπασάμενοι τοὺς ἀδελφοὺς ἐμείναμεν ἡμέραν μίαν παρ' αὐτοῖς.

    8 τῇ δὲ ἐπαύριον ἐξελθόντες ἤλθομεν εἰς Καισάρειαν, καὶ εἰσελθόντες εἰς τὸν οἶκον Φιλίππου τοῦ εὐαγγελιστοῦ, ὄντος ἐκ τῶν ἑπτὰ, ἐμείναμεν παρ αὐτῷ.

    9 τούτῳ δὲ ἦσαν θυγατέρες παρθένοι τέσσαρες προφητεύουσαι.

    10 ἐπιμενόντων δὲ ἡμῶν ἡμέρας πλείους κατῆλθέ τις ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας προφήτης ὀνόματι Ἄγαβος,

    11 καὶ ἐλθὼν πρὸς ἡμᾶς καὶ ἄρας τὴν ζώνην τοῦ Παύλου, δήσας τε αὐτοῦ τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας εἶπε· Τάδε λέγει τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον· τὸν ἄνδρα οὗ ἐστιν ἡ ζώνη αὕτη, οὕτω δήσουσιν εἰς Ἱερουσαλὴμ οἱ Ἰουδαῖοι καὶ παραδώσουσιν εἰς χεῖρας ἐθνῶν.

    12 ὡς δὲ ἠκούσαμεν ταῦτα, παρεκαλοῦμεν ἡμεῖς τε καὶ οἱ ἐντόπιοι τοῦ μὴ ἀναβαίνειν αὐτὸν εἰς Ἱερουσαλήμ.

    13 ἀπεκρίθη τε ὁ Παῦλος· Τί ποιεῖτε κλαίοντες καὶ συνθρύπτοντές μου τὴν καρδίαν; ἐγὼ γὰρ οὐ μόνον δεθῆναι, ἀλλὰ καὶ ἀποθανεῖν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἑτοίμως ἔχω ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.

    14 μὴ πειθομένου δὲ αὐτοῦ ἡσυχάσαμεν εἰπόντες· Τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου γινέσθω.

    15 Μετὰ δὲ τὰς ἡμέρας ταύτας ἐπισκευασάμενοι ἀνεβαίνομεν εἰς Ἱερουσαλήμ·

    16 συνῆλθον δὲ καὶ τῶν μαθητῶν ἀπὸ Καισαρείας σὺν ἡμῖν, ἄγοντες παρ' ᾧ ξενισθῶμεν Μνάσωνί τινι Κυπρίῳ, ἀρχαίῳ μαθητῇ.

    17 γενομένων δὲ ἡμῶν εἰς Ἱεροσόλυμα ἀσμένως ἐδέξαντο ἡμᾶς οἱ ἀδελφοί.

    18 τῇ δὲ ἐπιούσῃ εἰσῄει ὁ Παῦλος σὺν ἡμῖν πρὸς Ἰάκωβον, πάντες τε παρεγένοντο οἱ πρεσβύτεροι.

    19 καὶ ἀσπασάμενος αὐτοὺς ἐξηγεῖτο καθ' ἓν ἕκαστον ὧν ἐποίησεν ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἔθνεσι διὰ τῆς διακονίας αὐτοῦ.

    20 οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐδόξαζον τὸν Κύριον, εἶπον τε αὐτῷ· Θεωρεῖς, ἀδελφέ, πόσαι μυριάδες εἰσὶν Ἰουδαίων τῶν πεπιστευκότων, καὶ πάντες ζηλωταὶ τοῦ νόμου ὑπάρχουσι.

    21 κατηχήθησαν δὲ περὶ σοῦ ὅτι ἀποστασίαν διδάσκεις ἀπὸ Μωϋσέως τοὺς κατὰ τὰ ἔθνη πάντας Ἰουδαίους, λέγων μὴ περιτέμνειν αὐτοὺς τὰ τέκνα μηδὲ τοῖς ἔθεσι περιπατεῖν.

    22 τί οὖν ἐστι; πάντως δεῖ πλῆθος συνελθεῖν· ἀκούσονται γὰρ ὅτι ἐλήλυθας.

    23 τοῦτο οὖν ποίησον ὅ σοι λέγομεν· εἰσὶν ἡμῖν ἄνδρες τέσσαρες εὐχὴν ἔχοντες ἐφ' ἑαυτῶν·

    24 τούτους παραλαβὼν ἁγνίσθητι σὺν αὐτοῖς καὶ δαπάνησον ἐπ' αὐτοῖς ἵνα ξυρήσωνται τὴν κεφαλήν, καὶ γνώσι πάντες ὅτι ὧν κατήχηνται περὶ σοῦ οὐδέν ἐστιν, ἀλλὰ στοιχεῖς καὶ αὐτὸς τὸν νόμον φυλάσσων.

    25 περὶ δὲ τῶν πεπιστευκότων ἐθνῶν ἡμεῖς ἐπεστείλαμεν κρίναντες μηδὲν τοιοῦτον τηρεῖν αὐτοὺς, εἰ μὴ φυλάσσεσθαι αὐτοὺς τό τε εἰδωλόθυτον καὶ τὸ αἷμα καὶ πνικτὸν καὶ πορνείαν.

    26 τότε ὁ Παῦλος παραλαβὼν τοὺς ἄνδρας τῇ ἐχομένῃ ἡμέρᾳ σὺν αὐτοῖς ἁγνισθεὶς εἰσῄει εἰς τὸ ἱερόν, διαγγέλλων τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἡμερῶν τοῦ ἁγνισμοῦ, ἕως οὗ προσηνέχθη ὑπὲρ ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν ἡ προσφορά.

    27 Ὡς δὲ ἔμελλον αἱ ἑπτὰ ἡμέραι συντελεῖσθαι, οἱ ἀπὸ τῆς Ἀσίας Ἰουδαῖοι θεασάμενοι αὐτὸν ἐν τῷ ἱερῷ συνέχεον πάντα τὸν ὄχλον καὶ ἐπέβαλον τὰς χεῖρας ἐπ' αὐτὸν

    28 κράζοντες· Ἄνδρες Ἰσραηλῖται, βοηθεῖτε· οὗτός ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ κατὰ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ νόμου καὶ τοῦ τόπου τούτου πάντας πανταχοῦ διδάσκων· ἔτι τε καὶ Ἕλληνας εἰσήγαγεν εἰς τὸ ἱερὸν καὶ κεκοίνωκε τὸν ἅγιον τόπον τοῦτον·

    29 ἦσαν γὰρ ἑωρακότες Τρόφιμον τὸν Ἐφέσιον ἐν τῇ πόλει σὺν αὐτῷ, ὃν ἐνόμιζον ὅτι εἰς τὸ ἱερὸν εἰσήγαγεν ὁ Παῦλος.

    30 ἐκινήθη τε ἡ πόλις ὅλη καὶ ἐγένετο συνδρομὴ τοῦ λαοῦ, καὶ ἐπιλαβόμενοι τοῦ Παύλου εἷλκον αὐτὸν ἔξω τοῦ ἱεροῦ, καὶ εὐθέως ἐκλείσθησαν αἱ θύραι.

    31 ζητούντων δὲ αὐτὸν ἀποκτεῖναι ἀνέβη φάσις τῷ χιλιάρχῳ τῆς σπείρης ὅτι ὅλη συγκέχυται Ἱερουσαλήμ·

    32 ὃς ἐξαυτῆς παραλαβὼν στρατιώτας καὶ ἑκατοντάρχους κατέδραμεν ἐπ' αὐτούς. οἱ δὲ ἰδόντες τὸν χιλίαρχον καὶ τοὺς στρατιώτας ἐπαύσαντο τύπτοντες τὸν Παῦλον.

    33 ἐγγίσας δὲ ὁ χιλίαρχος ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ ἐκέλευσεν δεθῆναι ἁλύσεσι δυσί, καὶ ἐπυνθάνετο τίς ἂν εἴη καὶ τί ἐστι πεποιηκώς.

    34 ἄλλοι δὲ ἄλλο τι ἐβόων ἐν τῷ ὄχλῳ· μὴ δυνάμενος δὲ γνῶναι τὸ ἀσφαλὲς διὰ τὸν θόρυβον, ἐκέλευσεν ἄγεσθαι αὐτὸν εἰς τὴν παρεμβολήν.

    35 ὅτε δὲ ἐγένετο ἐπὶ τοὺς ἀναβαθμούς, συνέβη βαστάζεσθαι αὐτὸν ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν διὰ τὴν βίαν τοῦ ὄχλου·

    36 ἠκολούθει γὰρ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ κρᾶζον· Αἶρε αὐτόν.

    37 μέλλων τε εἰσάγεσθαι εἰς τὴν παρεμβολὴν ὁ Παῦλος λέγει τῷ χιλιάρχῳ· Εἰ ἔξεστί μοι εἰπεῖν τι πρός σε; ὁ δὲ ἔφη· Ἑλληνιστὶ γινώσκεις;

    38 οὐκ ἄρα σὺ εἶ ὁ Αἰγύπτιος ὁ πρὸ τούτων τῶν ἡμερῶν ἀναστατώσας καὶ ἐξαγαγὼν εἰς τὴν ἔρημον τοὺς τετρακισχιλίους ἄνδρας τῶν σικαρίων;

    39 εἶπε δὲ ὁ Παῦλος· Ἐγὼ ἄνθρωπος μέν εἰμι Ἰουδαῖος Ταρσεὺς, τῆς Κιλικίας οὐκ ἀσήμου πόλεως πολίτης· δέομαι δέ σου, ἐπίτρεψόν μοι λαλῆσαι πρὸς τὸν λαόν.

    40 ἐπιτρέψαντος δὲ αὐτοῦ ὁ Παῦλος ἑστὼς ἐπὶ τῶν ἀναβαθμῶν κατέσειε τῇ χειρὶ τῷ λαῷ· πολλῆς δὲ σιγῆς γενομένης προσεφώνησε τῇ Ἑβραΐδι διαλέκτῳ λέγων·

    Κεφάλαιο 22 (Ὁμιλία τοῦ Παύλου πρὸς τοὺς Ἰουδαίους - Ὁ Παῦλος ἐπικαλεῖται τὴν ἰδιότητά του τοῦ Ρωμαίου πολίτου - Ὁ Παῦλος ἀπολογεῖται ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου)


Δημοφιλη αρθρα

Λογοι