Follow @pistosgr

Βρίσκεστε εδώ:

Πάθη

  • Η κενοδοξία και η θεραπεία της

    altΗ κενοδοξία

    Η κενοδοξία, που απαντάται και ως ματαιοδοξία είναι ιδι­αίτερα σημαντικό πάθος και πηγή πολλών άλλων νόσων της ψυχής. Ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός σημειώνει ότι εμφανί­ζει ποικιλία μορφών, διαιρείται σε διάφορα είδη, όμως συνο­ψίζεται σε δύο γένη, τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως δύο βαθμίδες.

    1) Το πρώτο είδος κενοδοξίας αναφέρεται στην επινόηση τρόπων ή την πρόθεση ανόδου του ατόμου με σκοπό την αποκόμιση σαρκικών και προφανών οφελών. Αποτελεί την πιο κοινή μορφή κενοδοξίας, που προσβάλλει τον πεπτωκότα άνθρωπο αμεσότερα, ευκολότερα και συνηθέστερα. Συνί­σταται στην επίδειξη αλαζονίας και την καύχηση για αγαθά που κατέχει ή πιστεύει ότι κατέχει· εκφράζεται και με την επιθυμία να βλέπεται, ν' αγαπάται, να θαυμάζεται (ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΕΓΑΣ), να εκτι­μάται, να τιμάται, να επαινείται και να εγκωμιάζεται, ακόμη και να κολακεύεται από τους άλλους ανθρώπους (ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ).

    Κοινό χαρακτηριστικό των αγαθών μέσω των οποίων ο ματαιόδοξος φέρεται αλαζονικά στο επίπεδο αυτό είναι η σαρκική και γήινη φύση τους· από την κατοχή τους αναμένει ανθρώπινες τιμή και δόξα, αποκλειστικά (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). Έτσι είναι δυνατό ο ματαιόδοξος να καυχάται και να επιθυμεί το θαυμα­σμό τού άλλου, για τις δωρεές που η φύση του έχει χορηγή­σει, όπως την ομορφιά (πραγματική ή υποτιθέμενη) τού σώ­ματός του ή της φωνής του για παράδειγμα τον τρόπο βαδί­σματός του ή το παράστημά του (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς) και γενικά ο,τιδήποτε συμ­βάλλει στο να του προσδίδει καλή εμφάνιση (ρούχα, αρώ­ματα, κοσμήματα κ.λπ.). Είναι επίσης δυνατό να καυχάται και ν' αναμένει την τιμή για τη δεξιοτεχνία των χεριών του ή την τεχνογνωσία του στον ένα ή τον άλλο τομέα.

    Η κενοδοξία οδηγεί τον άνθρωπο στην έπαρση και τον αυτοθαυμασμό για τα πλούτη και τα υλικά αγαθά, που πέτυχε ν' αποκτήσει. Ενδεχομένως έτσι η κενοδοξία συ­νιστά ένα υποκινητή του πάθους της φιλαργυρίας, το οποίο ανταποδοτικά οδη­γεί τον άνθρωπο στην κενοδοξία. 

    Η όρεξη της πο­λυτέλειας και της επίδειξης φαίνεται να συνδέεται με τα δύο πάθη: υποκινούμενη από την κενοδοξία και προϋποθέτο­ντας τη φιλαργυρία, τα αυξάνει ανταποδοτικά, καθώς ικανο­ποιείται. Συχνά η κενοδοξία ωθεί τον άνθρωπο να θέλει, ν' ανέλθει κοινωνική θέση και τάξη (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς, ΔΩΡΟ­ΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία).

    Το πάθος προσκολλά τον άνθρωπο σε όλες τις μορφές της εξουσίας και μάλιστα συνήθως εντοπίζεται ως η αιτία της αναζήτησης αυτής· είναι λοιπόν σύμμαχος και υποκινητής των δύο παθών, που οι Πατέρες ονομάζουν «φιλαρχία» (ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Περί παρθενίας) και πνεύμα κυριαρχίας (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς, ΙΩΑΝ­ΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). Είναι σαφές ότι όποιος έχει την εξουσία και κυριαρχείται από την κενοδοξία επιζητεί το θαυμα­σμό και τον έπαινο. Επιπλέον αγωνίζεται διαρκώς ν' αρέσει, ώστε να συντηρεί και ν' αυξάνει το θαυμασμό, καθώς και για να διατηρεί την ισχύ του, τα προνόμια που απορρέουν από αυτή και τα οφέλη που του αποδίδει.

    Σε λεπτομερέστερο επίπεδο, που τοποθετείται λιγότερο στον τομέα της εμφάνισης και της υλικότητας σε σχέση με τα προηγούμενα επίπεδα, αν και είναι σχεδόν το ίδιο διαδεδομένο, η κενοδοξία σημαίνει για το υποχείριό της αλαζονική επίδειξη των νοητικών ιδιοτήτων του· τέτοιες είναι η ευφυία του, η φαντασία του, η μνήμη του κ.λπ., όπως και η γνώση, ή η παιδεία του, η γλωσσική επάρκειά του, η ικανότητά του να διαλέγεται ή να γράφει ορθά (ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Προς Σταγείριον). Συνίσταται επίσης στην ανα­ζήτηση της προσοχής, του θαυμασμού και των εγκωμίων του άλλου για τις ικανότητες αυτές. Φαίνεται ότι ή φιλοδοξία στο διανοητικό και μορφωτικό τομέα, καθώς επίσης και στον πολιτικό ή οικονομικό (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Conlationes), είναι συχνότατα γέννημα της κενοδο­ξίας.

    2) Το δεύτερο είδος της κενοδοξίας σύμφωνα με τη διά­κριση του Αγίου Ιωάννη του Κασσιανού τροφοδοτείται από την επιθυμία της μάταιης φήμης για τα πνευματικά και κρυμ­μένα αγαθά (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς, ΕΥΑ­ΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός). Στον πνευματικό άνθρωπο που υπόκειται ακό­μη στα πάθη, συνυπάρχει με το πρώτο είδος ή καταλαμβάνει τη θέση του, όταν ο άνθρωπος ξεπερνά κάθε προσκόλληση στα κοσμικά αγαθά. Συνιστά για τον ματαιόδοξο την αυτοκαύχησή του ή την περιγραφή των αρετών ή της άσκησής του μπροστά στους άλλους ανθρώπους· σκοπός του είναι η αναζήτηση του θαυμασμού ή του επαίνου του άλλου για όλα αυτά (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). Έτσι όταν ο άνθρωπος πασχίζει να μάχεται τα διάφο­ρα αυτά πάθη και να εφαρμόζει τις αρετές, -τα πάθη είναι η άρνηση των αρετών-, πολιορκείται ιδιαίτερα από τη δεύτερη βαθμίδα της κενοδοξίας. Στον άνθρωπο, η κενοδοξία έχει την ικανότητα να κατα­λαμβάνει μόνη της τη θέση όλων των υπόλοιπων παθών συνο­λικά.

    Η κενοδοξία διαθέτει ασυνήθιστη δύναμη. Ο λεπτός χα­ρακτήρας της (ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός), η ικανότητά της να λαμβάνει πολλά σχήμα­τα (ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Επιστολή, 51. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ), να εισχωρεί παντού και να επιτίθεται στον άνθρωπο από διαφορετικές πλευρές, καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη τόσο την εντόπιση όσο και την καταπολέμησή της. Πραγματικά, καθετί είναι δυνατόν ν' αποτελεί για τον άνθρωπο αφορμή ματαιοδοξίας. Με έκπληξη ο Ευάγριος διαπιστώνει την επιτηδειότητα των δαιμόνων να εκμεταλλεύονται τη συγκεκρι­μένη κατάσταση και μάλιστα παρέχει χαρακτηριστικά πα­ραδείγματα, όπως και οι Αγιοι Ιωάννης Κασσιανός και Ιωάννης της Κλίμακος. Οι ασκητές, γράφει ο Αγιος Κασσιανός περιγράφουν όμορφα τη φύση της συγκεκριμένης νό­σου συγκρίνοντάς την μ' ένα κρεμμύδι: όταν αφαιρούμε μια στιβάδα από την επιδερμίδα του, βρίσκουμε αμέσως κάποια άλλη και όταν εξάγουμε και αυτή και πάλι κάποια επομένη ξαναβρίσκουμε.

    Η λεπτότητα της κενοδοξίας είναι τέτοια, που ίσως οδηγεί τον άνθρωπο, εντελώς παράδοξα, να επιδεικνύει ζήλο στην άσκηση (ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία), ν' αγωνίζεται εναντίον ορισμένων παθών (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ), να εφαρμόζει κάποιες αρετές (ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ, Ομιλία (Συλλογή II), ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία), όπως και να γίνεται δέκτης με­ρικών χαρισμάτων. Πρέπει ωστόσο να παρατηρήσουμε ότι κάτω από την επιρροή τής κενοδοξίας, η άσκηση αποδει­κνύεται ανωφελής τελικά, οι εφαρμοζόμενες αρετές είναι απατηλές και τα λαμβανόμενα χαρίσματα είναι μόνο φαινο­μενικά. Βλέπουμε συνεπώς ότι οι άνθρωποι φθάνουν σ' εκπληκτικά πνευματικά αποτελέσματα, όσο χρόνο επιδίδο­νται στην άσκηση μέσα από τη δύναμη της κενοδοξίας· αντί­θετα θλίβονται φοβερά και εξαντλούνται, όταν επανέρχο­νται σε συνθήκες, όπου το πάθος που τους ενέπνεε δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να εκφραστεί και να λειτουργήσει. Επιπλέον τ' αγαθά, που αποκτώνται μ' αυτό τον τρόπο, όχι μόνο δεν έχουν καμιά αξία ενώπιον του Θεού, αλλά μοιά­ζουν παράνομα και άτιμα, όπως υπογραμμίζει ο Αγιος Μα­κάριος, που υπενθυμίζει το λόγο του Ψαλμωδού: «Ο Θεός διεσκόρπισεν οστά ανθρωπαρέσκων» (Ψαλμ. 52, 6).

    Όπως συμβαίνει και με τα υπόλοιπα πάθη, ο άνθρωπος εισπράττει ηδονή (ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Περί κενοδοξίας, ΜΑΡΚΟΣ ΕΡΗΜΙΤΗΣ, Προς Νικόλαον) από την κενοδοξία· η απόλαυση αυτή τον προσκολλά ισχυρότερα στο πάθος του. Για να εξακολουθήσει μάλιστα να τη λαμβάνει είναι διατεθειμένος να πράξει ο,τιδήποτε και -παράδοξα- να υποφέρει και ο,τιδήποτε (ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Προς Σταγείριον). Εξαιτίας τής συχνά έντονης ηδονής, που συντηρεί τη φιλαυ­τία του (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Προς Θαλάσσιον Πρόλογος), ο άνθρωπος καταγίνεται με τη ματαιοδοξία (ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Περί παρθενίας).

    Οι Πατέρες θεωρούν την κενοδοξία ως νόσο και μορφή μανίας. Ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εκφράζεται κατηγορηματικά: «Μανία τις εστιν η κενοδοξία». Παρατη­ρεί, ότι όπως διδάσκει ο Απόστολος Παύλος η αυτοκαύχηση είναι αφροσύνη (πρβλ. Β' Κορ. 12, 11), ενώ παράλληλα σημειώνει ότι ο δαίμονας της κενοδοξίας οδηγεί τον άνθρω­πο στην έκσταση, εξαπατά τη διάνοιά του και αφού καταλά­βει την ψυχή του, οδηγεί το νου σε σύγχυση μέχρι παραφοράς και παραληρήματος.

    Ο παθολογικός χαρακτήρας της κενοδοξίας, όπως και αυτός των υπόλοιπων παθών εξαρτάται κατά κύριο λόγο από την ουσία του πάθους: τη διαστροφή της φυσικής και φυσιο­λογικής στάσης με την εκτροπή από την «κατά φύσιν» άσκη­ση, -σύμφωνη προς την εντελέχειά του- στην «παρά φύσιν» άσκηση. Η τάση της φύσης του ανθρώπου προς τη δόξα έχει δοθεί από το Θεό· αλλά επρόκειτο για τη θεία καύχηση την οποία προοριζόταν να λάβει μέσω της ένωσής του με το Θεό και όχι για την ανθρώπινη δόξα και καύχηση, την οποία επι­ζητεί το πάθος και την οποία η Παράδοση ονομάζει «καύχησιν κατά σάρκα» (πρβλ. Β' Κορ. 11, 18).

    Με την απομάκρυνσή του από το Θεό μέσω της αμαρτίας, ο άνθρωπος σταμάτησε ταυτόχρονα να τείνει προς αυτή τη δόξα, για την οποία τον προόριζε η φύση του. «Εκ φύσεως» εξακολουθεί να επιθυμεί τη δόξα· αναζητεί λοιπόν την ικα­νοποίηση αυτής της έμφυτης τάσης του στον αισθητό κόσμο, όπου και στρέφεται. Βρίσκει υποκατάστατα της ουράνιας και πνευματικής δόξας, την οποία έχασε από τα μάτια του, στην κοσμική και «κατά σάρκα» δόξα. Γράφει ο Αγιος Ιω­άννης ο Χρυσόστομος: «Επειδή γαρ το άνθρωποι είναι απώ­λεσαν, περιέρχονται συλλέγοντες εαυτοίς ετέρωθεν την πολ­λού γέλωτος γέμουσαν δόξαν». Η αναζήτηση της κοσμικής δόξας μοιάζει έτσι με τον τρόπο που ο άνθρωπος αντισταθμί­ζει μέσα του, άθλια, την απουσία της ουράνιας δόξας και των αρετών· οι τελευταίες κάνουν μέτοχο της θείας δόξας τον άνθρωπο που ενώνεται με το Θεό.

    Συνολικά λοιπόν η κενοδοξία φαίνεται ότι χαρακτηρίζεται από διαστροφή και παθολογική εκτροπή της φυσικής τάσης τού ανθρώπου για δοξασμό· τέ­λος παρουσιάζεται ως παθολογική συμπεριφορά του υποκατάστατου  [Σ.τ.μ.: Της  φυσικής/φυσιολογικής τάσης τού ανθρώπου για δοξασμό] η οποία διαδέχεται μια οντολογική αποστέρηση ή ματαίωση. Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι πρόκειται για την ίδια τάση που προσανατολίζεται προς δύο αντίθετα νοήματα [Σ.τ.μ.: Ισοδύναμα: Αντί­θετες κατευθύνσεις] και όχι για δύο τάσεις διαφορετικής φύ­σης, που είναι δυνατόν να συνυπάρχουν ανεξάρτητα η μία από την άλλη. Το γεγονός αυτό προκύπτει από πολλές πατερικές θέσεις: η αναζήτηση της ουράνιας δόξας και η αντί­στοιχη της ματαιοδοξίας δρουν ανταγωνιστικά και αποκλεί­ει η μία την άλλη ισοδύναμα· η ανάπτυξη και επαύξηση της μιας συνεπάγεται εξασθένηση της άλλης

    Πρέπει να προσθέσουμε, ότι και με άλλη σημασία η κενο­δοξία συνιστά διαστροφή της φύσης. Η λέξη «φύση» κατα­νοείται εδώ στην ευρύτερη σημασία της· περιλαμβάνει όλα τ' αγαθά, που ο άνθρωπος έλαβε από το Θεό: πρόκειται για τις έμφυτες ή τις επίκτητες ιδιότητές του ή για τις αρετές του ή ακόμη για τα υλικά αγαθά, που κατέχει.

    Η κενοδοξία βυθίζει τον άνθρωπο στην απάτη, την ψευ­δαίσθηση και το παραλήρημα: είναι από τα κύρια παθολογι­κά αποτελέσματά της, που δικαιολογεί το συχνό χαρακτηρι­σμό της από τους Πατέρες ως «μανία». Οι Πατέρες (ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΤΗΘΑΤΟΣ, Κεφάλαια πρακτικά) διαπι­στώνουν ότι αποκαλύπτει τη διακοπή πίστης του ανθρώπου προς το Θεό, σύμφωνα με τη σχετική διδασκαλία του ίδιου του Χριστού, που ερωτά: «Πώς δύνασθε υμείς πιστεύσαι, δό­ξαν παρά αλλήλων λαμβάνοντες, και την δόξαν την παρά του μόνου Θεού ου ζητείτε;» (Ιωάν. 5, 44). Αντίθετα, εκφράζει προσκόλληση στον κόσμο (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ): ο προσβαλλόμενος αρχίζει να πιστεύει στους ανθρώπους των οποίων επιζητεί την προσοχή, την εκτίμηση, τον θαυμασμό και τους επαίνους. Πιστεύει ακόμη σε καθετί επιδεκτικό να δημιουργήσει σ' αυτούς τις παραπάνω διαθέσεις ως προς το πρόσωπό του. Να γιατί ο Αγιος Ιωάννης της Κλίμακος θεωρεί ειδωλολάτρη το μαται­όδοξο, όπως και ο Αγιος Μακάριος που παρατηρεί: «Οι γαρ δοξάζοντες αυτόν άνθρωποι ούτοι εισιν αυτού θεοί».
    Ο Αγιος Ιωάννης ο Ερημίτης διαπιστώνει ότι απαρχή της κενοδοξίας συνιστά η άγνοια της συγκεκριμένης ζωής, η οποία θεμελιώνει την ψευδαίσθηση· θύμα αυτής είναι ο μα­ταιόδοξος. Πραγματικά, αυτός αγνοεί την αληθινή αξία των πραγμάτων, -από τα οποία έλκει την καύχηση-, καθώς και της ίδιας της καύχησης. Αποδίδει σ' αυτά ουσία και σημασία, που δεν έχουν στην πραγματικότητα (ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΤΗΘΑΤΟΣ, Κεφάλαια πρακτικά). Ενεργεί σα να είχαν απόλυτη και μόνιμη αξία, ενώ είναι κατεξοχήν άστατα και πρόσκαιρα. Αγνοεί ότι μόνο η θεία δόξα είναι τέλεια και αιώνια, καθώς και ότι τα πνευματικά κίνητρα της εν Χριστώ καύχησης είναι τα μόνα αυθεντικά πραγματικά.

    Το ίδιο τ' όνομα της κενο­δοξίας φανερώνει το χαρακτήρα της: μάταιος, τιποτένιος, άστατος, παροδικός, επιφανειακός· όπως ακριβώς και αυτός του κόσμου, που η μορφή του περνά και φεύγει (Β' Κορ. 7, 31)· και όμως η ματαιοδοξία από τον κόσμο αντλεί την τρο­φή της, οι δε Πατέρες μετά τον προφήτη Ησαΐα την παρομοι­άζουν με το άνθος του χόρτου [Σ.τ.μ.: Πόα, με σύντομη ζωή] (Ησ. 40, 6-7) ή ακόμη και με όνειρο και με κάθε είδους πραγ­ματικότητα χωρίς διάρκεια και σταθερότητα. Ο Αγιος Ιω­άννης ο Χρυσόστομος ερωτά: «Τί τρέχεις οπίσω της σκιάς, και ου καταλαμβάνεις την αλήθειαν; Τί διώκεις τα απολλύμενα, και ου ζητείς τα μένοντα; [...] Κατάλιπε τον καπνόν και την σκιάν, και τον χόρτον, και την αράχνην ουδέ γαρ όνομα οίδα άξιον της ευτελείας ταύτης επιθείναι». Ο ίδιος ερωτά πάλι και απαντά: «Τί γαρ εστι τα ανθρώπινα πράγματα; Τέ­φρα και κόνις, και ωσεί χνους κατά πρόσωπον ανέμου, κα­πνός και σκιά, και φύλλον περιφερόμενον και άνθος, όναρ και διήγημα, και μύθος, άνεμος και αήρ χαύνος απλώς διαρ­ρέων, πτερόν ουχ ιστάμενον, ρεύμα παρατρέχον, και ει τι τούτων ουδαμινέστερον», για να υπογραμμίσει σε συνάρτη­ση με τις διαπιστώσεις αυτές, τον παθολογικό χαρακτήρα της προσκόλλησης στα μάταια υλικά πράγματα. «Μάταιον γαρ εκείνο λέγεται το κενόν, όταν όνομα μεν η, πράγμα δε μη η [...] Τίς ουν ούτως ανόητος, ως ονόματα ζητείν πραγμάτων έρημα, και τα διάκενα διώκειν, α φεύγειν δει; [...] Δια δη ταύτα οδυνάται ο Προφήτης, τοσαύτην αλογίαν ορών εν τω βίω. Ώσπερ γαρ αν ει τις ιδών τινα φεύγοντα φως, διώκοντα δε σκότος λέγει: "Ίνα τί τούτο ποιείς το παράλογον;" ούτω και αυτός: "Ίνα τί αγαπάτε ματαιότητα, και ζητείτε ψευ­δός;"».

    Φαίνεται λοιπόν ότι η κενοδοξία περιλαμβάνει και μία ψευδαισθητική εικόνα της πραγματικότητας, καθώς ο άνθρωπος, που βρίσκεται κάτω από την επιρροή της στα­ματά ν' αποδίδει αξία, σημασία, ουσία σε όποιον τη διαθέτει, ενώ απονέμει αυτές τις ιδιότητες σ' αυτόν που τελικά τις στε­ρείται· η αίσθηση που έχει για τον κόσμο είναι συγκεχυμένη και αντίστροφη [από την πραγματική εικόνα] · ο νους του πε­ριπλανάται σε αόριστες εκτιμήσεις για τα πράγματα, ώστε δίνει την εντύπωση ότι έχει προσβληθεί από μανία.

    Η ψευδαισθητική αντίληψη των πραγμά­των ως αποτέλεσμα της κενοδοξίας συναντάται συχνά στην καθημερινή πραγματικότητα και με μορφές αντιφατικές. Ο Αγιος Μάξιμος σημειώνει για παράδειγμα: «Ώσπερ οι γο­νείς των σωμάτων προσπάσχουσι τοις εξ αυτών γεννωμένοις, ούτω και ο νους φυσικώς τοις εαυτού πρόσκειται λόγοις. Και ώσπερ τοις εκείνων εμπαθεστέροις, καν πάντων κατά πάντα ώσιν οι παίδες καταγελαστότατοι, πάντων φαίνονται επιει­κέστατοι και ευμορφότατοι, ούτω και τω άφρονι νω οι αυτού λόγοι, καν πάντων ώσι· μοχθηρότεροι, πάντων φαίνονται φρονιμώτεροι».

    Αυτά δεν ισχύουν μόνο για το πρώτο είδος κενοδοξίας· παρόμοια και στο δεύτερο είδος, ο άνθρωπος εκδηλώνει ψευδαισθητική γνώση, ιδιαίτερα μάλιστα για τον εαυτό του. «Κενοδοξία εστί, κατά μεν το είδος φύσεως εναλλαγή και ηθών διαστροφή και παρατήρησις μέμψεως», γράφει ο Αγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Πράγματι, ο ματαιόδοξος αποδίδει στον εαυτό του ιδιότητες και αρετές, που δεν κατέ­χει, ενώ δε βλέπει σφάλματα και πάθη, που τον έχουν κατα­λάβει. Και πάλι όμως αυταπατάται, όταν καυχιέται για τις αρετές που πράγματι διαθέτει. Από τη μια πλευρά θεωρεί τον εαυτό του πηγή και ιδιοκτήτη των αρετών του, ενώ πραγ­ματικά είναι δωρεά τον Θεού, στον Οποίο και ουσιαστικά ανήκουν. Από την άλλη πλευρά, όπως υπογραμμίζει ο Αγιος Ιωάννης της Κλίμακος, μόλις ο άνθρωπος αρχίσει να καυχιέται για τις αρετές του, παύει να είναι ενάρετος εξαι­τίας της καύχησης του και επαινεί τον εαυτό του για πνευμα­τικό πλούτο που δεν κατέχει πλέον.

    Η κενοδοξία οδηγεί σε κάθε είδους κακό, αυτόν που αιχμαλωτίζει. Όσοι ενεργούν για να δοξασθούν από τους ανθρώπους έχουν ήδη λάβει την αμοιβή τους, λέγει ο Χρι­στός (Ματθ. 6, 2), ο οποίος και πάλι ζητεί την προσοχή μας: «Ουαί όταν καλώς υμάς είπωσι πάντες οι άνθρωποι» (Λουκ. 6, 26).

    Πρώτιστα κάνει τον άνθρωπο ν' απασχολείται πως θ' αποσπάσει το θαυμασμό και τους επαίνους που επιθυμεί. Γεμίζει λοιπόν την ψυχή του με διαρκή μέριμνα και συχνά του προκαλεί αγωνιώδη και υπερβολική ταραχή. Η μέριμνα πολλαπλασιάζεται όταν η κενοδοξία δεν καταφέρνει να ικα­νοποιηθεί. Συχνά τότε παρατηρείται το φαινόμενο, ο ματαιό­δοξος όχι μόνο να μην κινεί την προσοχή και να μην έλκει το θαυμασμό τού άλλου, όπως προεξοφλεί, αλλά να οδηγείται στο αντίθετο αποτέλεσμα. Τέτοια κατάσταση δεν είναι δυνατόν να μη γεν­νήσει στον άνθρωπο λύπη (ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 1.5) και αγωνία, καθώς αφενός μεν στερείται την αναμενόμενη, με βάση το πάθος του, ηδονή, αφετέρου δε οφείλει ν' αντιμετωπίσει το θυμό και την επιθε­τικότητα του περιβάλλοντός του. Ο ματαιόδοξος υποφέρει από τη διατάραξη των αρμονικών σχέσεων με τον περίγυρό του και οφείλει να απασχολείται με τη, -δυσκολότερη-, εξεύ­ρεση νέων μέσων, ώστε με την εκμετάλλευσή τους ν' αντικα­ταστήσει όσα απέτυχαν.

    Κάτω από την επιρροή της κενοδοξίας, ο άνθρωπος χάνει την αυτονομία του, αλλοτριώνεται και απομονώνεται τόσο στο ίδιο το πάθος, όσο και σ' εκείνα τα στοιχεία που το πάθος έχει ανάγκη, ώστε να τραφεί και να αναπτυχθεί. Ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος υπογραμμίζει τον ιδιαίτερα τυραν­νικό χαρακτήρα του πάθους, που το θεωρεί έσχατη και φοβε­ρότατη δουλεία, που καταφέρνει να εξουσιάζει και τις με­γαλύτερες ψυχές. Όπως κάθε άλλο πάθος υποτάσσει τον άνθρωπο στις ειδικές σαρκικές επιθυμίες του και στην ηδο­νή, που συνδέεται με τη ματαιοδοξία· επιπλέον τον καθιστά εξαρτώμενο από το βλέμμα και την άποψη του άλλου· τέλος τον υποδουλώνει σ' αυτούς που επιδιώκει ν' αρέσει, επειδή αναμένει τα εγκώμια και τους επαίνους τους. Πόσο δυστυχι­σμένος είμαι, αλληλογραφεί ο Αγιος Ιωάννης Ερημίτης· ο Θεός με δημιούργησε ελεύθερο, και πάνω μου βαραίνει η κυ­ριαρχία πολλών ανθρώπων, καθώς γίνομαι σκλάβος όλου του κόσμου με την επιθυμία μου ν' αρέσω σ' όλο τον κόσμο.

    Αλλο φοβερό και επικίνδυνο αποτέλεσμα της κενοδοξίας είναι η βύθιση του ανθρώπου σ' ένα κόσμο φαντασμάτων. Ο Αγιος Ισαάκ Σύρος σημειώνει ότι «οις ζη ο κόσμος [...] υπό της κενοδοξίας κινούμενοι [...] ταράττονται αλόγως κινούμε­νοι». Πράγματι, με την έμπνευσή της, ο άνθρωπος φαντάζε­ται κάθε είδους ιδιότητες, αρετές, αξίες, αγαθά, κ.λπ. και αναπαριστά με το νου τον εαυτό του να συμμετέχει σε κατα­στάσεις που αξίζουν αναγνώριση και εγκώμια. «Τα πάθη τής φιλοδοξίας τής εικονιζούσης τα πρόσωπα και φανταζούσης, και εις επιθυμίαν και έφεσι διεγείρει». Πρώτη παθολογική συνέπεια του γεγονότος αυτού είναι η απόσπαση του ανθρώπου από την πραγματικότητα που ζει, η διάσπαση της προ­σοχής του από το περιβάλλον, η επιβράδυνση και ο περιορι­σμός της δράσης του στα εντελώς απαραίτητα καθήκοντά του και η παράλυση του ζωτικού δυναμισμού του, ωσότου θέσει την ψυχή του σε κατάσταση νάρκωσης. Τα συγκεκριμένα παθολογικά στοιχεία υπενθυμίζονται από τον Αγιο Κασσιανό: Η δυστυχισμένη ψυχή, θέλγεται από τη γλυκύτητα των λογι­σμών της, μονοπωλείται από τις εικόνες της, βαθιά ναρκωμέ­νη γίνεται άθυρμα και ωθείται έντονα από την κενοδοξία· αποτέλεσμα αυτών είναι να μη μπορεί γενικά πλέον η ψυχή να επιτηρεί με προσοχή ότι συμβαίνει παρουσία της και στους αδελφούς της, ενώ ευχαριστείται με την προσκόλλησή της σ' αυτά τα πράγματα, -σαν να ήταν αληθινά-, που τα ονειρεύτηκε όντας σ' εγρήγορση κατά την φαντασιόπληκτη περιπλάνηση του νου. Είναι δυνατό η διαδικασία της φα­ντασίωσης να έχει τη ρίζα της, - εάν διατηρείται και ανα­πτύσσεται-, σε οξέα ψευδαισθητικά επεισόδια ή σε παραισθήσεις. Διαπιστώνει σχετικά ο Ευάγριος: «Αρχή πλάνης, νου κενοδοξία». Το ζήτημα τούτο πρέπει να φοβίζει ιδιαί­τερα τον πνευματικά αγωνιζόμενο [Σ.τ.μ.: Απόδοση της γαλ­λικής λέξης "spirituel" στην ευρεία σημασία της. Στην στενή έννοια ο πνευματικός. Αλλες σημασίες: ο ευλαβής, ο φιλόθε­ος, ο εκκλησιαστικός] που παραδίνεται στο πάθος αυτό και συνεπώς προσφέρει ευνοϊκό έδαφος στο δαίμονα της κενο­δοξίας, που συνηθίζει να επιτίθεται με δύναμη την ώρα της προσευχής.

    Τα παθολογικά αποτελέσματα της κενοδοξίας είναι ευρέ­ως εκτεταμένα και στο πνευματικό επίπεδο. Εισάγει στον άνθρωπο τον πνευματικό θάνατο (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, ΑΜΜΩΝΑΣ, Επιστολαί). Τυφλώνει το νου του , τον ταράσσει (ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 5) και ελαττώνει σημαντικά τη γνώση του. Κα­ταστρέφει όλες τις αρετές που απέκτησε ο άνθρωπος και καθιστά όλες τις ασκητικές του προσπάθειες εντελώς άχρηστες (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). Εξαιτίας της, παρατηρεί ο Αγιος Μάξιμος: «Εισί πολλά τινα φύσει καλά υπό των ανθρώπων γινόμενα, αλλ' ού καλά πάλιν [...] όταν δια κενοδοξίαν γίνονται». Η άσκηση και οι αρετές, που η ματαιοδοξία τείνει ν' αναπτύξει πραγμα­τικά λειτουργούν για να ενώσουν τον άνθρωπο με το Θεό και να τον καταστήσουν τελικά μέτοχο της θείας δόξας. Μέσω της κενοδοξίας, ο άνθρωπος τις διαστρέφει από το φυσιολο­γικό σκοπό τους και τις κάνει υπηρέτες τής δικής του δόξας· σκοπός του είναι να δοξασθεί από τους ανθρώπους ή τον ίδιο τον εαυτό του, και όχι από το Θεό όπως οφείλει. Η απώλεια των καρπών τής άσκησης και των αρετών, πέρα από το γεγο­νός ότι συνιστά πνευματική καταστροφή για τον εαυτό του, οδηγεί αναπόφευκτα στη δημιουργία κατάστασης πόνου και οδύνης στην ψυχή του. Αυτή, στερούμενη τα πολυτιμότερα αγαθά και την πνευματική απόλαυση, που εισέπραττε, βρίσκεται και πάλι κενή, εγκαταλειμένη, γεμάτη ταραχή και δυ­σφορία και φαίνεται προορισμένη να βιώνει μόνιμα έλλειψη ικανοποίησης. Γιατί, αν η ηδονή που προσαρτάται στην κενο­δοξία έχει παροδικά τη δυνατότητα να γεμίζει την ψυχή, δε θα μπορούσε να διατηρεί την ισχύ αυτή για πάντα, εξαιτίας, όπως είδαμε, του μερικού, πρόσκαιρου και μη πραγματικού χαρακτήρα της, του κατ' εικόνα των σαρκικών πραγμάτων με τα οποία τρέφεται· τελικά η ηδονή βυθίζει την ψυχή στην απογοήτευση και την πικρία. Γράφει ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός ότι η κενοδοξία είναι τροφή που τέρπει την ψυχή για μικρό χρονικό διάστημα, αλλά μετά την αφήνει άδεια, χωρίς αρετή και γυμνή, άγονη, στερημένη από κάθε πνευματικό καρπό. Συνεπώς η κενοδοξία όχι μόνο καταστρέφει την αρε­τή μεγάλων κόπων [Σ.τ.μ.: Πνευματικών αγώνων] αλλά προ­ξενεί στην ψυχή ακόμη μεγαλύτερους πόνους και βάσανα.

    Καταστρέφοντας τις αρετές που αποκτήθηκαν, η κενοδο­ξία πρώτιστα οδηγεί σε επανεμφάνιση των αντίστοιχων παθών στην ψυχή και ανοίγει κατόπιν τη θύρα και σε όλα τα υπόλοιπα πάθη (ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Πονηροί λογισμοί, ΑΜΜΩΝΑΣ, Διδάγματα). Οι Πατέρες, όπως είδαμε, την κατατάσ­σουν μεταξύ των τριών γενικότατων παθών, που αποτελούν πηγή όλων των υπολοίπων.

    Σημειώνουμε, για να τελειώσουμε, ότι οι δαίμονες παί­ζουν πολύ ενεργό ρόλο στη γέννηση και την ανάπτυξη της κε­νοδοξίας (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΤΗΘΑΤΟΣ, Κεφάλαια πρακτικά). «Τα μετά ταραχής και κενοδοξίας γινόμενα των δαιμόνων εστί», διδάσκει ο Αγιος Ιωάννης Γάζης. Ο Α­γιος Βαρσανούφιος επιβεβαιώνει ότι «[...] κενοδοξίαν ενερ­γούντες εισίν οι δαίμονες προς το εξολοθρεύσαί σου την ψυ­χήν». Εάν οι δαίμονες δεν την εισάγουν στην ψυχή, επωφελούνται σε κάθε περίπτωση από τη γέννηση και την παρου­σία της στην ψυχή, ώστε να την υποδουλώσουν στην καταστροφική τους δράση (ΜΑΡΚΟΣ ΕΡΗΜΙΤΗΣ, Προς σχολαστικόν).



    Η θεραπευτική της κενοδοξίας και της υπερηφανίας: Η ταπείνωση


    Περιγράφοντας την κενοδοξία, είδαμε, ότι αποτελεί ένα πάθος ιδιαίτερα λεπτό, δύσκολο ν' αναγνωριστεί και ικανό να περιβάλλεται πολλές μορφές και να επιτίθεται στον άνθρωπο από πολλές πλευρές. Ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης τη θεωρεί ως την πιο δύσκολη και επικίνδυνη απ’ όλες τις παγίδες.

    Η θεραπευτική έναντι της συγκεκριμένης πνευματικής νόσου αποδεικνύεται λοιπόν ότι είναι εξαρχής ιδιαίτερα λεπτή: και τόσο περισσότερο μάλιστα, καθώς το πάθος τροφοδοτείται ακόμη και απ’ όσα κάνουμε για να το πολεμήσουμε και ενισχύεται από την ήττα και την καταστροφή του, όπως εξηγεί ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός: Όλα τα κακά εξασθενούν μόλις κυριαρχήσουμε σ' αυτά και όταν ηττηθούν αποδυναμώνονται μέρα με τη μέρα [...]. Η κενοδοξία, μόλις νικηθεί (από κάποιον), ανορθώνεται και επανέρχεται για να τον πολεμήσει αγριότερα και ενώ τη θεωρούμε αδύναμη και μισοπεθαμένη, αυτή μπροστά στο
    κατώφλι του θανάτου αναλαμβάνει τις δυνάμεις της. Οι υπόλοιπες κακίες προσβάλλουν γενικά μόνο όσους έχουν ήδη νικηθεί όμως αυτή εδώ καταδιώκει σκληρότερα τους νικητές της, και όσο δυναμικότερα την πιέζει και τη στριμώχνει κάποιος, τόσο περισσότερο επωφελείται η κενοδοξία από την έπαρση και την αλαζονία του νικητή της, ώστε να (του) αντεπιτεθεί βιαιότερα. Έτσι η κενοδοξία εξαπατά ανελέητα όσους δεν περιμένουν την επίθεσή της και δεν παίρνουν τα μέτρα τους.

    Εκείνος που αναλαμβάνει τη θεραπευτική της κενοδοξίας θα πρέπει λοιπόν να δείχνει από την αρχή ως το τέλος μεγάλη πνευματική διάκριση και συνεχή  νήψη και εγρήγορση (Πρβλ. Ι>ΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ, Επιστολή).
    Η λεπτομερής γνώση του πάθους, των πολλών μορφών του, των ελιγμών και των παγίδων του αφενός, και η συνειδητοποίηση των τρόπων και των μεθόδων που θα μας επιτρέψουν να ματαιώσουμε τις πανουργίες του αφετέρου, συνιστούν εξαρχής θεμελιώδες στοιχείο της προφύλαξης και της θεραπευτικής.

    Γι' αυτό ακριβώς, οι Πατέρες κρίνουν ως απαραίτητο να θέσουν στη διάθεση όσων προσέρχονται να μάθουν απ’ αυτούς για το πάθος, όπως υπογραμμίζει ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός: Όπως οι πιο έμπειροι ιατροί δεν ικανοποιούνται γενικά με την ίαση των παρόντων νοσημάτων αλλά, με τη σοφή πείρα τους, προγιγνώσκουν τις επικείμενες νόσους και δρουν προληπτικά με συνταγές και φάρμακα σωτήρια, για τη ζωή και την υγεία, παρόμοια πράττουν και οι αυθεντικοί ιατροί των ψυχών: μέσα από την πνευματική έντευξη [Σ.τ.μ.: Συνάντηση και συζήτηση] που λειτουργεί ως ένα ουράνιο αντίδοτο, κατανικούν εκ των προτέρων τις ασθένειες της καρδίας πριν αυτές εμφανιστούν και αποδεχόμενοι την ανάπτυξή τους μόνο στο νου των νέων, τους αποκαλύπτουν και την αιτία των παθών που τους απειλούν και τα φάρμακα που τους δίνουν την υγεία. Ενώ τους παρουσιάζουν τις πλάνες και τις απάτες όλων των παθών, και εκείνες που αφορούν στους αρχάριους και όσες αναφέρονται στους ζηλωτές, οι νέοι διδάσκονται τα μυστικά των αγώνων τους, τους οποίους βλέπουν σαν μέσα από καθρέφτη. Πληροφορούνται επίσης τις αιτίες και τα φάρμακα των κακιών από τις οποίες κλονίζονται και γνωρίζουν επιπλέον, πριν να εμφανιστούν, με ποιο τρόπο πρέπει να τους προειδοποιήσουν για τους μελλοντικούς αγώνες και πως να τις αντιμετωπίσουν ως μαχητές.

    Ο άνθρωπος θα κινητοποιηθεί να παλέψει εναντίον του συγκεκριμένου πάθους, αν συνειδητοποιήσει τους κινδύνους στους οποίους τούτο τον εκθέτει. Ιδιαίτερα σημαντικός είναι αυτός της απώλειας όλων των ωφελειών που του έχουν πορίσει οι θλίψεις και οι πόνοι που έχει μέχρι τότε υποστεί, καθώς και του συνόλου των αρετών που έχει καταφέρει ν' αποκτήσει. Απειλείται ακόμη να δει τελικά τον εαυτό του να εκμηδενίζεται σύμφωνα με το λόγο του Ψαλμωδού: «Ο Θεός διεσκόρπισεν οστά ανθρωπαρέσκων» (Ψαλμ. 52, 6).

    Να με ποιο τρόπο συμβάλλουν στον αγώνα η νοερά προσευχή και ο φόβος της θείας κρίσης για την παρούσα και τη μέλλουσα ζωή.

    Την κρίση τούτη αποκαλύπτει ειδικότερα και ο λόγος του Χριστού: «Ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται» (Λουκ. 14, 11? 18,14).

    Ο άνθρωπος που επιθυμεί να νικήσει το συγκεκριμένο πάθος, οφείλει ν' αναγνωρίσει τη ματαιότητα της ανθρώπινης, εγκόσμιας και επίγειας δόξας, γιατί η κενοδοξία είναι η αναζήτηση μιας τέτοιας δόξας. Πρέπει να κατανοήσει πόσο σαθρά είναι τα θεμέλιά της και πόσο μηδαμινοί είναι οι στόχοι της, όπως πολλές φορές υπογραμμίζουν οι Πατέρες.

    Ο θάνατος αποκαλύπτει όλο το μέτρο της ματαιότητας και μηδαμινότητας των ανθρώπινων πραγμάτων, που αποτελούν αντικείμενο του πάθους, ενώ
    ταυτόχρονα αποτελεί την καθοριστική στιγμή που η κρίση του Θεού σημαίνεται στον άνθρωπο. Να γιατί η «μνήμη θανάτου» αποτελεί ένα ακόμη δραστικό και αποτελεσματικό όπλο εναντίον του πάθους της κενοδοξίας.

    Με δεδομένο ότι η κενοδοξία επιζητεί την τιμή, τη δόξα, τη διασημότητα, το να καταστεί το άτομο κέντρο της προσοχής, αρμόζει η παραίτηση απ' ό,τι είναι δυνατόν ν' αποτελεί πηγή ή αιτία εκδήλωσής της. Πρέπει ν' αποφεύγεται ότι βρίσκεται ολοφάνερα υπό την κυριαρχία της (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος) και συνιστά αρνητικό παράδειγμα. Πρέπει ο άνθρωπος ν' αρνηθεί για τον εαυτό του κάθε τιμητικό αξίωμα που του προσφέρουν οι συνάνθρωποί του, ιδιαίτερα εξαιτίας του γοήτρου ή της δύναμης που παρέχει μια τέτοια ιδιότητα. Οφείλει ακόμη ν' αποκρούσει κάθε διάκριση δεκτική, να ελκύσει το θαυμασμό, τον έπαινο ή το εγκώμιο. Για ν' αντιμετωπίζεται η κενοδοξία ως επιθυμία του ανθρώπου ν' αναγνωρίζεται και να τράβα την προσοχή, πρέπει αυτός να απέχει από οτιδήποτε είναι δυνατό να τον κάνει κέντρο της προσοχής, δηλαδή από λόγους, πράξεις και συμπεριφορές.

     Όποιος επιθυμεί ν' απελευθερωθεί από την κενοδοξία οφείλει να κάνει ότι μπορεί ώστε να γίνεται ή να παραμένει αφανής και άσημος μεταξύ των ανθρώπων. Είναι δυνατόν επίσης να συμβάλλουν στην προσπάθεια του, η επιλογή μιας ταπεινής θέσης ή ιδιότητας, καθώς επίσης και η αναζήτηση της ησυχίας.

    Είδαμε ότι η κενοδοξία αφορά στην άνοδο όχι μόνο στα γήινα «αγαθά» αλλά και στα πνευματικά αγαθά, και στο δοξασμό ενώπιον των άλλων ή του εαυτού του για την άσκηση και τις αρετές του. Πρόκειται για τη λεπτότερη και φοβερότερη μορφή του πάθους, που αδιάκοπα καιροφυλακτεί τον πνευματικό άνθρωπο. Πρέπει να καταπολεμηθεί με πολλούς τρόπους.

    Έναντι των άλλων ανθρώπων των οποίων η κενοδοξία προσδοκά το θαυμασμό και το εγκώμιο, επιβάλλεται να κρύβει την άσκηση και τις αρετές που έχει, καθώς και τις πράξεις που τις φανερώνουν (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ματθαίος-ομιλία).
    Οφείλει κάποιος να επαγρυπνεί, ελέγχοντας με επιμέλεια τη συμπεριφορά και τους λόγους του, ώστε να μη αφήσει να φανερωθεί τίποτε από την εσωτερική κατάστασή του και να μη αποκαλύψει τίποτε από την πνευματική ζωή του.

    Στα Αποφθέγματα συναντάμε αμέτρητα παραδείγματα Πατέρων, οι οποίοι αρνούνται να ομιλούν ή δεν απαντούν στα ζητήματα που θέτουν όσοι έρχονται να τους ερωτήσουν κάτι παρά μόνο αφού εκείνοι επιμένουν επί πολύ και έντονα. Όποιος θέλει να νικήσει την κενοδοξία οφείλει όχι μόνο να κρύβει τις αρετές και τη σοφία του, αλλά ακόμη να μη κρύβει τα σφάλματά του από τους άλλους, με την προϋπόθεση ωστόσο ότι τούτο δεν θα τους προκαλέσει ζημιά ή βλάβη.

    Γενικά, και αυτό είναι βασικό φάρμακο εναντίον της κενοδοξίας, ο άνθρωπος οφείλει ν' αποδέχεται τις ταπεινώσεις και ακόμη να επιζητεί ότι είναι δεκτικό να του αποφέρει την περιφρόνηση. Ένας Γέροντας λέγει: Αν ο διάβολος έρχεται για να σε παρασύρει στην κενοδοξία, κάνε κάτι ή τήρησε μια στάση μπροστά στους ανθρώπους ώστε να σε περιφρονήσουν. Γιατί να το ξέρεις καλά, ο Σατανάς ποτέ δεν λυπάται τόσο, όπως όταν ο άνθρωπος επιθυμεί την ταπείνωση και την περιφρόνηση.

    Ο άνθρωπος οφείλει να διακρίνει επίσης στις διάφορες ατιμίες που υφίσταται (περιφρονήσεις, προσβολές κ.λπ.) τα φάρμακα της θείας Πρόνοιας, και το πρόσωπο αυτού που τον πίκρανε, τον έβλαψε, τον περιφρόνησε ή τον προσέβαλε σαν ένα ιατρό που του φανέρωσε την αρρώστεια του και του προσέφερε τα μέσα για να θεραπευτεί από την κενοδοξία.

    Έτσι ένας Πατέρας συμβουλεύει: Αν κάποιος διατηρεί στη μνήμη του τη θύμιση ενός αδελφού που τον έθλιψε, τον πλήγωσε ή τον χλεύασε, οφείλει να τον θυμάται σαν ένα ιατρό σταλμένο από το Χριστό και να τον θεωρεί ως ευεργέτη. Γιατί αν πικραίνεσαι κάτω από αυτές τις περιστάσεις, άρρωστη είναι η ψυχή σου. Πραγματικά αν δεν ήσουν ασθενής δεν θα υπέφερες. Οφείλεις λοιπόν ευχαριστίες στον αδελφό σου γιατί χάρη σ' αυτόν γνωρίζεις την αρρώστια σου, πρέπει να προσεύχεσαι γι' αυτόν και να δέχεσαι ό,τι προέρχεται απ' αυτόν σαν φάρμακο σταλμένο από τον Κύριο σε σένα.

    Αν, αντίθετα, θυμώσεις εναντίον του, είναι σαν να έλεγες στον Ιησού: «Δεν θέλω να πάρω τα φάρμακά σου, προτιμώ τη γάγγραινα που απλώνεται στις πληγές μου» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡ>Ν, Παράρτημα). Και ακόμη περισσότερο: Αν επιθυμείς να θεραπευτείς από τις φοβερές τούτες πληγές της ψυχής, πρέπει ν' αντέξεις ότι σου ορίσει ο γιατρός. Πραγματικά, ο σωματικά ασθενής δεν υπομένει ευχάριστα τον ακρωτηριασμό ή τη λήψη καθαρτικού, διατηρεί ακόμη κακή ανάμνηση αυτών, εντούτοις πεπεισμένος ότι δίχως αυτή την αγωγή δεν είναι δυνατόν να ελευθερωθεί από την αρρώστια του, υποφέρει ότι του ορίσει ο γιατρός. Γνωρίζει ότι με μια μικρή ενόχληση θα απαλλαγεί από μια μακρόχρονη νόσο.

    Όταν σε προσβάλλουν ή σε αδικούν, το καυστικό φάρμακο του Ιησού, σε απελευθερώνει από την κενοδοξία. Σε ό,τι τον αφορά ο ίδιος παρατηρεί: Δεν ανταποδίδω κατηγορίες σ' όσους με μέμφονται, ευεργέτες μου τους αποκαλώ και δεν διώχνω τον ιατρό των ψυχών που παρέχει φάρμακο ταπείνωσης στην ακάθαρτη και υπερήφανη ψυχή μου.

    Ο άνθρωπος που θεραπεύεται από την κενοδοξία εμφανίζει συγκεκριμένες ενδείξεις: δεν δοκιμάζει πόνο όταν ταπεινώνεται δημοσίως (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ), δεν διατηρεί μνησικακία εναντίον εκείνου που τον προσέβαλε, τον περιφρόνησε, τον εξύβρισε, που τον κακολόγησε ή εξακολουθεί να τον κακολογεί (Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ,Αγάπης εκατοντάς). Αντίθετα τον ευχαριστεί ωσάν να επρόκειτο για ευεργέτη του, σύμφωνα με το παράδειγμα του Γέροντα που αναφέρθηκε προηγουμένως.

    Στο μέτρο που ο άνθρωπος αναζητεί την κοσμική δόξα, το θαυμασμό ή έστω και την εκτίμηση των άλλων, η αποδοχή ή ακόμη και η εκζήτηση των ταπεινώσεων τον θεραπεύει από την κενοδοξία. Η τελευταία αποτελεί επίσης πάθος στα πλαίσια του οποίου ο άνθρωπος αυτοεκτιμάται, αυτοθαυμάζεται, αυτοβραβεύεται και αυτοδοξάζεται στα μάτια του. Για να την καταπολεμήσει στο συγκεκριμένο επίπεδο, ο άνθρωπος οφείλει πρωτίστως ν' αγνοεί την άσκηση και τις αρετές του και να κρύβει από τα μάτια του ό,τι καλό έχει και ό,τι αγαθό πράττει.

    Αφότου ο άνθρωπος έχει επιτελέσει πλήρως το θέλημα του Θεού, όφειλε σύμφωνα με την εντολή του Χριστού (Λουκ. 17, 10), να θεωρεί τον εαυτό του ως αχρείο δούλο, που δεν έχει πράξει τίποτε περισσότερο από εκείνα που έπρεπε να κάνει: η τοποθέτηση αυτή αποτελεί ένα ακόμη τρόπο αποφυγής της
    κενοδοξίας (Πρβλ. ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡ>Ν, Συλλογαί διάφοροι), σύμφωνα με τους Πατέρες.

    Προηγείται όμως τούτων, η υποχρέωση του ανθρώπου να δοκιμάζει τη συνείδησή του και να εξετάζει σε ποιο βαθμό απέχει από την επιτέλεση όλων των εντολών. Προηγείται επιπλέον και η ανάμνηση των αμαρτιών του και το πένθος γι' αυτές, έτσι θα υποτάξει την κενοδοξία τόσο σε σχέση με τον εαυτό του όσο
    και σε σχέση με το συνάνθρωπό του.

    Ας σημειώσουμε λοιπόν την καθοριστική σημασία που έχει η προσευχή για τη θεραπεία της κενοδοξίας όπως και κάθε άλλου πάθους. Μέσω της προσευχής ο άνθρωπος δέχεται τη βοήθεια του Θεού χωρίς την οποία είναι ανίσχυρος να νικήσει το οποιοδήποτε πάθος. Στην περίπτωση όμως της κενοδοξίας λαμβάνει και την απαραίτητη γι' αυτόν διάκριση, ώστε να εξουδετερώσει όλες τις παγίδες που το πάθος απλώνει στην πορεία του. Η προσευχή, του επιτρέπει εξίσου ν’ αποχωριστεί από τον κόσμο αυτό, - ο οποίος είναι αντικείμενο της κενοδοξίας -, και να προσκολληθεί στο Θεό. Του δίνει επιπλέον τη δυνατότητα να Τον δοξολογεί, αναγνωρίζοντας ότι «Αυτώ πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις».

    Έχουμε επισημάνει ότι η ανθρώπινη και η θεία δόξα είναι ανταγωνιστικές και η μία αποκλείει την άλλη. Ο άνθρωπος οφείλει να απαρνηθεί την κάθε ανθρώπινη δόξα, ώστε να προσεγγίσει τη θεία δόξα, που αποτελεί τον προορισμό της φύσης του. Όσο παραμένει προσκολλημένος στην εγκόσμια δόξα, δεν μπορεί με κανένα τρόπο να ευφρανθεί την ουράνια δόξα.

    Γι’ αυτό το λόγο η ταπεινοφροσύνη συνιστά την απολύτως αναγκαία οδό, την καθοριστική προϋπόθεση ώστε να κοινωνεί ο άνθρωπος της θείας δόξας. Με αυτή την έννοια, ένας Γέροντας συμβουλεύει: Αν θέλεις να γνωριστείς από το Θεό, ν' αγνοηθείς από τους ανθρώπους

    Είδαμε ότι ο άνθρωπος τείνει εκ φύσεως προς τη δόξα, όμως η δόξα του Θεού είναι η μόνη που του αρμόζει πραγματικά. Οφείλει έτσι να δοξάζεται αποκλειστικά εν τω Θεώ, σύμφωνα με το λόγο του Αποστόλου Παύλου: «Ημείς [...] καυχώμενοι εν Χριστώ Ιησού και ουκ εν σαρκί πεποιθότες» (Φιλιπ. 3, 3) και την υπόσχεση του Θεού: «Τους δοξάζοντάς με δοξάσω» (Α' Βασιλ. 2, 30).

    Όσο περισσότερο τείνει ο άνθρωπος στη θεία δόξα, τόσο περισσότερο αδιαφορεί για την ανθρώπινη. Να γιατί η αγάπη του Θεού και της δόξας Του εμφανίζεται ως μέσο απελευθέρωσης της ψυχής από την κενοδοξία.

    Δεν στερείται αλήθειας η διαπίστωση ότι η ταπεινοφροσύνη αποτελεί το ειδικό αντίδοτο της κενοδοξίας. Θα δούμε στη συνέχεια ότι πολλοί
    από τους τρόπους που συνιστούν οι Πατέρες στον αγώνα εναντίον της κενοδοξίας είναι ταυτόχρονα και μέσα που προτείνουν για την απόκτηση της ταπεινοφροσύνης.

     

    2. Η θεραπευτική της υπερηφανίας


    Εξετάζοντας την κενοδοξία και την υπερηφανία, είδαμε ότι τα πάθη αυτά βρίσκονται τόσο κοντά μεταξύ τους, ώστε ορισμένοι Πατέρες δεν θεωρούν απαραίτητο να εξετάζονται χωριστά. Από την πλευρά μας, ακολουθώντας το παράδειγμα άλλων Πατέρων, θεωρήσαμε ότι θα ήταν χρήσιμο να τις διακρίνουμε και να παρουσιάσουμε τα ειδικά χαρακτηριστικά της καθεμιάς. Αυτό συνεπάγεται ότι θα εξετάσουμε επίσης χωριστά και τη θεραπευτική τους. Η εγγύτητά τους όμως θα καταστήσει αναπόφευκτες ορισμένες επικαλύψεις και συνεπώς κάποιες επαναλήψεις.

    Η θεραπευτική της υπερηφανίας, όπως και αυτή της κενοδοξίας, έχει ως αναγκαία προϋπόθεση τη λεπτομερή γνώση του πάθους, μολονότι η υπερηφανία δεν είναι τόσο λεπτή, πολύμορφη και απατηλή όπως η κενοδοξία. Επίσης ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός, που θεωρεί τη νοσολογία ως ουσιαστικό στοιχείο της θεραπευτικής του πάθους, υπογραμμίζει ως προς την υπερηφανία ότι είναι σημαντικό επιπρόσθετο στοιχείο η γνώση της αιτιολογίας: θα μάθουμε πως ν' αποφεύγουμε το επίφοβο δηλητήριο της αρρώστιας της αναζητώντας την αιτία και την αρχή της.

    Αν καταρχήν δεν αναζητήσουμε με λεπτομερή έρευνα τις αρχές και τις αιτίες των νόσων, ούτε αυτές θα μπορέσουν ποτέ να θεραπευτούν πραγματικά ούτε να ανακαλυφθούν τα φάρμακα για την αντιμετώπιση των διαταραχών της υγείας.

    Η γενική γνώση της ασθένειας δίνει σε κάθε περίπτωση τη δυνατότητα στον άνθρωπο να εντοπίζει μέσα του το συγκεκριμένο πάθος όσο κι αν αυτό έχει την ικανότητα να περνά απαρατήρητο ή να λησμονείται. Ένας τέτοιος εντοπισμός αποτελεί σαφέστατα μία από τις προϋποθέσεις της θεραπευτικής, δεδομένου ότι όποιος δεν νιώθει άρρωστος δεν αναζητεί την θεραπεία. Ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης παρατηρεί τα εξής για όσους είναι τυφλωμένοι σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μη συνειδητοποιούν την υπερηφανία που τους κυριεύει: «Ίσως καν ούτως έσται τοις νοσούσι μικρά τις σωτηρίας ελπίς» (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ).

    Νήψη και διάκριση επιτρέπουν την αναγνώριση της νόσου από τις πρώτες εκδηλώσεις της και την αποφυγή της εξάπλωσής της, ώστε να μη καταστεί σχεδόν ανίατη. Έτσι ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός γράφει: Θα μπορέσουμε να παραμείνουμε εντελώς αλώβητοι από τη θανάσιμη αυτή αρρώστια, αν δεν προσδοκούμε ότι στην επαγρύπνησή μας, έχουμε ήδη ενισχυθεί από τις φοβερές επιδρομές και επιθέσεις της, απαιτείται αντίθετα σοφή και συνετή διάκριση για να δρα προληπτικά, που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε εμπροσθοφυλακή της νήψης.

    Όσο η νόσος συγκρατείται σε συγκεκριμένα όρια, η θεραπευτική του πάθους παραμένει προσιτή στις ανθρώπινες προσπάθειες, που οφείλουν επομένως ν' ασκούνται σε περισσότερες κατευθύνσεις.

    Ας γνωρίζουμε ότι εξ αιτίας της υπερηφανίας, όπως και της κενοδοξίας, όλες οι προσπάθειές μας, οι παρούσες και οι παρελθούσες, αποβαίνουν μάταιες και ότι οι αρετές που ενδεχομένως έχουμε, χάνουν όλη την αξία τους. Έτσι θα έχουμε συνείδηση της αυστηρότητας της θείας κρίσης για τους υπερήφανους, της στέρησης της χάρης, των θλίψεων και των πόνων που απορρέουν από το πάθος. Και η συνειδητοποίηση όλων αυτών των στοιχείων μπορεί να συμβάλλει στη νίκη εναντίον της υπερηφανία .

    Γι’ αυτό το λόγο στο ερώτημα «πώς θεραπεύεται ο υπερήφανος;» ο Μέγας Βασίλειος (Όροι κατ' επιτομήν) απαντά: «Εάν πιστεύση τω κρίματι [Σ.τ.μ.: Στο λόγο, στο ρήμα] του ειπόντος: «Κύριος υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν» (Ιακ. 4, 6)», δηλαδή «αν τις φοβηθή το κρίμα της υπερηφανίας».

    Ο ίδιος ο Χριστός δίνει ιδιαίτερη σημασία στην επισήμανση των αρνητικών συνεπειών της υπερηφανίας του (πρβλ. Λουκ. 18, 9-14). Όπως όμως παρατηρεί ο Μέγας Βασίλειος, ο φόβος του Θεού δεν είναι επαρκής για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου. Καθώς υπερηφανία σημαίνει αυτοΰψωση και  αυτοέπαρση ως προς τους συνανθρώπους και το Θεό, δεν θα μπορέσει κάποιος να θεραπευτεί από την αρρώστια παρά μόνο αν αφανίσει την έξη του πάθους, και αυτό μπορεί να το πετύχει με τη βαθμιαία αποκοπή από τη στάση και τη νοοτροπία που χαρακτηρίζει την υπερηφανία, γεγονός που συνεπάγεται αφενός μεν την επίδειξη συνεχούς εσωτερικής νήψης αφετέρου δε την αποφυγή συναναστροφής με ανθρώπους που βρίσκονται φανερά υπό την κυριαρχία του συγκεκριμέ νου πάθους.

    Η θεώρηση της ματαιότητας και της μηδαμινής αξίας των πραγμάτων στις οποίες ο άνθρωπος θεμελιώνει την ανωτερότητά του, -μέσα από το πάθος του-, συμβάλλουν προς την κατεύθυνση αυτή. Σ' αυτά τα πράγματα εντάσσονται η αστάθεια όλων των ανθρωπίνων, η παροδικότητα του πλούτου και της ισχύος, η αδυναμία και η ευπάθεια του ίδιου του ανθρώπου, ο οποίος στον κόσμο τούτο είναι επιρρεπής στην αρρώστια, τα γηρατειά και το θάνατο και χωρίς το Θεό είναι απλώς «γη και σποδός, σκιά και καπνός»(ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ).

    Η υπερηφανία μεταφράζεται σε συγκεκριμένες συμπεριφορές και στάσεις: την αλαζονεία, την αυταρέσκεια, τον κομπασμό, την παρρησία, [Σ.τ.μ.: Στην αρνητική εκδοχή της] τη δοκησισοφία, την εμπιστοσύνη στην κρίση του, τη βεβαιότητα ότι έχει δίκιο, τη μανία της αυτοδικαίωσης, το πνεύμα αντιλογίας, τη βούληση να διδάσκει και να διατάζει, την άρνηση της υπακοής.

    Αγωνιζόμενος ν' ακολουθήσει τις αντίθετες στάσεις, θα μπορέσει στο συγκεκριμένο επίπεδο ο άνθρωπος να πολεμήσει την υπερηφανία: Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το μίσος του ιδίου θελήματος, ή μη εμπιστοσύνη στην κρίση του, η εγκατάλειψη της αυταρέσκειας, η αυτομεμψία (Ι>ΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ), η άρνηση της αντιλογίας, η μη αποδοχή του «διδάσκειν και διατάσσειν». Οι συγκεκριμένες επιλογές συμπεριφοράς πραγματώνονται με την υπακοή (Ι>ΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ) στον πνευματικό Πατέρα και δίνουν στον άνθρωπο τη δυνατότητα, όπως λέγει ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης (Dιδασκαλία), «αναλαβέσθαι εαυτόν και επανελθείν εις το κατά φύσιν».

    Η πρώτη μορφή της υπερηφανίας συνίσταται στη θεώρηση του ανθρώπου ως ανώτερου σε σχέση με όλους τους άλλους ή τουλάχιστον σε σχέση με ορισμένους από αυτούς, και στην περιφρόνησή τους. Για την αποφυγή της οφείλει να δώσει ιδιαίτερη σημασία πρωτίστως στην παρατήρηση των σημείων
    στα οποία οι συνάνθρωποί του υπερέχουν έναντι αυτού, στην άρνηση εντοπισμού των λαθών τους και στην αξιολόγηση της ποιότητας του χαρακτήρα τους .

    Ο άνθρωπος έχει καθήκον να φθάσει μέχρι του σημείου να θεωρήσει τον εαυτό του κατώτερο όλων, όπως διδάσκει ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης. Η μνήμη των παραπτωμάτων του συντελεί στην εξαφάνιση του αισθήματος ανωτερότητας που τον διακατέχει, καθώς του αποκαλύπτει την πνευματική του ένδεια. Και η υπερηφανία του ελαττώνεται τόσο περισσότερο όσο η συνείδηση της αμαρτωλότητάς του συνοδεύεται από την κατάνυξη και την αυτομεμψία.

    Η αποδοχή και η συγκατάθεση, και μάλιστα η αναζήτηση των ταπεινώσεων σε διάφορες μορφές συμβάλλει εξίσου στη θεραπεία του πάθους. Το να ζει κάποιος αγνοημένος από τους ανθρώπους, τον βοηθά στην αντιμετώπιση της εξωτερικής μορφής της υπερηφανίας [Σ.τ.μ.: Αυτής που εκδηλώνεται και γίνεται αντιληπτή από τους άλλους], όπως υπογραμμίζει ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης (Κλίμαξ): «Υπερηφανίαν ορωμένην ιάσαντο σκυθρωπαί καταστάσεις».

    Στην καταπολέμηση της νόσου συνεισφέρει επίσης και ο έμπονος και ταπεινός τρόπος ζωής. Στο κεφάλαιο που πραγματευόταν τη σωματική άσκηση, είδαμε αληθινά ότι, σε κάποιο βαθμό, η ψυχή επηρεάζεται από τις ενέργειες ή την κατάσταση του σώματος, και γενικότερα, ότι οι συνθήκες της σωματικής υπόστασης του ανθρώπου έχουν ορισμένη επίπτωση στην εσωτερική κατάστασή του. Οι σωματικοί κόποι και οι διάφορες δοκιμασίες, στους οποίους ενδεχομένως ο άνθρωπος παραδίδει το σώμα του, τον καθαρίζουν από το πάθος στο μέτρο που τον οδηγούν στη διαπίστωση της αδυναμίας και της ευπάθειάς του. Με τον τρόπο αυτό μειώνουν την πλάνη της αυτάρκειας που συνδέεται με την υπερηφανία.

    Στο βαθμό που η υπερηφανία συνίσταται στην έπαρση για τα φυσικά προσόντα που διαθέτει, το φάρμακο είναι η αναγνώριση ότι κάθε αγαθό προέρχεται από το Θεό και όλες οι αρετές έχουν την πηγή τους στο Δημιουργό της φύσης μας.

    Στο σημείο αυτό αρμόζει ν' αναλογιστούμε το λόγο του Αποστόλου Παύλου: «Τίς γαρ σε διακρίνει; τί δε έχεις ο ουκ έλαβες; ει δε και έλαβες, τί καυχάσαι ως μη λαβών;» (Α' Κορ. 4, 7).

    Για τον πνευματικό άνθρωπο όμως, η υπερηφανία συνίσταται ιδιαίτερα στην έπαρση εξαιτίας των αρετών του. Στην περίπτωση αυτή φάρμακο αποτελεί η μνήμη των αμαρτιών του, που ήδη έχει γίνει για την πρώτη μορφή του πάθους. Και αν ακόμη υποθέσουμε ότι οι συγκεκριμένες αρετές είναι πραγματικές,
    όποιος φέρεται έτσι θ' αποκτήσει εύκολα συνείδηση της μετριότητάς του με αποτέλεσμα να περιορίσει το πάθος, ατενίζοντας την τελειότητα των αγίων.

    Σ' αυτό θα βοηθήσει η συχνή και προσεκτική ανάγνωση των Βίων των Πατέρων. Ωστόσο, το ουσιαστικό φάρμακο συνιστά η παραδοχή και αναγνώριση ότι «πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθέν εστι καταβαίνον από του Πατρός των φώτων» (Ιακ. 1, 17) και η απόδοση στο Θεό οποιουδήποτε καλού έργου, όλων των αρετών που ενδεχομένως διαθέτει κάποιος και του συνόλου των αγαθών πράξεων και λογισμών, που απορρέουν από αυτές.

     Οι ίδιες οι δυνάμεις με τις οποίες γίνεται μέσα μας η άσκηση και εφαρμόζονται οι εντολές, πρέπει ν' αποδίδονται στο Θεό. Και οι δυνάμεις με τις οποίες οι ικανότητές μας ενεργοποιούνται, το ίδιο κίνητρο όλων των ενεργειών μας, έχουν την πρώτη πηγή.

    Το περιεχόμενο του φαρμάκου είναι το εξής:

    α) κάθε πνευματική πρόοδος που επιτεύχθηκε οφείλεται στο Θεό,

    β) η συναίσθηση ότι χωρίς τη βοήθεια του Θεού είμαστε ανάξιοι και ανίκανοι να πράξουμε οποιοδήποτε αγαθό και να διατηρήσουμε όσα πνευματικά αγαθά έχουμε ενδεχομένως αποκτήσει (Πρβλ. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός, Πνεύματα πονηρίας),

    γ) η πίστη ότι οι προσπάθειες και οι κόποι μας, αν είναι απαραίτητοι, δεν αρκούν με κανένα τρόπο για να λάβουμε οτιδήποτε, καθώς καθετί μας παρέχεται από το Θεό, χωρίς τη χάρη του Οποίου καταλήγουμε σε πλήρη αδυναμία,

    δ) η διαρκής συνείδηση ότι τούτο «ου του θέλοντος ουδέ του τρέχοντος, αλλά του ελεούντος Θεού» (Ρωμ. 9, 16) και ότι «εάν μη Κύριος φυλάξη πόλιν, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες, εάν μη Κύριος φυλάξη πόλιν, εις μάτην ηγρύπνησεν ο φυλάσσων» (Ψαλμ. 126, 1).

    ε) Η συνειδητοποίηση ότι χωρίς τη βοήθεια και την προστασία του Θεού θα διαλυθούμε από τις δυνάμεις του κακού και θα παραδοθούμε υπό το βάρος των επανειλημμένων επιθέσεων των πνευματικών εχθρών μας (Πρβλ. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός).

    Η προσευχή, και ειδικότερα η συνεχής προσευχή, συνιστά θεμελιώδους σημασίας φάρμακο έναντι της υπερηφανίας, στο βαθμό που ο άνθρωπος, όταν προσεύχεται, εκζητεί τη βοήθεια, τη συμπαράσταση και την προστασία του Θεού. Συνεπώς έχει τη συνείδηση ότι, αυτό που λαμβάνει ως απάντηση στην προσευχή του, έρχεται ως δωρεά του Θεού, και άρα δεν πρέπει ν' αποδίδεται στις δικές του δυνάμεις ή τα τάλαντα.

    Η ευχαριστιακή προσευχή του παρέχει επίσης τη δυνατότητα, να νικήσει το πάθος, στο μέτρο που μ' αυτή ο άνθρωπος, αν την κάνει με «συντετριμμένην και
    τεταπεινωμένην καρδίαν» και όχι με φαρισαϊκό τρόπο, αναγνωρίζει αμέσως το Θεό και όχι τον εαυτό του ως αρχή και τέλος των αγαθών που έχει και δεν υψηλοφρονεί τότε ως ανάξιος διαχειριστής τους.

    Βεβαίως όμως, επιπρόσθετα η προσευχή τον παραπέμπει στη βοήθεια του Θεού για τη θεραπεία του ιδίου του πάθους της υπερηφανίας, το οποίο, περισσότερο από τα υπόλοιπα πάθη, είναι δυνατόν να ξεφύγει από τη θεραπευτική αγωγή των ανθρώπων, όπως πολύ συχνά αναφέρει ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης (Κλίμαξ).

    Η πλειονότητα των θεραπευτικών μεθόδων της υπερηφανίας που παρουσιάστηκαν παραπάνω, αποτελούν επίσης, και μεθόδους απόκτησης της ταπεινοφροσύνης. Γιατί, στην πραγματικότητα, αυτή συνιστά το φάρμακο αναφοράς για τη θεραπεία της υπερηφανίας: τόσο γιατί είναι αντίθετη προς το πάθος αρετή όσο και γιατί καλείται να το αντικαταστάσει.

    Διάβασε επίση Η ταπεινοφροσύνη (Εφόδια - Αρετές)

    (Αποσπάσματα από το βιβλίο «Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΝ ΝΟΣΗΜΑΤΝ:
    Εισαγωγή στην ασκητική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας», JEAN CLAUDE LARCHET (*),
    ΤΟΜΟΣ Β’, Εκδόσεις «Αποστολική ιακονία», Μετάφραση: ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΟΥΛΑΣ)
    (*) Ο Jean Claude Larchet γεννήθηκε το 1949 στη βορειοανατολική Γαλλία. ιδάκτωρ Φιλοσοφίας και
    διδάκτωρ Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, είναι συγγραφέας δεκαπέντε βιβλίων και
    πολυάριθμων άρθρων που αφορούν τη θεολογία και την πνευματικότητα των Πατέρων της Εκκλησίας, τα
    οποία μεταφράστηκαν σε δώδεκα γλώσσες. Θεωρείται ως ένας από τους κορυφαίους Ορθόδοξους
    πατρολόγους και ένας σημαντικός εκφραστής της Ορθοδοξίας στην Ευρώπη. Ζει και εργάζεται ως
    καθηγητής στη Γαλλία. ιευθύνει, σε δύο γαλλικούς εκδοτικούς οίκους, μία συλλογή βιβλίων
    αφιερωμένων σε σύγχρονους πνευματικούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ανάμεσα στους οποίους
    συγκαταλέγονται ο γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, ο γέροντας Παϊσιος, ο γέροντας Εφραίμ
    Κατουνακιώτης, ο γέροντας Χαράλαμπος, ο γέροντας Πορφύριος.


Δημοφιλη αρθρα

Λογοι