Follow @pistosgr

Βρίσκεστε εδώ:

Ιστορία

  • Η Σφαγή στο Δίστομο (10 Ιουνίου 1944)

    Σαν σήμερα, στις 10 Ιουνίου 1944, τα “ρομπότ” του Γ’ Ράιχ κατέσφαξαν 225 αθώους Έλληνες.
    Η τραγική επέτειος μιας θυσίας
    Η ανατριχιαστική αυτή τραγωδία της σφαγής ανηλίκων παιδιών και γυναικών από τα «ρομπότ» του Τρίτου Ράιχ, είναι μία από τις πιο δραματικές θυσίες αίματος της Ελλάδος εις τον αγώνα διά την ελευθερίαν της. Την τρομεράν αυτήν εγκληματικήν ιστορίαν μάς την αφηγήθησαν οι εκ Διστόμου κ.κ. Λιάσκος, Μπούρας και Ι.Γ. Παπαϊωάννου.
    Το πρωί της 11ης Ιουνίου 1944 έφθασεν εις την κωμόπολιν Διστόμου ομάς εξ 20 Γερμανών μετημφιεσμένων με ελληνικά ενδύματα. Η ομάς αυτή ηκολουθείτο μακρόθεν υπό φάλαγγος τακτικού γερμανικού στρατού.

    Η ομάς αυτή των Γερμανών οδεύουσα την οδόν Λεβαδείας – Διστόμου, συνέλαβε 17 κατοίκους του Διστόμου, οι οποίοι ειργάζοντο εις τους αγρούς τους οποίους και ενέκλεισεν εις το Δημοτικόν Σχολείον της κωμοπόλεως.
    Οι χωρικοί δεν υπωπτεύθησαν καθόλου ότι ήτο δυνατόν να επακολουθήση το ανατριχιαστικόν δράμα που εξετυλίχθη αργότερον. Άλλωστε υπό των Γερμανών εδηλώθη, ότι οι συλληφθέντες θα αφίνοντο ελεύθεροι μετά τον έλεγχον της ταυτότητάς των.
    Οι Γερμανοί στρατιώται αφού παρέμειναν ολίγον εις την κωμόπολιν, ανεχώρησαν ακολουθούντες την οδόν Διστόμου – Στειρίου, αφού άφησαν εις το Δίστομον μερικά τεθωρακισμένα αυτοκίνητα.
    Οι κάτοικοι δεν μπορούσαν πλέον και αν ήθελαν να εγκαταλείψουν το χωριό, διότι είχον τεθή γερμανικές σκοπιές εις τα γύρω υψώματα και ησχολούντο με τας εργασίας των μάλλον ήσυχοι ύστερα από την στάσιν των εχθρών. Ελάχιστοι ήσαν εκείνοι που απετόλμησαν με κίνδυνον της ζωής των να διαφύγουν προς το βουνόν.
    Κατά την πορείαν του όμως ο γερμανικός στρατός, εις την θέσιν «Καταβόθρα», δέχεται επίθεσιν των κομμουνιστών ανταρτών. Καλούνται εσπευσμένως τα αυτοκίνητα που έμειναν εις το Δίστομον και άλλα πέντε καταφθάνουν από την Λειβαδιά. Η μάχη βαστά 2 ώρες. Οι κομμουνισταί τέλος αποσύρονται προς τα κρησφύγετά των, χωρίς απωλείας. Η φθορά των Γερμανών είνε 6-8 νεκροί και τραυματίαι και 2 αυτοκίνητα κατεστραμμένα. Οι Γερμανοί παίρνουν τ’ αυτοκίνητά των, βάζουν φωτιά εις αυτά που αχρηστεύθησαν και επιστρέφουν εις την κωμόπολιν μεταφέροντες τους τραυματίες των.
    Ένας Γερμανός αξιωματικός βαρειά πληγωμένος που ξεψυχά εις ένα σπίτι του Διστόμου, με χειρονομίες, γιατί έχει καταληφθή από τον επιθανάτιον ρόγχον, με διακεκομμένα λόγια, δίνει τότε εις τους άνδρας του την διαταγήν της καταστροφής.
    Ιδού πώς εξιστορεί αυτήν την τραγωδίαν ο κ. Ι. Παπαϊωάννου, αυτόπτης μάρτυς, που διεσώθη ως εκ θαύματος:
    Τα αυτοκίνητα των Γερμανών σφύριζαν δαιμονισμένα. Τα υψώματα πιάνονται αμέσως. Οι πολυβοληταί κι οι άλλοι εγκληματίαι ετοιμάζουν τα όπλα των. Ένα δεύτερο λεπτόν αργότερον ακούγεται ο ξηρός κρότος των πολυβόλων. Όσοι ευρίσκοντο εις τους αγρούς, όσοι ευρέθησαν έξω από το χωριό, σκοτώνονται δίχως έλεος.
    Άλλοι Γερμανοί έχουν σκορπισθή εις το Δίστομον. Τοποθετούνται εις την σκάλα του σχολειού οι φυλακισθέντες 17 κάτοικοι που είχον συλληφθή και εκτελούνται. Ακολουθεί η εκτέλεσις αμέσως άλλων συλληφθέντων. Ενώ από τα υψώματα πολυβολούνται συνεχώς τα σπίτια του Διστόμου.
    Οι κάτοικοι κλείνονται εις τα σπίτια των, σέρνονται εις τις γωνιές των δωματίων. Ο τρόμος, οι φωνές της απελπισίας, τα κλάμματα είνε απερίγραπτα. Οι βάρβαροι δεν συγκινούνται. Ζητούσαν εκδίκησιν. Απ’ αυτούς 300 ξεχύνονται εις τις γειτονιές του χωριού. Ανά 3-4 ανεβαίνουν με θόρυβο τις σκάλες και μπαίνουν εις τα σπίτια. Γεμίζουν κι αδειάζουν τα όπλα τους επάνω εις τους γέρους, εις τις γριές, εις τις μανάδες, εις τα μικρά παιδιά που οδύρονται από τον τρόμον. Γυναίκες με ξεπλεγμένα μαλλιά τρέχουν έξαλλες διά να σωθούν εις τους δρόμους. Δεκάδες… δεκάδες όμως οι σφαίρες τις ευρίσκουν και τις ξαπλώνουν κατά γης νεκρές.
    Εις την κάτω πλατείαν του χωριού έχουν μαζευθή 40 γυναίκες που καλούν βοήθεια με σπαρακτικές κραυγές. Θερίζονται μ’ ένα πολυβόλο χωρίς κανένα έλεος.
    Οι Γερμανοί σέρνουν τις νέες από τα μαλλιά… χορταίνουν την πείνα του κτήνους και κατόπιν τις εκτελούν.
    Ένα κοριτσάκι 6 χρονών τρέχει έρημο κλαίγοντας εις τον δρόμον. Ένας Γερμανός τ’ αρπάζει εις τα χέρια του. Του ανοίγει την κοιλιά με την ξιφολόγχη και του περνά τα έντερα εις τον λαιμό. Έπειτα κάθεται και το παρακολουθεί με γέλια ως την ώρα που πεθαίνει από τους φρικτούς πόνους του μαρτυρίου του.
    Εις το σπίτι του παπά του Διστόμου έχουν μαζευτή για να βρουν άσυλον πολλά γυναικόπαιδα. Έχουν συγκεντρωθή εις την αυλή και γονατισμένα προσεύχονται. Ένας Γερμανός βαθμοφόρος μπαίνει εις την αυλή μαζί με μερικούς στρατιώτες και κλείνει πίσω του καλά την πόρτα. Πλησιάζει τον παπά και του μιλάει αφρίζοντας από λύσσα. Ο παπάς τίποτε δεν καταλαβαίνει. Έχει αντιληφθή όμως ότι πλησίασε η στιγμή. Κάνει το σημείο του σταυρού και αρχίζει να προσεύχεται. Οι Γερμανοί στήνουν τα πολυβόλα και σκοτώνουν τις γυναίκες, τους γέρους, τα παιδιά. Με τα πιστόλια κατόπιν πλησιάζουν τον αιμόφυρτον σωρόν, αναζητούν τα μωρά παιδιά και τους θρυμματίζουν τα κρανία!
    Εις άλλον δρόμον του χωριού γίνεται μια άλλη τραγική σκηνή. Ένας Γερμανός έχει τοποθετήσει εις ένα τοίχον μια ολόκληρη οικογένειαν. Πατέρα, γιους, παιδιά. Πέντε ανήλικα παιδιά. Ο γέρος παρακαλεί να τον σκοτώσουν και ν’ αφήσουν τα εγγόνια του. Μα ο Γερμανός δεν ακούει. Τότε ο γέρος ορμά κι αρπάζει τ’ όπλο του Γερμανού. Κυλιέται μαζί του εις το χώμα, παλεύει μέχρις ότου ο δήμιός του τον ξεσκίσει. Η πάλη διαρκεί λίγα λεπτά. Ωστόσο οι άλλοι προφταίνουν να φύγουν. Και τα μικρά παιδιά κατορθώνουν να διασωθούν μέσα εις ένα βαρέλι εις το υπόγειον ενός σπιτιού.
    Εις άλλο σπίτι οι Γερμανοί καίνε ζωντανές μερικές γυναίκες.
    Όλο το χωριό, έχει πυρποληθή. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι πτώματα. Αργά την νύκτα δίδεται η διαταγή να διακοπή η σφαγή. Ηχούν και πάλι οι σειρήνες των αυτοκινήτων. Οι Γερμανοί φεύγουν από το χωριό, αφήνοντας πίσω τους τον όλεθρο και την καταστροφήν.
    Αργά την άλλην ημέρα βγήκαν από τις κρύπτες τους τα παιδιά που είχαν διασωθή. Σέρνονται αμίλητα εις τους ματωμένους δρόμους του χωριού, ψάχνουν ανάμεσα εις τους σωρούς των πτωμάτων και αναζητούν τους γονείς των.
    Και δεν υπήρχε πιο τραγική εικόνα από το να βλέπη κανείς παιδιά 10 χρονών να τυλίγουν τους γονείς ή τ’ αδέλφια τους εις ένα σεντόνι και να τους μεταφέρουν να τους θάψουν εις το νεκροταφείον του μαρτυρικού Διστόμου.
    Εκ των 204 σφαγιασθέντων 43 είναι παιδιά κάτω των 9 ετών, πολλά δε εξ αυτών μωρά ολίγων μηνών!
    Εις τα ερείπια της κωμοπόλεως ανευρέθησαν κατόπιν 134 μικράς ηλικίας παιδιά, τα οποία απεστάλησαν εις το Άσυλον «Αετοφωληά» της Κηφισιάς όπου και τους παρέχεται κάθε περίθαλψις.

    (Εφ. ΕΜΠΡΟΣ, 3/6/1945)

    Ι.Γ. ΜΑΝΩΛΙΚΑΚΗΣ


Δημοφιλη αρθρα

Λογοι